Γρηγόρης Καραντινάκης: “Αυτό που ονειρεύομαι για τον κόσμο & αυτό που μου λείπει από τον κόσμο, το διεκδικώ στην Τέχνη”

Επιμέλεια συνέντευξης Φένια Αποστόλου

”Χρωματιστές γυναίκες” του Βασίλη Ζιώγα, ένα έργο για την παιδική κακοποίηση και τα φαντάσματα του παρελθόντος. Πώς πιστεύετε ότι μπορεί να ξεπεραστεί ένα παιδικό τραύμα ώστε να μην συνεχίζει να ”πληγώνει” και στην ενήλικη ζωή;

 

Δεν ξέρω πώς μπορεί να ξεπεραστεί ακριβώς και δεν ξέρω αν ξεπερνιέται τελείως. Αυτό που ξέρω είναι πως η κακοποίηση γεννά φόβο. Ξέρετε, οι κακοποιημένοι άνθρωποι είναι όπως τα ζωάκια που περπατούν με την «Ουρά στα σκέλια». Σε άλλους αυτό εκδηλώνεται με τη μορφή δειλίας, ενώ σε άλλους εκδηλώνεται, αντιθέτως, με τη μορφή άρρωστου μίσους. Είναι σημαντικό λοιπόν να εστιάσεις επάνω στο μοτίβο του φόβου που είναι και η πηγή της κακοδαιμονίας της ύπαρξης. Όταν φοβάσαι, δεν μπορείς να είσαι ελεύθερος. Άρα για μένα ο αγώνας είναι, να υπερνικήσεις τους φόβους. Αυτό μπορεί να συμβεί αν εμπιστευτείς. Αν έχεις την δύναμη να ανοιχθείς και να μοιραστείς τους φόβους σου με κάποιον. Αυτό είναι ένα πρώτο βήμα. Είναι σημαντικό να ξέρουμε πως στη μάχη με τους φόβους και τις φοβίες, δεν είμαστε μόνοι.

H Έλλη και η Άννα είναι δύο αδελφές που αντέδρασαν τελείως διαφορετικά σε ένα κοινό βίωμα. Πού συγκλίνουν και πού αποκλίνουν στο έργο οι δύο αυτές αντίρροπες δυνάμεις;

 

 Όπως και αν «δει» κάποιος την παράσταση, καταλαβαίνει πως η Έλλη και η Άννα είναι δύο πλάσματα που αντέδρασαν εντελώς διαφορετικά στο ίδιο πρόβλημα. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα βίωναν την ίδια κακοποίηση. Απλά η μία ( η Άννα) δεν το άντεξε, ξεπέρασε τους φόβους της και έφυγε προς το άγνωστο. Η άλλη (η Έλλη) παρέμεινε και σιγά-σιγά έγινε μέρος του τοπίου, εντάχτηκε στο σύστημα επιβίωσης, στο μοντέλο της κοινωνίας της σιωπής και της συγκάλυψης. Έγινε «Ένα με τους τοίχους», όπως λέει και η ίδια. Το κοινό τους πεδίο είναι το τραύμα και η μάχη για την επίλυσή του. Ξέρουν πως μόνο μαζί μπορούν να το ξεπεράσουν. Μόνο μαζί μπορούν να σκοτώσουν το στοιχειό του φόβου, να ξορκίσουν και να ξεριζώσουν από πάνω τους αυτόν τον κισσό που τους ρουφά, όλους τους ζωντανούς χυμούς που διαθέτουν. Αυτό για να το καταφέρουν πρέπει να κερδίσουν η μία την εμπιστοσύνη της άλλης. Αυτό διεκδικούν από ένα σημείο και μετά. Να πιστέψουν πως μπορούν ν’ αλλάξουν τη ζωή τους ή έστω να προσπαθήσουν να το κάνουν. Ξέρουν, επίσης, πως μόνο μαζί έχουν ελπίδα να το καταφέρουν αυτό, γιατί η κάθε μία από μόνη της δεν τα κατάφερε. Ούτε η Άννα που τριγυρνούσε στα λιμάνια της Ευρώπης ελεύθερη κατάφερε να ζήσει, ούτε η Έλλη, που παρέμεινε αγκυροβολημένη στον μώλο του νησιού της, είδε προκοπή.  Ξέρουν πως, αν και ελεύθερες πια, παραμένουν εγκλωβισμένες, όσο δεν παλεύουν μαζί, σε έναν χώρο σκιών. Πρέπει να ενωθούν για να δούνε φως.

