Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος: Η Άνδρος, ο Αριστοφάνης και η απάντηση στην ανανέωση της θητείας του στο Φεστιβάλ

«Η Άνδρος είναι, εδώ και αρκετά χρόνια, ο τόπος που απολαμβάνω τα καλοκαίρια. Σε ένα σπίτι που βρίσκεται στην απόλυτη ερημιά, με θέα το απέραντο γαλάζιο, όπου απλώνεις το χέρι και νομίζεις πως θα πιάσεις τη Γιάρο, τη Σύρο, και στην άκρη την Αττική. Με καθαρή ατμόσφαιρα βλέπεις 11 κυκλαδίτικα νησιά να κοσμούν τη θάλασσα και τα ηλιοβασιλέματα είναι μαγευτικά. Ότι και να κάνω, φροντίζω την ώρα του ηλιοβασιλέματος να βρίσκομαι εκεί και να βυθίζομαι σε αυτή τη μαγεία, απολαμβάνοντας όσο τίποτα αυτό το ανεκτίμητο μισάωρο της μέρας. Ο 30χρονος γιος μου, Μίλτος, έκανε το πρώτο του παιδί στα 24 και το δεύτερο στα 25- κι  έχοντας  δύο εγγόνια  ολοκληρώνεται η ευτυχία μου. Εκεί λοιπόν, μαζί τους, έχω όλα όσα με κάνουν να νιώθω ήρεμος, γεμάτος και ευτυχής και χαίρομαι την καλή σχέση που έχουμε μεταξύ μας και τον χρόνο που μοιραζόμαστε.

Αγαπώ τα παιδιά απεριόριστα και μ’ αρέσει να ασχολούμαι μαζί τους . Και σαν πατέρας φρόντιζα να περνάω χρόνο με τον γιο μου. Ακόμη και σ’ ένα παιδί  που συναντάς στο δρόμο, ο τρόπος που σε κοιτάζει, που χαμογελά, ακόμη και που βουρκώνει από κάτι που το φόβισε έχει μια καθαρότητα. Φέρει το υγιές, την άδολη περιέργεια και είναι μεγάλο σχολείο, αφού λειτουργεί  ως καθρέφτης, που σου δείχνει,  το πώς να «χαλάσεις» λιγότερο. Γιατί, στην πορεία της ενήλικης ζωής σου, έχεις αφήσει  πίσω όλα αυτά τα όμορφα που είχες και συ κάποτε στην ηλικία του. Κι αυτό σε κάνει να δεις ξανά μέσα σου. Να δεις τι «χάλασε» και σε ποιο βαθμό μπορείς, αν όχι να το βελτιώσεις να το χαλάσεις λιγότερο. Από την άλλη, τα παιδιά σε μαθαίνουν, πως μπορείς να μην τα «χαλάσεις» εσύ. Δεν πιστεύω στο κακό DNA, την κακιά φύτρα. Τα παιδιά έχουν ανάγκη από ένα υγιές περιβάλλον και  γονείς που τα αγαπούν και θα είναι, εκεί,  κολώνες στη ζωής τους. Από αυτούς θα μάθουν το καλό και το κακό, από αυτούς θα μάθουν ότι το κακό δεν είναι καλό και αντίστροφα»

Η συζήτηση με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο έχει ξεκινήσει με ωραίες εικόνες, γεμάτες συναισθήματα και όμορφες σκέψεις. Λίγο πριν ανηφορίσει για τα Γιάννενα, για τη γενική πρόβα και την πρεμιέρα 13 & 14 Ιουλίου, στο Αρχαίο Θέατρο της Δωδώνης, της παράστασης Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη,  την  οποία σκηνοθετεί. Μια συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Επιδαύρου και του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης και της εταιρείας “Τεχνηχώρος”, η οποία πλαισιώνεται από μια dream team συντελεστών, όπως οι: Μάκης Παπαδημητρίου, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Γιώργος Χρυσοστόμου, Γιώργος Παπαγεωργίου, Ελένη Ουζουνίδου, Νάντια Κοντογεώργη, Ανδρη Θεοδότο, Μαρία Κατσανδρή και μουσική του Νίκου Κυπουργού. Ανοίγει έτσι, το πρόγραμμα παραστάσεων του 2ου Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος Δωδώνης, ενώ στο πλαίσιο της πανελλαδικής της περιοδείας, θα παρουσιαστεί 16 & 17 Ιουλίου στο Θέατρο Δάσους στη Θεσσαλονίκη και  27 & 28 Ιουλίου στην Επίδαυρο. (αναλυτικό πρόγραμμα και πληροφορίες της παράστασης στο τέλος του άρθρου)

