Αιμίλιος Χειλάκης: Η τέχνη είναι εργαλείο της δημοκρατίας

Διαθέτει ισχυρή προσωπικότητα, γοητευτική παρουσία που δύσκολα περνά απαρατήρητη και με την χαρακτηριστική βαθιά δυνατή φωνή του (η οποία δημιουργεί πάσης φύσης φαντασιώσεις στον γυναικείο πληθυσμό  και ακούμε σε διαφημιστικά σποτ και σπικάζ), μιλά με πάθος αγωνιστή, ευφράδεια και πειθώ καθοδηγητή ή ιεροκήρυκα, αποκαλύπτοντας ένα μυαλό που φλέγεται. Έναν επαναστάτη με αιτία που η τέχνη που διάλεξε, ίσως να ήταν μονόδρομος για έναν ανήσυχο σκεπτόμενο ταλαντούχο άνθρωπο που αναζητά το βήμα της απεύθυνσης, συνομιλώντας με τους δαίμονές του, απολαμβάνοντας τη συνύπαρξη με τον άλλο, εντός και εκτός σκηνής. Ο Αιμίλιος Χειλάκης δηλώνει, παραστασάς, πολιτικό και κοινωνικό ον που ζει το σήμερα, απολαμβάνει το τώρα για πάντα και δεν τον φοβίζει ο θάνατος: «Όταν έρθει, δεν θα είμαι πια εδώ…». Μιλά για τη σχέση του με το αρχαίο δράμα, την σκηνοθετική του προσέγγιση και τις κατ’ επιλογή «συγγένειες» που καθορίζουν τη ζωή του. Προτιμά να σκέφτεται, αντί να αναρωτιέται και απεχθάνεται τη σοβαροφάνεια και τη δήθεν μοναχικότητα. Παραδέχεται, πως την είχε «ψωνίσει» στο παρελθόν, αλλά αυτό είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της ορμής της νιότης. «Αυτό  δικαιολογείται ως τα 29. Μετά τα 30, αν συνεχίσεις έτσι, έχεις πρόβλημα».

Μπορεί να μπήκε στα σπίτια μας με το ιδιαίτερα επιτυχημένο σίριαλ  Η ζωή που δεν έζησα συμπρωταγωνιστώντας με την Ταμίλα Κουλίεβα και με μια σειρά από τηλεοπτικές δουλειές με τελευταία το Νησί, να φλερτάρει με τη μεγάλη οθόνη (Απόντες, Δεκαπενταύγουστος, Από την άκρη της πόλης κ.α.), αλλά η πορεία του ξεκίνησε από νωρίς στο μεγάλο σχολείο που λέγεται Θέατρο Τέχνης, δίπλα σε μεγάλους δασκάλους. Το θέατρο από παιδί τον τράβηξε σαν μαγνήτης και έγινε ένας στόχος ζωής που συνεχώς ανανεώνεται και ανατροφοδοτείται, περνώντας, εδώ και περίπου δύο δεκαετίες,  και στον ρόλο του σκηνοθέτη και παραγωγού (παραστασάς). Δούλεψε κι όπως δηλώνει, έμαθε πολλά, συνεργαζόμενος με τον Λευτέρη Βογιατζή, όπως και με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, τον οποίο θαυμάζει για τον τρόπο σκέψης και διδασκαλίας, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους.

Ως τις 29 Απριλίου, το κοινό της Θεσσαλονίκης έχει την ευκαιρία να τον παρακολουθήσει στη σκηνή του Αριστοτέλειον, μαζί με τους Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, Νίκο Ψαρά και Προμηθέα Αλειφερόπουλο, στη μεγάλη επιτυχία του χειμώνα, Ο Φάρος του Κόνορ Μακφερσον, ενώ ετοιμάζει την Αντιγόνη του Σοφοκλή, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα, που θα παρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Αθηνών (Ηρώδειο), αλλά και στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο Κήπου 5,6 και 7 Ιουλίου, στο πλαίσιο της πανελλαδικής της περιοδείας, γεννώντας μεγάλες προσδοκίες, μετά την επιτυχία με την  Ιφινένειας εν Αυλίδι του Ευριπίδη, την περασμένη χρονιά. Έτσι σήμερα, έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε λεπτομέρειες για αυτή την παράσταση, στην οποία συμπρωταγωνιστεί (ως Κρέοντας), με την Αθηνά Μαξίμου (Αντιγόνη) και τον Μιχάλη Σαράντη (Αίμωνας, Σκοπός και Ισμήνη), με τον Χορό, σε ρόλο αφηγητή. Ένα έργο-σύμβολο της αντίστασης στην εξουσία, όπου και πάλι συν-σκηνοθετεί με τον Μανώλη Δούνια.