 

H εργογραφία σας ανήκει περισσότερο στον  κινηματογράφο και στην τηλεόραση.   Τι διαφορετικό σάς δίνει το θέατρο που σας έλκει και σας εμπνέει ώστε να δημιουργείτε σε άλλη ”κλίμακα”;

 

Έχω κάνει αρκετή τηλεόραση και κινηματογράφο, αλλά ξεκίνησα από το θέατρο. Θα ήμουν ένας σκηνογράφος – ενδυματολόγος στο θέατρο και στον κινηματογράφο, αν παρέμενα στις πρώτες μου σπουδές. Από τύχη ίσως έγινα σκηνοθέτης και αυτό δεν ξέρω αν είναι για καλό.  Ανεξάρτητα με το μέσο, προσπαθώ πάντα να αφηγηθώ μια ιστορία, μια ιστορία που για κάποιο λόγο πιστεύω πως είναι σημαντικό να «ειπωθεί». Έτσι και με τις «ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ» πιστεύω πως είναι μια ιστορία που στην Ελλάδα του 2019 αξίζει να ειπωθεί. Σε μια χώρα που το διαφορετικό κάποιοι έχουν μάθει να το βλέπουν σαν πρόβλημα, σε μια χώρα που τα ταμπού του χρώματος, της φυλής, της ιδεολογίας, της σεξουαλικότητας αποτελούν φίλτρο για να κρίνεις τον άλλο, τέτοιες ιστορίες πρέπει να λέγονται.

Το μέσο λοιπόν σε βοηθάει. Τώρα φυσικά, ο τρόπος της αφήγησης διαφέρει.  Το θέατρο λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Αν και το θέατρο ως κατασκευή αγγίζει στον παρελθόντα χρόνο, ως αφήγηση λειτουργεί στον ενεστώτα. Οι ηθοποιοί σε κάθε παράσταση αφηγούνται και κοινωνούν μαζί με τους θεατές, σε ενιαίο ρέοντα χρόνο, μια ιστορία. Αν και οι ηθοποιοί – τις περισσότερες φορές- παραμένουν ίδιοι και η ιστορία ίδια, η παράσταση ωστόσο δεν είναι ίδια. Πρώτα από όλα γιατί οι θεατές είναι διαφορετικοί, αλλά και οι ηθοποιοί δεν είναι ακριβώς ίδιοι. Αυτή είναι η μαγεία του θεάτρου. Η παράσταση είναι μια αδιάκοπη ανταλλαγή ενέργειας, μια ζωντανή σχέση σκηνής-πλατείας. Γι’ αυτό λέω στους ηθοποιούς πως δεν πρέπει να παίζουν για τους θεατές, αλλά για κάτι πολύ μεγαλύτερο, κάτι που διαπερνά τους θεατές και διαφεύγει έξω από το ταβάνι του θεάτρου και επικοινωνεί με ό,τι υπάρχει εκεί στο σύμπαν. Αυτό λοιπόν που μου δίνει το θέατρο, είναι αυτή η ζωντανή σχέση, η ζωντανή συναίσθηση της ματαιότητάς μας, μέσα από το γέλιο και το δάκρυ. Από την άλλη ο κινηματογράφος έχει την δύναμη της μαζικότητας, της αντοχής στον χρόνο και του αναλλοίωτου αποτελέσματος. Η τηλεόραση είναι όπως οι μπουρμπουλήθρες στο αναψυκτικό, χάνονται αμέσως, όμως σε δροσίζουν ευχάριστα, έστω και στιγμιαία. Παρ’ όλα αυτά επειδή μπαίνεις σχεδόν απρόσκλητος στο σπίτι του άλλου, πρέπει να σκουπίζεις καλά τα παπούτσια σου από τις λάσπες του δρόμου, είναι ευθύνη.