Ηθοποιός, σκηνοθέτης, ιδρυτής του Θεάτρου του Νέου Κόσμου -τα ηνία του οποίου πήρε, λίγο πριν συμπληρώσει 20 χρόνια επιτυχημένης παρουσίας, ο γιος του Μίλτος-  και καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Χωρίς περιστροφές, μιλά για όλα όσα τον γοητεύουν, τον ενοχλούν ή τον προβληματίζουν.  Τον Αριστοφάνη και την αναγωγή των αρχαίων έργων στο σήμερα. Τα κείμενα που τον συγκίνησαν. Τον τρόπο που δουλεύει. Την  ελληνική ταυτότητα που τον καθορίζει. Τη σύνδεσή του με την κοινωνία. Το όραμά του και την ελληνική πραγματικότητα, μέσα από τη ματιά του ως άνθρωπος, καλλιτέχνης, σκηνοθέτης, πολιτικό κι όχι κομματικό ον –όπως διευκρινίζει- , αλλά και μέσα από τον θεσμικό του ρόλο που έγινε αφορμή κρίσεων, επικρίσεων, επιθέσεων στο πρόσωπό του, προκαλώντας  αντικρουόμενα συναισθήματα και διλήμματα που τον πείσμωσαν. «…Δύο  χρόνια και τρεις μήνες… Μετρώ τις μέρες σαν φαντάρος…», μου λέει, αφού ολοκληρώνει τον Απρίλιο του 2019 την τριετή θητεία του. Παρ’ όλα αυτά, θα απαντούσε θετικά, σε πρόταση ανανέωσής  της; Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σε μια συνέντευξη εφ όλης της ύλης.

Αλήθεια στο ειδυλλιακό  τοπίο της Άνδρου που μόλις περιγράψατε, ποιο είναι το βιβλίο που θα θέλατε να έχετε μαζί σας ή ποιο βιβλίο θεωρείτε ότι σας μετακίνησε, σας επηρέασε;

«Η ανάγνωση βιβλίων αποτελεί μέρος της  δουλειάς μου όλα αυτά τα χρόνια. Για κάθε παράσταση που ανεβάζω, μελετώ πλήθος βιβλίων προκειμένου να πολιορκήσω την εποχή, το πλαίσιο και το βάθος κάθε έργου. Αποτέλεσμα αυτού, τουλάχιστον 100 βιβλία τα τελευταία 2 χρόνια. Έτσι, θα απαντήσω στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης.

Ξέρετε, ως νέος ηθοποιός, ανάμεσα στις διάφορες δουλειές -όπως σερβιτόρος κλπ- που έκανα, είχα την τύχη για δύο χρόνια να εργαστώ στον εκδοτικό οίκο Κέδρος. Εκεί είχα την τύχη να συναντώ μεγάλες μορφές της ελληνικής λογοτεχνίας και ποίησης. Ρίτσος, Βάρναλης, Λειβαδίτης, Καβαδίας, την πρωτοεμφανιζόμενη Μάρω Δούκα, τον εξαίρετο ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη και τόσους άλλους που ερχόταν και πίναν εκεί το ουζάκι τους, όπως συνηθιζόταν εκείνη  την εποχή, κι εγώ φρόντιζα να τους εξυπηρετώ. Τότε, ήρθε στα χέρια μου ο Κοινός Λόγος της Έλλης Παπαδημητρίου. Διαβάζοντάς το, είδα κατάματα τη χαρά και τον πόνο, σ’ ένα περιβάλλον που λέγεται Ελλάδα και μπορεί να είναι και όμορφη και άγρια, μέσα από την καταγραφή αληθινών ιστοριών γυναικών που έζησαν τη Μικρασιατική καταστροφή, τον πόλεμο, τον εμφύλιο.

