Δώρα Κασκάλη – Κάπου ν’ ακουμπήσεις : Η γυναικεία υπόσταση πλασμένη με λέξεις

«…Μα σπουδάζοντας την αλαλία

το δύσκολο μάθημα της αφής

την ανατομία της συγνώμης

ίσως να μάθουμε το σπάνιο της αγκαλιάς ιδίωμα

ξεχνώντας την παγκόσμια γλώσσα της μοναξιάς…»

Η 2η  ποιητική συλλογή της συγγραφέως και ποιήτριας Δώρας Κασκάλη, με τίτλο Κάπου ν ακουμπήσεις (εκδόσεις Μελάνι), μετά την παρουσίασή της στον χώρο του Επί Λεξεί στην Αθήνα παρουσιάζεται στον φιλόξενο χώρο της Αγιορείτικης Εστίας στη Θεσσαλονίκη την Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου στις  7μμ. Ομιλητές οι: Δημημήτρης Λεοντζάκος, μουσικός & ποιητής και Μαρία Πολίτου, φιλόλογος, ποιήτρια. Ποιήματα θα διαβάσει ο Δημήτρης Τσιλινίκος, ηθοποιός ΚΘΒΕ & συγγραφέας παιδικών βιβλίων

Μια ποιητική συλλογή που θα μπορούσε να έχει τον τίτλο Γυναίκες, μια που ακολουθώντας το νήμα των στίχων που χύνονται στις σελίδες της, λέξεις προσεκτικά διαλεγμένες υπενθυμίζουν την ύπαρξη και τη διάστασή τους, για να πουν αυτό που οι γυναίκες σκέφτονται, φαντασιώνονται, είναι και ζουν. Η ορατή και αόρατη πλευρά της γυναικείας υπόστασης στο κοινωνικό, ερωτικό, υπαρξιακό πλαίσιο. Γυναίκες εντός και εκτός ορίων. Υποταγμένες κι επαναστάτριες. Γυναίκες της υπέρβασης και της παραίτησης. Γυναίκες στο κάδρο της καθημερινότητας, φορώντας τον μανδύα της ενοχής, απέναντι στον καθρέφτη της φθοράς και το θαύμα της γέννησης. Γεννούν και αναγεννιούνται, ενάντια  στο τελεσίδικο του θανάτου και στο μετά του έρωτα. Αναπνέουν, ονειρεύονται, δημιουργούν  κι αγωνίζονται. Παλεύουν με τη μνήμη του χθες και την αγωνία του αύριο. Απολαμβάνουν  τις φωτεινές στιγμές ή μπαλώνουν  το σχισμένο «πουκάμισο» της μέρας, ακροβατώντας ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον σαρκασμό. Τα χέρια πρωταγωνιστούν στο χάδι, ως ανάμνηση τρυφερότητας  ή  πάθους, ανάγκη επαφής ή ηδονής,  αναζητώντας Κάπου ν’ ακουμπήσεις, απαλλαγμένη από τον στενό κορσέ της κοινωνίας  και την ενοχοποίηση της γυναικείας σεξουαλικότητας.

«…Όταν μια μέρα θα με δεις

ζωντανή, ελεύθερη από κάθε ασφυχτική

κυρίαρχη επινόηση,

θα καταφέρεις μες σ’ αυτόν τον ανάλγητο

και άδικο καθρέφτη

να σε αντικρίσεις…»

Στη συζήτησή μας, η Δώρα Κασκάλη μιλά για όσα την εμπνέουν και την κινητοποιούν, γεννώντας δημιουργήματα λέξεων που άλλοτε γίνονται ποιήματα, άλλοτε διηγήματα, μυθιστορήματα ή και παιδικό βιβλίο, έτσι ώστε η μία έκδοση να διαδέχεται την άλλη. Όπως εξηγεί, όλα είναι αποτέλεσμα δουλειάς πολλών χρόνων. Ζυγίζει πολύ την κάθε λέξη που επιλέγει να χρησιμοποιήσει  στα λογοτεχνικά της κείμενα, όπως και στα ποιήματα, προκειμένου το απόσταγμα της σκέψης της να αποδοθεί με την ακρίβεια που η ίδια απαιτεί, έχοντας «πετάξει» κάθε περιττό στοιχείο που θα τα βαραίνει, αποφεύγοντας να υιοθετήσει μανιέρες και να γίνει κόπια του εαυτού της, σε μια συνεχή αναζήτηση των εκφραστικών μέσων, με στόχο την χωρίς όρια εξέλιξη της αισθητικής του λόγου, στο ταξίδι της αφήγησης. «Η συγγραφή είναι μια πράξη ευθύνης. Η αισθητική της γραφής μας διαμορφώνει και επηρεάζει την αισθητική των αναγνωστών», λέει χαρακτηριστικά.

