ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Με γοητεύουν τα συλλογικού περιεχομένου πειράματα με ουσία

Διαθέτει αδιαμφισβήτητα ένα εξαιρετικό ταλέντο και αυτό τον έχει κάνει να ξεχωρίζει, ως ένας από τους πλέον ταλαντούχους ηθοποιούς της νέας γενιάς. Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου αποφεύγει να εξαργυρώσει την αναγνωρισιμότητα που του προσφέρουν οι επιτυχημένες κινηματογραφικές του εμφανίσεις, σε ταινίες καταξιωμένων σκηνοθετών, υιοθετώντας τον τίτλο του ζεν πρεμιέ, γοητευμένος από τα φώτα της δημοσιότητας, στα οποία αποφεύγει την άσκοπη και υπερβολική έκθεση, αν και ο φακός τον λατρεύει. Πρωταγωνιστεί, στη νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη και της Ιωάννας Καρυστιάνη, Το τελευταίο σημείωμα, η οποία προβάλλεται από τις 26 Οκτωβρίου στους κινηματογράφους. Θα τον δούμε να παρουσιάζει την τελετή λήξης του 58ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αποδεχόμενος την πρόσκληση του Ορέστη Ανδρεαδάκη και ενδιάμεσα στο φορτωμένο του πρόγραμμα, λόγω της προετοιμασίας της απαιτητικής παράστασης MOTH, στο Black Box, του Ι. Μ. Κακογιάννης, είχα τη χαρά να συζητήσουμε επί παντός. Ένας καλλιτέχνης με άποψη για την τέχνη, ο οποίος τρέφεται από την αέναη διερεύνηση των ορίων, πιστός στο προσωπικό του καλλιτεχνικό όραμα. Μιλά για το θέατρο που αγαπά και τον κινηματογράφο που θαυμάζει. Μια διαδρομή από τον Λευτέρη Βογιατζή ως τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο, από το OMMA studio ως το Reservoir Dogs και την Έντα Γκάμπλερ.

«Mια ιδέα που είχαμε, το καλοκαίρι του 2016, με τον Τζώρτζη Κόντο, ήταν αφορμή για την έναρξη μιας σειράς κινηματογραφικών γυρισμάτων σε διάφορες τοποθεσίες της Χαλκιδικής. Για τρεις μέρες η κάμερα ακολουθούσε και κατέγραφε,  θα μπορούσαμε να πούμε, τις μεταμορφώσεις  ενός ανθρώπου, που όμως δεν γνωρίζει, πως στην πραγματικότητα είναι νυχτοπεταλούδα  (moth). Μια κατάδυση σε εσωτερικούς κόσμους γεμάτη αλληγορίες, αποκαλύψεις και μεταβάσεις, με πλήρη απουσία λόγου, βασισμένη στην εικόνα, όπως αυτή αποτυπώνεται  μέσα από τη σωματικότητα των αυτοσχεδιασμών του ήρωα τον οποίο υποδύομαι. Καταλήξαμε, μετά το μοντάρισμα, να έχουμε στα χέρια μας υλικό, που όμως δεν είχαμε αποφασίσει, ποια θα είναι η τελική του μορφή, ούτε πως και αν θα το χρησιμοποιήσουμε στη συνέχεια, αφού ο αρχικός στόχος ήταν απλά η υλοποίηση μιας σκέψης και μόνο. Έτσι, έμεινε για κάποιο διάστημα «ανενεργό».

Η πρόταση που δέχτηκα, την περασμένη άνοιξη, από τον Χρήστο Παρίδη καλλιτεχνικό διευθυντή του Black Box, του  Ι.Μ. Κακογιάννη, να παρουσιάσω μια παράσταση πάνω στη θεματική «Ενηλικίωση»: του ατόμου, της κοινωνίας, της  χώρας που ζούμε, της μετάβασης σε αυτή και της αναζήτησης ταυτότητας, με έκανε να ανατρέξω σ’ αυτή τη δουλειά. Βάζοντάς με, μαζί με τους συνεργάτες μου, σε μια ακόμη πιο δημιουργική, πολύπλοκη και κουραστική διαδικασία, αφού αυτός ο πειραματισμός επί της οθόνης, έπρεπε να συνδυαστεί με μια σκηνική performance, πάντα με απουσία λόγου και συνεχείς, αυτοσχεδιασμούς.