Ανακάλυψα  την ιδιαίτερη δυναμική του  θεάτρου μέσα από την αφήγηση, όπου ο καταγεγραμμένος προφορικός  λόγος, μετουσιώνεται σε θεατρικό. Με ενθουσίασε η ιδέα και, χωρίς δεύτερη σκέψη, άρχισα να το μελετώ. Να το δουλεύω ως θεατρική αφήγηση που έγινε  πράξη με φοιτητές στην φοιτητική εστία του πανεπιστημίου. Αποτελώντας  αργότερα την πρώτη μας παράσταση με ηθοποιούς στην αυλή του,  υπό κατασκευή ακόμη, Θεάτρου του Νέου Κόσμου.

Εκεί, δίπλα σε εναπομείναντα παράσπιτα κι ένα πηγάδι, πέντε γυναίκες αφηγούνταν τις ιστορίες τους. Εκεί, τότε, μέσα από αυτά τα συγκλονιστικά κείμενα, αντιλήφθηκα, πως δεν πρέπει να βάζουμε τους ανθρώπους σε κουτάκια. Πώς να μη σε αγγίξει η ιστορία που ξεδιπλωνόταν, δια στόματος  της Σούλας Αθανασιάδου, εξαίρετης ηθοποιού και ξεχωριστού ανθρώπου, των μανάδων που, μετά τον Εμφύλιο, γύριζαν τον τόπο  αποζητώντας να βρουν και να ξεθάψουν τα κοκαλάκια των παιδιών τους. Ο λόγος της αφήγησης καλύτερος του Παπαδιαμάντη. Ποιος θα χαρακτηρίσει κάποιον συγγραφέα ή όχι; Ή θα κρίνει αν έχει το δικαίωμα να γίνει αυτό ή οτιδήποτε άλλο; Με τι κριτήρια; Ποιες προϋποθέσεις; Η ουσία είναι τι κουβαλάει ο καθένας μέσα του. Η αλήθεια που φέρει και η ανάγκη να εκφραστεί κι ας μην θεωρείται επαγγελματίας,  στον τομέα που έχει επιλέξει να το κάνει, βάσει των στερεοτύπων και των παγιωμένων αντιλήψεων και τις ταμπέλες  κάθε τύπου.

Μια ιστορία που αφορούσε στις γυναίκες, τις οποίες αγαπώ και θαυμάζω βαθιά για τη δύναμη που διαθέτουν.Την ικανότητα να στηρίζουν τα πάντα και να διαχειρίζονται τον πόνο, τις αντιξοότητες, τις ανατροπές. Και τώρα που το σκέφτομαι, αυτό συμβαίνει και με τον Αριστοφάνη και τον Ευριπίδη, κι ίσως αυτό με έλκει επίσης σε αυτούς,  οι οποίοι με υπόγειο τρόπο δείχνουν τον θαυμασμό τους κι ας ρίχνει τα βέλη του ο πρώτος στον δεύτερο».

Μιλώντας για τον Αριστοφάνη, τι απαντάτε στο σχόλιο, πως ενώ δηλώσατε ότι η παράσταση Θεσμοφοριάζουσες δεν είναι του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, οι ηθοποιοί προέρχονται από αυτό;

«Ο σκηνοθέτης  επιλέγει αυτούς με τους οποίους επικοινωνεί και φυσικά, πληρούν  παράλληλα τις απαιτήσεις του έργου και των ρόλων αυτού. Το να επιλέξω ανθρώπους που αγαπώ και μπορώ να λειτουργήσω μαζί τους, δεν είναι κατακριτέο, αφού αν δω πως δεν ταιριάζουν σε αυτό που ετοιμάζω, θα αναζητήσω άλλους, όπως και έγινε. Γι αυτό τον λόγο, δεν είναι όλοι από το ΘΤΝΚ. Άλλωστε, εγώ έχω απεμπλακεί και τα ηνία ανέλαβε ο Μίλτος. Διαθέτει φρέσκο μυαλό και νέες ιδέες, ικανές να εξελίξουν αυτό που χτίστηκε τα προηγούμενα χρόνια, σε μια νέα βάση και προοπτική.