«…Γυναίκες που

Σιάζουν χωρίστρες, μαντάρουν  τη φθορά

Ανακατεύουν την έγνοια τους

Με ρίγανη και πιπέρι…»

«Η γυναίκα σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής και ιδιαίτερα  η γυναικεία σεξουαλικότητα, που ενοχοποιείται και στοχοποιείται στην ελληνική κοινωνία, μέσα από στερεότυπα, υποκρισία και ασφυχτικές κοινωνικές συμβάσεις, είναι το επίκεντρο του ενδιαφέροντός μου. Μια προσέγγιση της υπαρξιακής  έμφυλης διάστασής της. Η κάθε γυναίκα και ο μικρόκοσμός της, αλλά και η γυναίκα ως δύναμη γέννησης και αναγέννησης του ίδιου της του εαυτού, αλλά και της ανθρώπινης ύπαρξης».

«…Βρέφος, Γυναίκα, Φοίνικας τρομακτικός…».

Η αγάπη στους στίχους συχνά αποδίδεται ως γλυκιά ανάμνηση, τρυφερό χάδι και βλέμμα σαν να συνδέεται με την ψυχή κι ο έρωτας ως στιγμιαία φλόγα και πάθος  που καίει τη σάρκα, αφήνοντας κενό και ενοχές.

«Δεν είναι αυτή ακριβώς η σκέψη και πρόθεση. Η αγάπη σαφώς συνδέεται με το άγγιγμα, τη μνήμη και έχει μια πνευματική υπόσταση. Ο έρωτας είναι σώμα, ορμόνες, επιθυμία, αλλά όπως αναφέρεται και στην αρχαιότητα, η ψυχή συνδέεται και με το σώμα. Η αίσθηση του χρόνου είναι πιο σημαντική από τη διάρκεια. Ζούμε στην εποχή της στιγμιαίας ηδονής που μπορεί να σου αφήσει, κενό ή τραύμα, αλλά υπάρχουν και σχέσεις στις οποίες δεν δικαιώνεται η διάρκεια.  Υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο, μια στιγμή να διαθέτει  ποιότητα και βάθος  που θα σου χαρίσουν μια αιωνιότητα. Δεν μπορούμε να αποκλείουμε τίποτα».

«…να ταξιδέψουνε στο σώμα του

που θα ’παιρνε

πανάρχαιο όνομα

της πιο σπαραχτικής επιθυμίας…»

Δυο ρούχα πρωταγωνιστούν. Το πουκάμισο λεπτό, ευαίσθητο και συχνά ταλαιπωρημένο και το παλτό βαρύ, με τσέπες που κάτι πάντα έχουν κρυμμένο.

«Πράγματι. Το πουκάμισο είναι για μένα φετίχ. Ρούχο ανδρικό, φορεμένο από γυναίκα με ύφασμα απαλό και μεταξένιο, δύναμη κι ευαισθησία. Ένα ρούχο επιθυμίας. Δεν είναι τυχαίο ότι στο διήγημα Μικρό Ερωτικό από τη συλλογή μου με τίτλο Το μαύρο κουτί της μνήμης τους (εκδ. ΟΚΤΩ), εξελίσσεται μια ιστορία που αφορά στο πουκάμισο που αγοράζει μια κοπέλα για να το δωρίσει στο αγόρι της. Το παλτό, όντως, συμβολίζει το βάρος και τα κρυμμένα μυστικά, αμαρτίες και ενοχές που βρίσκονται στη γωνιά μια «τσέπης», με το φόβο πως θα αποκαλυφθούν».

«…Μου είπες: γράφε για σένα / για να καταλάβουμε για μας…»

Τελικά ακουμπά η ίδια στις λέξεις ή είναι σ’ αυτές θα ακουμπήσουν οι αναγνώστες;

«…Μοιάζω με μηχανή  / παραγωγής λέξεων…»