Δύο παράλληλες «δράσεις» που θα εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια του θεατή, ατέλειωτοι αυτοσχεδιασμοί, σαν  πείραμα που δεν τελειώνει ποτέ και μια παράσταση που αφού βρει τους σταθερούς κεντρικούς της άξονες, θα μεταλλάσσεται σε κάτι διαφορετικό, κάθε φορά που θα παρουσιάζεται (από 4 Δεκεμβρίου ως 2 Ιανουαρίου, στο Black Box). Θα είναι η ίδια και συνάμα άλλη. Μπορεί ο τίτλος της, MOTH, να σημαίνει νυχτοπεταλούδα, αλλά συμβολίζει τη μετάλλαξη, τη μετάβαση (από χρυσαλλίδα σε πεταλούδα) και ταυτόχρονα, έτσι όπως τη βλέπω να εξελίσσεται στις πρόβες, μπορεί να είναι πλέον το όνομα του ήρωα, αφού έχει αναπτύξει τη δική της  δυναμική στην πορεία και όλα τα άλλα να έπονται.

Με γοητεύουν τα συλλογικού περιεχομένου πειράματα με ουσία. Δεν είμαι από αυτούς  που κάνουν το πείραμα για το πείραμα, χωρίς να έχουν στόχο να φτάσουν κάπου. Η προετοιμασία αυτής της παράστασης έχει δύο διαφορετικά πεδία. Περιλαμβάνει τη συνεργασία με τον Τζώρτζη και τον Κωστή Κόντο, αλλά και τη Ελεάνα Θαλασσούδη, τους ανθρώπους δηλαδή που μαζί τους συζητώ τα θέματα που αφορούν το τεχνικό, κινηματογραφικό, ενδυματολογικό και σκηνογραφικό κομμάτι (sound design, μοντάζ κλπ) και παράλληλα τις συναντήσεις μου με τη Βίκυ Παναγιωτάκη.

Με τη Βίκυ δουλεύουμε το κομμάτι της σωματικής σκηνικής δράσης που θα εκτυλίσσεται παράλληλα με την προβολή ανακαλύπτοντας τους εσωτερικούς μηχανισμούς, στους οποίους θα βασιστεί αυτή η «αφήγηση», η οποία με τον καιρό γίνεται μια συμπαγής ιστορία, ανοιχτή σε «μεταλλάξεις» και πειραματισμούς. Το σώμα που βλέπει ο θεατής στην οθόνη, αποκτά  οντότητα, η οποία κουβαλά την ιστορία που παίρνει σάρκα και οστά επί σκηνής. Λίγο πριν την τελική παρουσίαση όλοι οι συντελεστές θα συναντηθούμε για να δούμε το αποτέλεσμα αυτής της συνένωσης και είναι σχεδόν βέβαιο, πως μέχρι και την τελευταία στιγμή θα προκύπτουν νέες προεκτάσεις».

Όλο αυτό που περιγράφεις  με παραπέμπει στην «ΕΡΓΑΣΙΑ ΒΑΚΧΕΣ». Τη θεατρική performance που η προσέγγιση και η αισθητική της από μέρους σου είχε εντυπωσιάσει, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. Πόσο εύκολο είναι να υλοποιείς μη συμβατικά project, σε τέτοιους καιρούς;

«Πράγματι, με τον ίδιο τρόπο δούλεψα και στις Βάκχες, την παράσταση που ίσως με καθόρισε. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση είχα στη διάθεσή μου και αυτό το φανταστικό κείμενο, ενός έργου που αγαπώ βαθιά. Ενώ τώρα, στο MOTH, όλα είναι αφηρημένα και ανοιχτά σε προσεγγίσεις και ερμηνείες και αυτό είναι παγίδα, που μπορεί να σε παρασύρει σε ένα κυνήγι χωρίς τέλος και όρια. Αυτό το κάνει κοπιαστικό, τρελό αλλά και ελκυστικό. «Ματώνουμε» καθημερινά με τη Βίκυ, ανακαλύπτοντας νέους κώδικες που θα ξεκλειδώσουν αυτό το ον. Ρισκάρεις να χάσεις το μέτρο, σε μια διαδικασία με λεπτές ισορροπίες και συνεχείς αποκαλύψεις κι αυτό είναι μια συναρπαστική πρόκληση.