Η επικοινωνία, λοιπόν, που έχω με όλους αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους που αγαπώ, αυτούς τους ταλαντούχους ευφυείς καλλιτέχνες που βρίσκονται στο πικ τους ενεργειακά και καλλιτεχνικά, σε ηλικίες μεταξύ 35-42 και ευτυχώς, επί του παρόντος, δεν πήραν τα μυαλά τους αέρα (δεν ξέρω στο μέλλον…), βοηθά στην αποφυγή άνευ λόγου παρεξηγήσεων. Παράδειγμα ο Μάκης Παπαδημητρίου, τον οποίο θαυμάζω για το ταλέντο, την προσωπικότητα, τη στάση του στα πράγματα και πάνω απ όλα το σημαντικό μυαλό του. Μπορεί στην πρόβα να βάλω τις φωνές να τσακωθούμε, να διαφωνήσουμε και ,επί τόπου, την επόμενη στιγμή, να είμαστε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα μεταξύ μας. Δεν παίρνει κανείς, τίποτα προσωπικά και όλα κυλούν χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, κατανοώντας πως οι συγκρούσεις και οι διαφωνίες γίνονται για δημιουργικούς λόγους.

Σαν σκηνοθέτης δεν τα κάνεις όλα μόνος. Κουβαλάς  τα φίλτρα σου και κερδίζεις από τη σκέψη των συνεργατών σου. Από αυτό που καταθέτουν ή προτείνουν οι άλλοι, με στόχο την κατεύθυνση που έχεις ορίσει. Στην πορεία, πάντα, χρειάζεται να είσαι ανοιχτός και να αντιληφθείς πότε και αν χρειάζεται να μετακινηθείς. Γιατί να αγνοήσεις μια πιο έξυπνη οπτική από τη δική σου; Έχω τη χαρά και την τύχη να περιστοιχίζομαι από συνεργάτες με ταλέντο, πιο έξυπνους από εμένα και ίσως καλύτερους καλλιτέχνες από μένα, είτε είναι ο βοηθός σκηνοθέτη (Παντελής Δεντάκης), είτε οι ηθοποιοί. Είναι γενναιόδωροι και δοτικοί και  νιώθουν, πως  αυτό που γίνεται τους αφορά όλους. Τους δίνω τον χώρο που χρειάζονται για να νιώσουν ασφαλείς  και να εκφραστούν.  Συνεργάζομαι με ανθρώπους τους οποίους πιστεύω, εμπιστεύομαι κι εκτιμώ. Αυτή η σχέση τους βοηθά να λύνονται και στη σκηνή να είναι ανοιχτοί, νιώθοντας προστατευμένοι. Απελευθερωμένοι και ασφαλείς παρ όλο που τους στριμώχνεις. Όπως συμβαίνει, επίσης, σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, κάποιες κλείνουν τον κύκλο τους και κάποιες μπορεί να σε απογοητεύσουν».