 

Ενώ το έργο δεν έχει γραμμική αφήγηση, καταφέρατε να οδηγήσετε τις πρωταγωνίστριές σας σε υψηλού επιπέδου ερμηνείες με βαθιά επίγνωση της ψυχοσύνθεσης της κάθε ηρωίδας. Πόσο δύσκολο ήταν να ζωντανέψετε αυτό το κείμενο που αγγίζει το παράλογο; Ποιά μέσα βοήθησαν ώστε να το μεταφέρετε με τόση σαφήνεια στη σκηνή;

 

 Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Το κείμενο είναι δύσκολο, επειδή είναι γεμάτο από εγκοπές, είναι έργο που κινείται στο παρόν και στο παρελθόν, στο τραγικό και το κωμικό, στο συνειδητό και το ασυνείδητο από φράση σε φράση.  Θέλει από τους ηθοποιούς συγκέντρωση για να μην εκτροχιαστούν από την πορεία τους. Δεν κάνω κάτι πέρα από το να ξέρω πολύ καλά τι θέλω να πω μέσα από το κείμενο. Κάνω προετοιμασία στην ανάγνωση που θα κάνω στο έργο.  Τον τρόπο που θα ειπωθεί η κάθε ιστορία τον γνωρίζω, την διαδρομή προς αυτή την κατεύθυνση την ανακαλύπτω μαζί με τους ηθοποιούς. Είναι λίγο σαν το παιχνίδι του χαμένου θησαυρού. Πολλά χαρτάκια με οδηγίες και πολλά εμπόδια. Όσο περισσότερα εμπόδια βάζεις, τόσο μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η διαδρομή και τόσο πιο πλούσιος από εμπειρίες γίνεται ο χαρακτήρας. Φροντίζω να δημιουργήσω ένα «δίχτυ ασφαλείας» πριν ζητήσω από τους ηθοποιούς μου να κάνουν άλματα στο κενό. Ακριβώς επειδή δέχονται να κάνουν αυτά τα άλματα με συγκινούν. Ξέρετε, εμείς οι σκηνοθέτες, είμαστε περίεργα πλάσματα… Πολλές φορές πιστεύουμε πως είμαστε το κέντρο της παράστασης, ξεχνάμε πως ο ηθοποιός είναι τελικά αυτός που θα επικοινωνήσει την ιστορία μας στον θεατή. Προσπαθώ να γίνονται τα πράγματα διακριτικά, χωρίς να φαίνεται ότι γίνονται. Φυσικά δεν είναι εύκολο. Στην συγκεκριμένη παράσταση και ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί και οι χαρακτήρες ταυτίστηκαν στο πεδίο που λέγεται «Παλεύω με τα φαντάσματά μου» (γέλια)

 

 

Τι είναι για σας εγκλωβισμός και πώς μπορεί ο σύγχρονος άνθρωπος να σπάσει τα δεσμά σε ό,τι τον καταδυναστεύει;

 