«Ξεκινώ πάντα από κάτι που με απασχολεί, αποκωδικοποιώντας ερεθίσματα και εκφράζοντας συναισθήματα και σκέψεις. Με γέφυρα τις λέξεις αναδημιουργείται η μνήμη και η συναισθηματική συγκίνηση είναι μια μαγική αίσθηση που συνδέει τις δύο όψεις του νομίσματος, δημιουργό και αναγνώστη. Όπως κάθε έργο τέχνης, είναι ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες, αντιδράσεις και σχόλια από τους αποδέκτες, αθώους ή υποψιασμένους. Ο κάθε ένας από αυτούς διαθέτει τη δική του αντίληψη, βιώματα, γνώσεις, προσέγγιση κλπ. Ακουμπώ την ψυχή μου στις λέξεις και ίσως, και κάποιοι αναγνώστες. Ο τίτλος αφορά στην επαφή, σ’ αυτό που λέμε με «άγγιξε» κάτι. Βιβλίο, κουβέντα, ταινία κ.λπ. Αποθέτω στις λέξεις την εσωτερική κραυγή και τις δονήσεις του σήμερα, έτσι ώστε μέσα από αυτές να ζουν για πάντα. Την ίδια στιγμή νιώθω την υποχρέωση ή μάλλον το καθήκον να μιλήσω για μια πραγματικότητα που ξεχάστηκε ή κινδυνεύει να ξεχαστεί, στη συλλογική και ατομική μνήμη Π.χ. Πωγώνι, 2015, ένα ποίημα για την τραγική ιστορία αυτής της περιοχής».

«…Σήμερα δεξιώνομαι τους ζωντανούς μου…»

Εκτός από τη φθορά, ο θάνατος και η απώλεια είναι συχνά σημεία αναφοράς, σε αντιδιαστολή με την αισιοδοξία της παρουσίας των παιδιών.

«Είναι αλήθεια, οι συνεχείς απώλειες δικών μου ανθρώπων το τελευταίο διάστημα με έχει επηρεάσει. Η Επίσκεψη είναι αφιερωμένη στον αγαπημένο μου πεθερό. Έναν εξαιρετικό άνθρωπο που ήταν ζωγράφος και μας λείπει 7 χρόνια τώρα. Από την άλλη η χαρά και η ελπίδα είναι τα παιδιά, όπως φαίνεται και στα δύο ποιήματα που τους αφιερώνω «…Σε δίνω αμόλευτο και άδολο στον κόσμο…». Έχουμε μια υπέροχη σχέση και έχουν μυηθεί από πολύ μικρά στη λογοτεχνία. Το να τους λέω δικά μου παραμύθια και να ξέρουν πως η μητέρα τους είναι συγγραφέας τα κάνει περήφανα.  Η κόρη μου θέλει να γράψουμε κάτι μαζί, αλλά κι αυτό θα ρθει με τη σειρά του, γιατί υπάρχουν άλλες προτεραιότητες. Και η παιδική λογοτεχνία είναι κάτι πολύ σημαντικό και δύσκολο, γιατί τα παιδιά ούτε χαρίζονται, ούτε ξεγελιούνται. Είναι αυστηροί κριτές και εκφράζουν άμεσα τη γνώμη τους θετική ή αρνητική».

«Μόνο γιατί αγάπησα το βλέμμα σου / αγάπησα την πόλη…»

Ένα ποίημα αναφορά στη Θεσσαλονίκη. Ποια η σχέση της μαζί της;

«Ήρθαμε από τις Σέρρες, γιατί οι γονείς μας ήθελαν ότι καλύτερο, όσον αφορά στην εκπαίδευσή μας. Η σχέση μου μαζί της είναι αμφίθυμη. Ένιωθα, πως μου στέρησε το παιχνίδι και το φυσικό περιβάλλον που είχα ανάγκη, περικυκλωμένη από τις πολυκατοικίες και τον εγκληματικό βιασμό της από την ανεξέλεγκτη ανοικοδόμηση. Μια πόλη που οι κάτοικοί της, στην πορεία των αιώνων, δεν την αγάπησαν πραγματικά, αποποιήθηκαν την ευθύνη απέναντί της, «έθαψαν» στη μνήμη τους  το μωσαϊκό των λαών που αποτελούσε τον πυρήνα της, την κακομεταχειρίστηκαν και την εκμεταλλεύτηκαν αλόγιστα. Μια πόλη μονοδιάστατη. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, άρχισα να επαναδιαπραγματεύομαι την σχέση μου μαζί της. Την ανακαλύπτω από την αρχή και με χαροποιεί που άρχισε κάτι να αλλάζει, έστω κι αν αυτό, εκτός από κάποιους πραγματικούς οραματιστές, οφείλεται σε λόγους marketing. Ότι γίνεται για καλό είναι ευπρόσδεκτο».

“Θέλω να εφεύρω μια γλώσσα νέα.

Τις σιωπές να ντύσει

και τις ανέστιες επιθυμίες να σαρκώσει…”

Αγάπης Σάρκα, Κάπου ν’ ακουμπήσεις, εκδόσεις Μελάνι

@Μαρία Μαυρίδου

*φωτογραφία Σάκης Καρακασίδης