-Όσο κι αν ακούγεται κοινότυπη η ερώτηση, θα μπορούσατε να αναφερθείτε στην προσέγγισή σας,  όσον αφορά στις Θεσμοφοριάζουσες;

“Είναι αλήθεια αξιοθαύμαστη η επικαιρότητα των κειμένων του 25 αιώνες μετά τη συγγραφή του. Ο Αριστοφάνης αναφέρεται συγκεχυμένα σε πρόσωπα της εποχής, χρησιμοποιώντας τη φαντασία και τον ποιητικό λόγο, για να αποδώσει την  πολιτική του σκέψη και τα κοινωνικά ήθη. Κείμενα που διασώθηκαν από μοναχούς του Βυζαντίου, οι οποίοι τα μελέτησαν και τα αντέγραψαν, όπως αυτά του Σοφοκλή, του Αισχύλου και του Ευριπίδη. Το να ξεχωρίσουν και να διασώσουν μόνο τα δικά του, ανάμεσα σε αυτά, άλλων κωμωδών που πιθανότητα βρήκαν, παρ όλο το σοκαριστικό και σκανδαλιστικό τους περιεχόμενο, λέει πολλά.

Αυτά με τα οποία καταπιάνεται βρίσκουν αντιστοιχία στην κάθε εποχή και βήμα να αναπτυχθούν στις αναλογίες που αφορούν το σήμερα, μέσα από τον ψυχισμό και τη συμπεριφορά των ηρώων. Ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί την παράβαση (στοιχείο σήμερα του σύγχρονου θεάτρου). Σπάει τον τέταρτο τοίχο, διακόπτοντας τη ροή του έργου, προκειμένου ο ίδιος ως συγγραφέας να απευθυνθεί στο κοινό (αυτό το έκανε μετέπειτα ο Μπρεχτ).  Τη θέση του συγγραφέα στις Θεσμοφοριάζουσες παίρνουν οι γυναίκες που μιλούν για τις σχέσεις αντρών-γυναικών στο κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο της εποχής. Τις γυναίκες που παρά τους αγώνες, την πρόοδο και τα κινήματα για ισότητα δεν έχουν καταφέρει να την κατακτήσουν απόλυτα φτάνοντας στον 20ο και στο κατώφλι του 21ου αιώνα.

Όμως, θέλοντας να μείνω πιστός στο αρχαίο κείμενο, μπορεί να κινδυνεύω να χαρακτηριστεί  άκρως συντηρητικός, άδικος και μισογύνης κλπ  και μαζί του και εγώ, ως πιθανός οπαδός της σκέψης του. Για παράδειγμα αναφέρεται πως η μάνα του ήρωα ή του καλού πολίτη αξίζει να κάθεται στην πρώτη σειρά των κερκίδων, ενώ του λωποδύτη από πίσω της για τιμωρία. Τιμωρείται η μάνα που τον γέννησε και τον μεγάλωσε, με πλήρη απουσία ευθύνης για τον πατέρα. Σήμερα γνωρίζουμε και υποστηρίζουμε την ευθύνη και των δύο γονιών. Δεν θέλησα να αφαιρέσω ή να επέμβω στον αρχαίο, πρωτότυπο λόγο, αλλά θα πρέπει να αντιληφθούμε, πως ο Αριστοφάνης έγραφε αποτυπώνοντας τα κοινωνικά ήθη της εποχής του και όχι από προσωπική εμπάθεια στο γυναικείο φύλο.

Στο πλαίσιο της κωμωδίας και της σάτιρας επίσης, παρατηρείται ένα χοντροκομμένο χιούμορ και μια διακωμώδηση της θηλυπρεπούς συμπεριφοράς, κοροϊδεύοντας τη  προκειμένου να βγει γέλιο. (Κάτι που δυστυχώς χρησιμοποιείται και στις μέρες μας, σε σύγχρονα έργα). Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η ομοφυλοφιλία ήταν αποδεκτή τότε για την κοινωνία. Ως καλλιτέχνης το αντιμετωπίζω λοιπόν, από την θεσμικά-κινηματική του πλευρά, υποστηρίζοντας την ελεύθερη επιλογή ερωτικής συμπεριφοράς από άντρες και γυναίκες και αυτό βάζει αμέσως το δίλημμα, στο πως αυτό θα παρουσιαστεί.  Πως θα απευθυνθούμε στο κοινό, υπενθυμίζοντας τον σεβασμό στις επιλογές κάθε είδους πόσο μάλλον τις ερωτικές και τον σεβασμό, στο δικαίωμα αυτό να εκφράζεται με τη δημόσια εικόνα που ο καθένας ελεύθερα επιλέγει. Σήμερα ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης  ή όποιος άλλος μπορεί να φορά 4 σκουλαρίκια και 2 βραχιόλια και να μην τρέχει τίποτα. Παλαιότερα αυτό θα ήταν άξιο χλευασμού, διαπόμπευσης, στιγματικών χαρακτηρισμών κολλώντας την ταμπέλα του ομοφυλόφιλου και όχι μόνο.