Εγκλωβισμός είναι η αδυναμία επιλογών. Είτε από εξωτερικό παράγοντα, δηλαδή από μια συνθήκη που επιβάλλεται στον άνθρωπο, είτε από εσωτερικό παράγοντα που είναι δυσκολότερος του εξωτερικού, γιατί μέσω φίλτρων που επιβάλλουν επιλογές, δημιουργούμε μόνοι μας την «φυλακή» μας. Το λέω αυτό γιατί ο εγκλωβισμός είναι αποτέλεσμα επιλογών. Όπως και η προσπάθεια να σπάσει κάποιος τα δεσμά του είναι αποτέλεσμα επιλογών. Πρώτα και κύρια, πρέπει να το θέλει. Κανένας άνθρωπος στον κόσμο δεν κάνει κάτι έτσι, χωρίς λόγο. Στην βάση των πράξεών μας υπάρχει κάποιος λόγος, κάποιος σκοπός, κάποια αιτία. Και η δράση μας ή ακόμα και η αδράνειά μας έχει κάποιο στόχο και παράγει κάποιο αποτέλεσμα.   Ένα σύνολο λοιπόν αιτιών κάνει τον άνθρωπο να ενεργεί, να δρα με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο. Εγκλωβισμός είναι λοιπόν η παρουσία αδιεξόδου που, τις περισσότερες φορές, είναι δικό μας δημιούργημα, παρά πραγματικό εμπόδιο, καθώς αποδεδειγμένο είναι πως δεν υπάρχει φυλακή ασφαλείας. Σε όλες τις φυλακές υπάρχει έστω και μια απόδραση. Θέλει θάρρος και φαντασία απλά. Να μπορείς να δεις τον εαυτό σου σε μια άλλη συνθήκη και να κάνεις εκείνες τις επιλογές, ανάλογα με τις ηθικές αρχές που έχεις, για να κατακτήσεις αυτή τη συνθήκη. Η ζωή μας είναι μια αδιάκοπη αλληλεπίδραση καταστάσεων και επιλογών.

 

 

Στην παράσταση επικρατούν η υψηλή αισθητική και η ποιητικότητα. Σας βοήθησε το συγκεκριμένο έργο να βρείτε έναν καινούριο τρόπο σκηνικής αφήγησης που να επικαλείται περισσότερο το συναίσθημα του θεατή παρά τη λογική του;

 

Και πάλι σας ευχαριστούμε για τα καλά σας λόγια.

Μια παράσταση είναι η ενορχηστρωμένη δράση πολλών ανθρώπων, άρα συμβάλλουν όλοι οι συντελεστές στο αποτέλεσμα και αυτοί που είναι στη σκηνή και όσοι είναι εκτός. Η συγκεκριμένη παράσταση εμπεριέχει τη δική μου άποψη για το θέατρο, που δεν είναι άλλη, από την ποιητική προσέγγιση της πραγματικότητας. Πιστεύω αυτή είναι η διάσταση, είναι αυτό το σύμπαν που επιτρέπει το μυαλό και τον συναισθηματικό κόσμο του θεατή να συμπληρώσει, δηλαδή να αισθανθεί συνδημιουργός, ενός αποτελέσματος που στην πραγματικότητα είναι μόνο στο μυαλό του. Με ενδιαφέρει ο κάθε ένας να βλέπει την δική του παράσταση, με τη σφραγίδα των δικών του εμπειριών, της δικής του ηθικής και οπτικής.  Η σκηνή είναι ένα μικρό μοντέλο του κόσμου, όπως λέει και ο Σαίξπηρ δια στόματος Άμλετ . Αυτό που ονειρεύομαι για τον κόσμο λοιπόν και αυτό που μου λείπει από τον κόσμο, το διεκδικώ στην Τέχνη. Την ποίηση και την ομορφιά. Ακόμα και στα δύσκολα θέματα. Ακόμα και εκεί που πιστεύεις πως δεν υπάρχει. Ακόμα και αν ασχολείσαι με ακραία, άρρωστα και αιχμηρά θέματα. Η τέχνη υφίσταται επειδή ο κόσμος είναι δύσμορφος και δύσοσμος. Στόχος της είναι η ανάδειξη της ομορφιάς και της ευωδίας του.

Πληροφορίες για την παράσταση ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ στο Θέατρο του Νέου Κόσμου ΕΔΩ