Στην Ελλάδα, μια χώρα που η τέχνη είναι ακριβό σπορ ως ουτοπία,  όσον αφορά την οικονομική υποστήριξη, και λόγω μεγέθους και λόγω κρίσης, κακά τα ψέματα ο κινηματογράφος μου εξασφαλίζει το στοιχειώδες budget για παραγωγές που αντανακλούν και αντιπροσωπεύουν το καλλιτεχνικό μου όραμα. Ξέροντας, πως τις μέρες μας αυτό θεωρείται πολυτέλεια, αισθάνομαι τυχερός».

Τολμηρή ακούγεται και η θεατρική μεταφορά της θρυλικής ταινίας του Κ. Ταραντίνο «Reservoir Dogs” τον ερχόμενο Ιανουάριο, στο Σύγχρονο Θέατρο, όπου σε συναντούμε στον ρόλο του Ξανθού, ενός αδίστακτου εκτελεστή.

«Η μεταφορά στη θεατρική σκηνή, μιας γνωστής επιτυχημένης ταινίας όπως το Reservoir Dogs του Ταραντίνο, από έναν νέο Θεσσαλονικιό σκηνοθέτη, όπως ο Τριαντάφυλλος Δελής, εμπεριέχει μεγάλο ρίσκο και ταυτόχρονα το κάνει κάτι παραπάνω από ενδιαφέρον. Μου μίλησε γι αυτόν ο συνεργάτης μου στις Βάκχες  (Παυλίδης) και η συνύπαρξή μου με συντελεστές, όπως ο Λίτσης και ο Κίμωνας  Κουρής, τους οποίους εκτιμώ με κάνει να γουστάρω ακόμη περισσότερο. Έτσι, όλοι μας έχουμε μπει σ αυτό το εγχείρημα, με μεγάλο ενθουσιασμό και φυσικά, τις καλύτερες προθέσεις.

Θεατρικά θα συνεργαστώ και με την Άντζελα Μπρούσκου, αυτή τη γυναίκα που όχι μόνο η δουλειά της, αλλά κι ο πλούσιος λόγος της  δηλώνουν πως είναι ένας άνθρωπος και καλλιτέχνης, που έρχεται από κάπου. Ένας άνθρωπος με βάθος και ξεχωριστή, οντότητα. Και την ευχαριστώ, όχι μόνο για την πρόταση να συνεργαστούμε στην Έντα Γκάμπλερ, αυτό το αριστουργηματικά γραμμένο έργο, αλλά και γιατί άκουσε και δέχθηκε την επιθυμία μου να μην υπηρετήσω τον ρόλο του Λέβμποργκ,  για τον οποίο με προόριζε. Θέλοντας να δοκιμαστώ σε έναν ακόμη διαφορετικό ρόλο, ζήτησα να υποδυθώ τον Τέσμαν, τον σύζυγο της Έντα. Τον άνθρωπο που η φλόγα του είναι κρυμμένη και υπόγεια. Τον άντρα που γνωρίζει και ελίσσεται στην κοινωνία γνωρίζοντας τα τερτίπια της και τους μηχανισμούς που θα τον βοηθήσουν να ανελλιχθεί να αποκτήσει χρήμα και δύναμη».

Θεωρείσαι κι όχι άδικα ένας από τους καλύτερους κινηματογραφικούς ηθοποιούς της γενιάς σου, δικαιώνοντας τις επιλογές καταξιωμένων σκηνοθετών. Είναι ακόμη νωπή η ανάμνηση της ερμηνείας σου στο «Ουζερί Τσιτσάνης» και τη «Μικρά Αγγλία» και «Το τελευταίο σημείωμα» που μόλις άρχισε να προβάλλεται έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον.