Πρόσφατα ήμουν στο Αμβούργο. Εκεί, κατά τη διάρκεια μιας παρουσίασης στον χώρο του θεάτρου, εμφανίστηκε ένας άντρας με μιλιτέρ κόμμωση, μπρουτάλ έντονα αρρενωπά χαρακτηριστικά, φορώντας ταγέρ και γόβες. Γύρισα τον κοίταξα και το βλέμμα μου έμεινε ώρα πάνω του,  για να διαπιστώσω στη συνέχεια, πως ήμουν ο μόνος που ασχολήθηκε με αυτό. Ο μόνος από το ακροατήριο που έδωσε σημασία στην ιδιαίτερη αυτή εμφάνιση. Τότε κατάλαβα, πως ήμουν και ο μόνος Έλληνας  στην αίθουσα και λιγότερο εξοικειωμένος με κάτι τέτοιο, κουβαλώντας, άθελά μου, τα στερεότυπα και την έκπληξη στο καινούριο.  Βέβαια βρισκόμασταν σε έναν χώρο τέχνης που όλα βρίσκονται κάτω από άλλο πρίσμα. Δεν ξέρω ποιες θα ήταν οι αντιδράσεις, αν ο ίδιος άνθρωπος είχε εμφανιστεί έτσι σε μια λαϊκή γειτονιά του Αμβούργου.

Ένιωσα, όπως όταν μικρό παιδί στα Ιλίσια είδαμε πρώτη φορά έναν έγχρωμο και τον ακολουθήσαμε όλα τα παιδιά, πειράζοντάς τον. Ήταν μια πρωτόγνωρη, διαφορετική εικόνα για μας που κίνησε την περιέργεια και δεν γνωρίζαμε πώς να τη διαχειριστούμε, τώρα ο ίδιος άνθρωπος θα περνούσε απαρατήρητος. Εκτός κι αν οι γονείς, αυτές οι κολώνες της ζωής που είπα στην αρχή της κουβέντας μας, μας χαλάσουν, μας γαλουχήσουν με τρόπο που θα μας οδηγήσουν στο να κάνουμε bullying. Γιατί σε αυτό, δεν έχουν ευθύνη τα παιδιά που το κάνουν, αλλά το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν. Την ευθύνη για την ανοχή και τον σεβασμό στο διαφορετικό την έχουμε εμείς.

Η ευαισθησία μου στο θέμα των παιδιών και των χαρακτήρων που ζουν σε έναν  διαφορετικό κόσμο από τον «φυσιολογικό» δικό μας, βρίσκεται, συχνά, σε έργα του Σάιμον Στήβενς. Στο παρελθόν είχα ανεβάσει το Motortown με την μοναδική ερμηνεία του Μάκη Παπαδημητρίου, όπως και το Heisenberg τον περασμένο χειμώνα. Τώρα ετοιμάζω το Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα του ιδίου. Είναι η ιστορία ενός παιδιού που έχει αυτισμό. Ένα παιδί  που ζώντας σε ένα δικό του σύμπαν και κατανοώντας τη διαφορετικότητά του,  διεκδικεί το μερίδιό του ζωή. Βλέπουμε τον αγώνα του, τα θέλω, τις επιθυμίες, τις αγωνίες, αλλά και τα όνειρα  που θέλει να πραγματοποιήσει. Είναι ένα βαθιά συγκινητικό έργο».