Στον Φάρο, ένα έργο με απίστευτο χιούμορ και αριστοτεχνικά δομημένες δραματικές εξάρσεις που κλιμακώνουν το ενδιαφέρον, δημιουργώντας εύστοχα την ατμόσφαιρα ενός ψυχολογικού θρίλερ, παρακολουθούμε μια παρέα φίλων που παρά τις ιδιαιτερότητες  και τις ακραίες συμπεριφορές, τις συγκρούσεις και τις αντιπαραθέσεις τους, αλληλοστηρίζονται,  ξεπερνώντας κάθε δυσκολία στον μικρόκοσμό τους. Αποδέχονται ο ένας τον άλλο, έχοντας έναν δικό τους κώδικα επικοινωνίας και η μακροχρόνια φιλία τους είναι καταλυτική. Κι αυτός (Αιμίλιος Χειλάκης) εμφανίζεται ως ένας άγνωστος επισκέπτης. Είναι η συνείδηση; Ο θάνατος; Ο διάβολος; Η πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό που κατοικεί μέσα μας; Μετάνοια; Συγχώρεση; Παίζει με το μυαλό και ξυπνά εφιάλτες. Ένας ψυχοπομπός που μιλά για κόλαση και παράδεισο…

«Είναι κόλαση να είσαι μόνος, ενώ μπορείς να ζήσεις παραδεισένιες στιγμές με άλλους. Αυτό για μένα ισχύει και στην προσωπική και στην καλλιτεχνική-επαγγελματική μου ζωή. Αν δεν κοιτάξεις πίσω, ποιος είσαι, τι θες να γίνεις, δεν θα καταλάβεις το καλό και το κακό που συνυπάρχουν μέσα σου και είναι συστατικά της ύπαρξής σου, που θα σε οδηγήσουν στην κατανόηση του εαυτού σου και στο να τον συγχαρείς για κάθε επίτευξη, να χαρείς την κάθε στιγμή και να την μοιραστείς, θέτοντας νέους στόχους, ζώντας το τώρα για πάντα, ποιο το νόημα; Να λες ευχαριστώ σε κάθε τι που υπάρχει γύρω σου, γιατί σου κάνει τη ζωή πιο όμορφη, σε δυναμώνει. Είτε είναι ένα λουλούδι, είτε ένα τραγούδι κλπ. Ποιος ο λόγος να απολαμβάνεις κάτι όμορφο π.χ. μια θέα, να συλλογίζεσαι μόνος σου και να μην προσκαλείς κι άλλους, ως συνομιλητές και συνοδοιπόρους; (Αυτό με κάνει να προτιμώ και τις ομαδικές δουλειές) Να αναρωτιέσαι πόσο πιο κοντά μπορείς να είσαι με τους άλλους και, αλήθεια, πόσο δύσκολο είναι για τους ανθρώπους να λένε σ’ αγαπώ, ευχαριστώ και συγνώμη, σε κάθε έκφανση της ζωής τους; Υιοθετώντας αυτή την αντίληψη αισθάνομαι πλήρης και άφοβος μπροστά στον θάνατο. Όχι δεν με φοβίζει ο θάνατος. Όταν έρθει, δεν θα είμαι πλέον εδώ. Θα έχω «φύγει».

Με την Αθηνά (Μαξίμου) έχουμε υποσχεθεί ο ένας στον άλλο, να κρατήσουμε τη σχέση μας ζωντανή, το πάθος άσβεστο, εφευρίσκοντας τρόπους κι όχι μόνο με λόγια, αλλά με πράξεις που θα εμπεριέχουν ακριβώς αυτό. Τον σεβασμό, τον θαυμασμό και το ενδιαφέρον. Ο ετεροπροσδιοριμός και το εγώ είναι δύο κακοποιημένες έννοιες, αφού η ισορροπία μεταξύ τους είναι το ζητούμενο. Ο ετεροπροσδιορισμός, το να βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από την άποψη των άλλων, αλλά και τις προσδοκίες τους από εμάς. Το Εγώ συνδέεται με τον κακώς εννούμενο εγωισμό, όταν μπορεί να είναι η κινητήριος δύναμη να γίνουμε κάτι ή κάποιοι που εμείς θα σεβόμαστε (αυτοπροσδιοριμός). Κάθε είδους υγιής ανθρώπινη σχέση προϋποθέτει αυτοσεβασμό και συνήθως, οι περισσότεροι ξεχνούν πως εκτός από δικαιώματα, υπάρχουν και υποχρεώσεις.

Κάθε Δευτέρα, από το ‘86 ως σήμερα, συναντιέμαι με την παρέα των φίλων μου από το λύκειο, στο ίδιο μπιλιαρδάδικο που παίζαμε ως έφηβοι. Παίζουμε χειρότερα από τότε, αλλά απολαμβάνουμε περισσότερο τον χρόνο μεταξύ μας, πίνοντας μπύρες. Είναι σαν ένεση αιώνιας νεότητας και ανεμελιάς. Μια ανανεωτική παρένθεση που μας θυμίζει ποιοι ήμασταν και αν και κοντεύουμε τα πενήντα, ξαναγινόμαστε  έφηβοι για λίγες ώρες. Κάθε φορά κοιταζόμαστε, επικοινωνούμε με ειλικρινές ενδιαφέρον και συνεχίζουμε την πορεία μας στον «έξω κόσμο», μέχρι την επόμενη συνάντηση. Είμαστε κατ’ επιλογή- εξ αγχιστείας «συγγενείς».

Τους φίλους τους επιλέγουμε τους συγγενείς όχι. Τι είναι το συγγενές; Γύρω από αυτό το ερώτημα κινούμαστε φέτος στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, σε μετάφραση του σπουδαίου ποιητή Γιώργου Μπλάνα, η οποία θα ταξιδέψει αυτό το καλοκαίρι την Ελλάδα. Το γένος και η καταβύθιση στο προσωπικό πιστεύω. Η Αντιγόνη αναρωτιέται απεγνωσμένη  πως, αν χάσεις άντρα βρίσκεις άλλον, αλλά γίνεται βρεις άλλον αδερφό, αν έχουν πεθάνει οι γονείς σου; Η σύγκρουση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, στο θετό και το φυσικό, τον νόμο και το θεϊκό δίκιο, όπου η απόφαση της να θάψει τον νεκρό αδερφό της Πολυνείκη, σύμφωνα με τις επιταγές των θεών και τα πιστεύω της, συγκρούεται με την απαγόρευση του άρχοντα του κράτους Κρέοντα. Η συμβουλή που απορρίπτει δημόσια, είναι η φωνή της λογικής, η δεύτερη σκέψη που επανέρχεται αργότερα και όπως η φωνή του φίλου που μας νουθετεί μπροστά στα διλήμματά μας. Οι φίλοι δεν επιβάλουν, συμβουλεύουν και γιατρεύουν το μυαλό. Η τελική απόφαση είναι δική μας. Και η Αντιγόνη βρίσκεται μπροστά στη συνέπεια της τραγικής της επιλογής «Τώρα θα πεθάνω;» αναφωνεί συνειδητοποιώντας το τέλος που έρχεται, σε μια στιγμή που η απόγνωση συνυπάρχει με την αποδοχή.

Είναι σημαντικό, πως και σε αυτή την παράσταση είμαι με αυτούς τους αξιόλογους «συγγενείς». Αυτή η «συγγένεια», όμως, δεν μας κάνει υποχωρητικούς  και συμβατικούς μεταξύ μας. Δεν χαρίζεται κανείς σε κανέναν. Δεν επαναπαυόμαστε και δεν αποφεύγουμε να ξεβολευτούμε. Το ότι ο Μανώλης Δούνιας είναι και δραματολόγος είναι πολύτιμο για τη σωστή ανάγνωση του έργου που θα καθορίσει και την καθαρή σκηνοθετική μας γραμμή. Γιατί αυτή είναι καθοριστική για την «ενορχήστρωση» κάθε παράστασης, αποτελώντας τον άξονα στον οποίο θα κινηθούν οι ηθοποιοί και όλοι οι συντελεστές. Είμαι εκεί, πάντα με υπομονή, να ακούσω, δείξω και να εξηγήσω κάθε τι, φίλος με τους ηθοποιούς, γιατί πάνω από όλα, ο στόχος είναι να γίνει η παράσταση και να γίνει με τη γραμμή που χαράχθηκε. Να πούμε την ιστορία, όπως σχεδιάστηκε.

Δεν παύω ποτέ να εξελίσσω κάθε ρόλο. Να ψάχνω μέσα μου και να ζω κάθε παράσταση, σαν μια νέα πρόκληση να πάω παραπέρα. Στον Φάρο ήταν φορές που με τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο περάσαμε στην άλλη όχθη και τρομάξαμε. Κι εκεί που ενθουσιασμένοι λέγαμε, πως είναι μοναδικό και να το ξανακάνουμε την άλλη φορά, είπα πως αυτό δεν γίνεται. Δεν υπάρχει επανάληψη. Είμαστε ευγνώμονες γι αυτό που συνέβη και οφείλουμε να είμαστε παρόντες με όλα μας τα αντανακλαστικά, να συναντηθούμε σε βαθύτερο σημείο κάθε φορά. Ακόμη και το κοστούμι που φοράω στη σκηνή, ζήτησα να είναι από ελαστικό ύφασμα, εξασφαλίζοντας άνεση κινήσεων και τη δυνατότητα να αυτοσχεδιάσω, ανά πάσα στιγμή,  χωρίς περιορισμούς. Απολαμβάνω πραγματικά την σκηνική συνύπαρξη με αυτή την ομάδα ηθοποιών. Όλοι ανήκουμε σε μια χορτασμένη γενιά, με άποψη και βάθος που δουλεύει ακούραστα, χωρίς εκπτώσεις».

Έχοντας υπηρετήσει και  σαιξπηρικά έργα, πόσο επηρεασμένα είναι από την αρχαιοελληνική δραματουργία ( κάτι που συχνά διατυπώνεται);

« Ο Σαίξπηρ, όπως μετέπειτα και άλλοι μεγάλοι συγγραφείς και δραματουργοί, έχει σαφώς επηρεαστεί από τα κείμενα των Ελλήνων τραγωδών. Το αρχαίο δράμα όμως, διέπεται από ένα δικό του τελετουργικό. Τρεις υποκριτές (άντρες) παίζουν όλους τους ρόλους και επίσης, ο Χορός είναι μπροστά. Οι πολίτες είναι παρόντες, όταν οι βασιλιάδες πονούν, όταν οι βασιλιάδες κλαίνε. Συμπάσχουν, παίρνουν θέση, έχουν δημόσιο λόγο, αλλά και αφηγούνται.

Αγαπημένος μου συγγραφέας είναι ο Μολιέρος, για την διεισδυτική του ματιά στην αστική τάξη και την αξεπέραστη διακωμώδηση της. Έργα όπως π.χ. ο Δον Ζουάν και ο Ταρτούφος είναι μοναδικά, αν και ο περισσότερος κόσμος τον γνωρίζει στην Ελλάδα από κακές προσεγγίσεις του Αρχοντοχωριάτη. Κάτι ανάλογο με τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα του Σαίξπηρ και την εμμονή να φωτίζεται η ευαίσθητη πνευματική πλευρά των ηρώων, ενώ το θέμα είναι η νεανική ορμή. Το αίμα που βράζει, καθώς καλπάζουν οι ορμόνες της νεότητας. Για μένα για να κατανοήσεις  αυτό το έργο, στην πραγματική του διάσταση, πρέπει να έχεις διαβάσει πρώτα το Βέλντα- Το Ξύπνημα της άνοιξης. Αγνοείται εσκεμμένα ο παγανισμός που υπάρχει στο DNA μας, ως κυτταρική μνήμη. Η ευχαρίστηση και ευχαριστία για ότι συμβαίνει».

 

Πολλοί καλλιτέχνες δηλώνουν, πως η δημόσια πολιτική τους τοποθέτηση, τους στοίχησε καλλιτεχνικά και για τον λόγο αυτό, έχουν πάψει να εκφράζονται δημοσίως.

«Κάνω πολιτική μέσα από τις παραστάσεις μου. Υπενθυμίζω τις μεγάλες ιστορίες που μιλούν για εμάς του πολίτες.  Η τέχνη είναι εργαλείο της δημοκρατίας. Είναι πολιτική θέση, η αφύπνιση του πολίτη και της κοινωνίας. Το αν κάποιοι θέλουν, να ανεβάζουν παραστάσεις «φιλελεύθερης» αγοράς, δικαίωμά τους. Ως καλλιτέχνες, οφείλουμε να είμαστε απέναντι σε κάθε εξουσία, όποια κι αν είναι αυτή. Να την ελέγχουμε. Μεγάλες ιδέες με βάση και επιχειρήματα να αντικρούσουν τις επιπόλαιες πράξεις, με στόχο απευθυνόμενοι στο πλήθος, να υπάρξουν κάποιοι που θα αντιληφθούν την πρόθεση».

@Μαρία Μαυρίδου

 

Ο Μιχάλης Σαράντης μας μιλάει για τους ρόλους του στην “Αντιγόνη” του Αιμίλιου Χειλάκη!

Αντιγόνη του Σοφοκλή: Η σύγκρουση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, στον νόμο και το θεϊκό δίκιο.

 

Καλοκαίρι 2018: «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη – Μανώλη Δούνια