«Στον κινηματογράφο ίσως να μην είμαι τόσο τολμηρός. Ακολουθώ  και υπηρετώ το όραμα του σκηνοθέτη συμπνέοντας μαζί του.  Η διερεύνηση του χαρακτήρα που υποδύομαι  έχει άλλες παραμέτρους. «Το τελευταίο σημείωμα» είναι μια ταινία, στην οποία ο Παντελής Βούλγαρης και η  Ιωάννα Καρυστιάνη, φέροντας το βάρος της μέχρι τώρα διαδρομής τους και της ταυτότητάς τους, διηγούνται- απεικονίζουν κινηματογραφικά και μυθοπλαστικά μια περίοδο στη χώρα, με αφορμή ένα πραγματικό γεγονός. Την εκτέλεση από τους Γερμανούς κατακτητές 200 αγωνιστών την 1η Μαΐου 1944 στην Καισαριανή, ως αντίποινα για τη δράση της ελληνικής αντίστασης.

Αυτή τη φορά, το γεγονός και ο ρόλος ήταν  υπαρκτά και συγκεκριμένα.  Σίγουρα διερεύνησα το αντίστοιχο ιστορικό-πολιτικό πλαίσιο, αλλά προσέγγισα τον ρόλο και το έργο από καθαρά ανθρωποκεντρική σκοπιά. Η πρόκληση, αυτή τη φορά, ήταν να καταφέρω να αποδώσω έναν ρόλο σε μια ταινία που πολλοί περίμεναν στη γωνία, όντας ιδιαίτερα ευαίσθητοι, όσον αφορά στις ιστορικές αλήθειες της αριστεράς του παρελθόντος και δεν είναι υπερβολή αυτό που λέω. Σκέψου πως υπήρξαν αντιδράσεις του τύπου «Ήταν κομμουνιστές, όχι αντιστασιακοί» και άλλα παρόμοια,  πριν καν παρουσιαστεί η  ταινία. Επέλεξα να δω ακομμάτιστα όλους αυτούς τους ανθρώπους που, ακέραιοι ως το τέλος, θυσίασαν τη ζωή τους πιστεύοντας σε κάτι καλύτερο. Η αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου και η αυτοθυσία δεν χωρούν σε κομματικά όρια. Προσπερνώ τη διαμάχη και την αμφισβήτηση αν και γιατί ήταν ήρωες. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είπαν πάμε να γίνουμε ήρωες. Δεν ήταν αυτός ο σκοπός και η ανησυχία τους. Έμειναν  πιστοί σε μια ανώτερη πανανθρώπινη ιδέα αδιαφορώντας για το κόστος».

-Έχουν υπάρξει άνθρωποι που επηρέασαν τη ματιά σου στην τέχνη;

«Σαφώς, πήρα στοιχεία και γνώσεις, μέσα από τη συνεργασία μαζί τους, που συνδυασμένα με τις προσωπικές μου αναζητήσεις, αποδείχθηκαν χρήσιμες για την εξέλιξή μου. Ένας από αυτούς, ο Λευτέρης Βογιατζής. Θυμάμαι όταν είχα έναν μικρό ρόλο στον Αμφιτρίωνα πόσο αντιδραστικός και γκρινιάρης με όλους ήμουν, έχοντας νωπή τη μνήμη από το θάνατο του Θεόδωρου Αγγελόπουλου και γνωρίζοντας, πως και ο Λευτέρης Βογιατζής είναι άρρωστος. Μια αντίδραση στο άδικο του θανάτου τόσο μεγάλων ανθρώπων της τέχνης που μου φαινόταν δύσκολο κι επώδυνο να το παλέψω. Ο Βογιατζής ήταν εκεί να σε ακούσει, έτοιμος να επεξεργαστεί και να δώσει οδηγίες. Πήρα από αυτόν πολύτιμα «κλειδιά» που δεν έπαψα να χρησιμοποιώ».

-Διακρίνω μια ιδιαίτερη αδυναμία στον Θεόδωρο Αγγελόπουλο.

«Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος αποφάσισε και κατάφερε να  δημιουργήσει έναν δικό του κόσμο, στον οποίο η αλήθεια και το όραμά του βρήκαν χώρο και νόημα, χωρίς να κάνει εκπτώσεις  και τον θαύμαζα γι αυτό, πολύ πριν συνεργαστώ μαζί του. Όταν στα καμαρίνια του Εθνικού ήρθε και μου πρότεινε συνεργασία βλέποντας με στο «Γλυκό πουλί της νιότης», επηρεασμένος από την αδρεναλίνη της πρεμιέρας, δέχθηκα την πρόταση με φυσικότητα και χάρηκα, αλλά το βάρος και τη σημασία της τα συνειδητοποίησα ώρα αργότερα, σε δεύτερη σκέψη και σε κατάσταση ηρεμίας. Πέραν του φανταστικού σεναρίου, προσπαθούσε ακούραστα να προσεγγίσει με κάθε μέσο τον κάθε χαρακτήρα. Λόγω του ύφους των ταινιών του, πολλοί θεωρούν πως ήταν ένας αργός, βαρύς άνθρωπος, αλλά συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Ήταν αεικίνητος, παντού και πάντα, στο σετ στις πρόβες. Εκεί, ζωντανός, με αμέτρητο πάθος και πόθο για αυτό που έκανε με μια άσβεστη φλόγα να καίει μέσα του».

-Ποιούς άλλους σταθμούς ξεχωρίζεις, στην πορεία της καλλιτεχνικής σου αναζήτησης;

«Τα χρόνια της συνεργασίας με τον  Αντώνη Διαμαντή στο OMMA studio στο Ηράκλειο. Εκεί, ήρθα σε επαφή με το θέατρο που αγνοούσα. Το ιερό, τελετουργικό, σωματικό θέατρο, που είχε τις ρίζες του στις παγανιστικές τελετές προηγούμενων αιώνων και χιλιετηρίδων. Η προσευχή ως διαδικασία και έννοια. Η προσευχή ως διαδικασία πίστης και άσκηση, ως κάτι ιερό, η οποία με τη θεατρική της υπόσταση έπαψε με βίαιο τρόπο να υφίσταται, με την έλευση του χριστιανισμού και την παρέμβαση του Δυτικού πολιτισμού. Το θέατρο αποκόπηκε από τις ρίζες του χάνοντας την ταυτότητά του, την οποία ακόμη αναζητά, έχοντας  χάσει το νήμα της επαφής. Αλλά τη συναντούμε αναλλοίωτη,  στην Ανατολή, όπου διατηρείται σε βάθος 5-6.000 χρόνων.

Παρατηρώ, πως το θέατρο γίνεται όσο πάει περισσότερο εγκεφαλικό. Λέγοντας αυτό, δεν θέλω να παρεξηγηθώ δίνοντας βάρος μόνο στο σώμα. Σίγουρα πρέπει να έχεις συναίσθηση των πρακτικών πτυχών κάθε έργου και ρόλου, αλλά αυτό μου φαίνεται αδιανόητο να γίνει, χωρίς να στύψω ξανά και ξανά κάθε τι, χωρίς να βουτήξω στα βαθιά νερά του άγνωστου, εξερευνώντας και δημιουργώντας μια νέα συνθήκη».

Περιμένοντας πάντα τη νέα πρόκληση, στην οποία θα ανταποκριθεί, εμείς θα παρακολουθούμε την εξέλιξή του, στη θεατρική σκηνή και τη μεγάλη οθόνη…

 

ΜΟΤΗ

Από 4 Δεκεμβρίου ως 2 Ιανουαρίου

http://www.mcf.gr/el/whats_on/?ev=moth_andreas_konstantinou

ΗΜΕΡΕΣ & ΩΡΕΣ
Δευτέρα 04/12, 21:00
Τρίτη 05/12, 21:00
Παρασκευή 08/12, 21:00
Σάββατο 09/12, 21:00
Κυριακή 10/12, 21:00
Δευτέρα 11/12, 21:00
Τρίτη 12/12, 21:00
Παρασκευή 15/12, 21:00
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ
Τιμές εισιτηρίων:
Γενική είσοδος: Ενιαία τιμή 10€

Black Box