Κοιτώντας πίσω, θα αλλάζατε κάτι σε αυτά που αποφασίσατε και κάνατε στη διάρκεια της θητείας σας, ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου;

«Συμπληρώθηκαν 2 χρόνια και τρεις μήνες. Είναι στιγμές που μετράω τις μέρες σαν φαντάρος, ως τον Απρίλιο του 2019 που ολοκληρώνονται τα τρία χρόνια. Τραβάω γραμμές στον τοίχο και μετράω τις γραμμές στην χτένα… αλλά την ίδια στιγμή πεισμώνω και ρίχνομαι ξανά, σε ότι έχω σχεδιάσει. Τον πρώτο χρόνο, μέσα σε δύο μήνες, έπρεπε να γίνει σχεδιασμός προγράμματος  και όλα έγιναν με αυτόματο πιλότο. Τη δεύτερη, έπρεπε πάλι, όλα να γίνουν γρήγορα για να τρέξουν. Αυτή τη χρονιά όλα είναι διαφορετικά. Εντόπισα τα λάθη κι έμαθα από αυτά. Πέραν των επιθέσεων, είχα να αντιμετωπίσω τη δυσλειτουργία και τις χρονοβόρες και ιδιαίτερες συνθήκες στον χώρο του Δημοσίου, προερχόμενος από τον ιδιωτικό τομέα.

Το κακό στην Ελλάδα είναι, ότι δεν υπάρχει συνέχεια σε τίποτα. Στην Ευρώπη σε αντίστοιχες θέσεις και θεσμούς, ο νυν διευθυντής γνωρίζει έναν χρόνο πριν την αποχώρησή του τον διάδοχό του ο οποίος για τους τελευταίους 6 μήνες της θητείας του βρίσκεται μαζί του προκειμένου να ενημερωθεί και να υπάρξει ομαλή μετάβαση. Μια ομαλή μετάβαση θα επιδιώξω κατά την παράδοση κι εγώ. Δεν θα είναι, όπως στις περιπτώσεις παράδοσης υπουργείων που ο νέος υπουργός δεν βρίσκει ούτε γόμα στο γραφείο και που ακόμη κι αν βρει, θέλει να αποδείξει ότι άρχισε από το μηδέν βάζοντας αποκλειστικά ο ίδιος και μόνο τη σφραγίδα του, είτε είναι το υπουργείο πολιτισμού, είτε οποιοδήποτε άλλο. Δεν μπορεί ο προηγούμενος να μην έκανε τίποτα ή έστω τίποτε καλό. Δεν μπορεί να αρχίζει από εσένα πχ ο πολιτισμός. Δεν μπορεί να υπάρχει τέτοια απαξίωση και μηδενισμός, σε ότι προηγήθηκε.

Με αυτή τη λογική, δεν έχω πάψει να οργανώνω και να σχεδιάζω  μέρος του προγράμματος για το 2019 – 20, αφού υπάρχει το ενδιαφέρον από  κορυφαίους ξένους καλλιτέχνες, οι οποίοι δεν θα είναι δυνατόν να ανταποκριθούν  σε μια πρόσκληση που θα γίνει λίγους μήνες πριν. Δεν μπορώ να τους πω, μη με απασχολείται δεν θα είμαι εγώ ο αρμόδιος από τον  επόμενο χρόνο. Και για να πω την αλήθεια, τώρα θα έπρεπε ήδη να δουλεύω για το Φεστιβάλ του 2021,  αν θέλω να γίνουν όλα όπως πρέπει, εξασφαλίζοντας συνεργασίες σταθμούς στην ιστορία του».

Αυτό σημαίνει, πως θα δεχόσασταν την πιθανή πρόταση ανανέωσης της θητείας σας, παρά τον πόλεμο που έχει ξεσπάσει απέναντι στο πρόσωπό σας;

«Ναι. Θα το ήθελα, προκειμένου να ολοκληρώσω αυτό που ξεκίνησα, μια που τώρα ωρίμασε και έχω μάθει από τα λάθη μου. Θα ήθελα να είμαι σε αυτή τη θέση το 2021, συνδέοντας το Φεστιβάλ με τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821. Παρά τις επιθέσεις που έχω δεχθεί, υπό τη μορφή εμφυλίου, η αποδοχή από τον τύπο είναι φανερή φέτος και τον πρώτο μήνα είχαμε αύξηση 93% στις εισπράξεις, παρά τις μειωμένες τιμές των εισιτηρίων σε σχέση με άλλες χρονιές, και 30% αύξηση θεατών».

-Στο πλαίσιο των ταξιδιών σας στο εξωτερικό, προκειμένου να  ενημερωθείτε για τα δρώμενα στο διεθνές καλλιτεχνικό γίγνεσθαι, ξεχωρίσατε κάποια παράσταση; Σας γοήτευσε ένα μέρος που θα θέλατε αν είχατε τη δυνατότητα να μείνετε; Θα προτείνατε στους νέους καλλιτέχνες να βγουν έξω;

«Τις παραστάσεις που θαύμασα επιδιώκω να τις φέρω εδώ, στο Φεστιβάλ. Κλείνω κυρίως προς τις νεότερες καλλιτεχνικές ομάδες του εξωτερικού, με έντονη κοινωνική ματιά, πολιτική σκέψη και όχι κομματική (όπως συμβαίνει συχνά εδώ). Η φιλοσοφία μου για την τέχνη, είναι άμεσα συσχετισμένη και συνδεδεμένη με την κοινωνία. Η κοινωνία  με αφορά και μέσω της τέχνης επιδιώκω να τη μεταμορφώσω. Σίγουρα, σε αυτά τα ταξίδια βρίσκω και  χρόνο για να ανακαλύψω νέες, όμορφες γωνιές σε κάθε μέρος που επισκέπτομαι, ως μέρος της δουλειάς μου. Αν και έχω νοοτροπία ξένου για πολλούς, είμαι βαθιά  Έλληνας και αγαπώ τη χώρα που μεγάλωσα κάτω από τον ήλιο της, έπαιξα στο χώμα της. Την αγαπώ, γιατί γεννήθηκα εδώ και αποτελεί μέρος του ψυχισμού μου. Ίσως, αν ήμουν πιο νέος να το δοκίμαζα, αλλά και πάλι δεν είμαι σίγουρος.

Οι νέοι σαφώς και θα συμβούλευα να βγουν έξω. Να πάρουν νέες εικόνες, γνώσεις ερεθίσματα. Ανοίγοντας  τον ορίζοντα στον κόσμο, καλλιεργώντας τη φαντασία και τα ταξιδεύοντας να φέρει μαζί του όλα αυτά τα νέα πράγματα που θα εξελίξουν αυτόν τον ίδιο και την τέχνη του. Στο ερώτημα που μου θέτουν, συχνά, να γίνουν καλλιτέχνες ή όχι, λέω πως ο καθένας μπορεί να γίνει ότι θέλει η καρδιά του.

Κι εγώ αυτή τη στιγμή, μέσα από τις διαδικασίες των τελευταίων χρόνων είναι σαν να μαθήτευσα και με τις γνώσεις που αποκόμισα έχω κάνει ένα re-start, ανατροφοδοτούμενος από τους νέους συνεργάτες που με περιστοιχίζουν και ξεκινώντας μια νέα εποχή δημιουργίας, αφού στο Θέατρο του Νέου Κόσμου φυσάει ο αέρας της ανανέωσης, υπό τη διεύθυνση και διαχείριση του Μίλτου. Η γενναιοδωρία, η συνειδητοποίηση, πως πρέπει να δώσεις τη σκυτάλη είναι από τις ωραίες  ασκήσεις της ζωής»

-Πως φαντάζεστε τον εαυτό σας σε δέκα χρόνια από τώρα;

«Σίγουρα 10 χρόνια μεγαλύτερο και εύχομαι δημιουργικό, χωρίς να έχω χάσει τη διάθεση για παιχνίδι, με τους ανθρώπους που αγαπώ και φυσικά χαμόγελο»

@Μαρία Μαυρίδου

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου – Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος- Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη