Ζακλίν Λέντζου: H ψυχή είναι πιο σημαντική από το στυλ και κατακτά τα φεστιβάλ του κόσμου

Τη συνάντησα  τέλη Ιουλίου,  σε μιαν ακτή στη Σύρο, όπου στο πλαίσιο του φετινού #SIFF παρουσιαζόταν η μικρού μήκους  ταινία της  HIWA (μοναδική επίσημη ελληνική συμμετοχή, στην 67η Berlinale), ανοίγοντας το πρόγραμμα της βραδιάς. Εκεί, κάτω από το φως του φεγγαριού που αποτελεί, όπως λέει αργότερα στη συζήτησή μας, πηγή έμπνευσης για την ίδια, νιώθοντας μια ανεξήγητη έντονα μεταφυσική έλξη και επιρροή από αυτή, ορίσαμε  το ραντεβού για την επόμενη μέρα. Δεν είναι τυχαίο, πως η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που ετοιμάζει, με πρωταγωνίστρια τη Σοφία Κόκκαλη,  έχει τίτλο «Σελήνη 66».

Η Ζακλίν Λέντζου χαρακτηρίζεται, όχι άδικα, ως η πλέον υποσχόμενη νέα Ελληνίδα σκηνοθέτις  και σεναριογράφος που σαρώνει τα φεστιβάλ του κόσμου. Η πρώτη Ελληνίδα σκηνοθέτις και μόλις 29 ετών αυτή τη στιγμή, η οποία βραβεύτηκε στις Κάννες με την ταινία «Έκτορας Μαλό: Η Τελευταία Μέρα της Χρονιάς». Ταινία που θα δούμε στο Φεστιβάλ Δράμας, στο εθνικό και διεθνές διαγωνιστικό, στο Διεθνές Φεστιβάλ Κιν/φου – Νύχτες Πρεμιέρας στην Αθήνα και αποτελεί τη μοναδική ελληνική συμμετοχή στο Φεστιβάλ του Τορόντο, ενώ  τον Οκτώβριο, στο  Festival du Nouveau Cinema του Μόντρεαλ, θα πραγματοποιηθεί ένα αφιέρωμα σε όλες τις ταινίες της.

Είναι ένα κορίτσι, μια νέα γυναίκα της εποχής της, με μια έμφυτη ευγένεια, ανεπιτήδευτη ομορφιά και απλότητα. Σχεδιάζει ή καλύτερα ονειρεύεται και πραγματοποιεί.  Έρχεται στο ραντεβού μας με τη φρεσκάδα της νιότης και τη θαλασσινή αρμύρα στο ηλιοκαμένο δέρμα. Βλέμμα έντονο,διαπεραστικό, λόγος ταχύς, ποιητικός, παθιασμένος, εκφράζεται με όλο το σώμα, τονίζοντας την κάθε διατύπωση, σαν να θέλει να την εικονοποιήσει. Εκφραστικό πρόσωπο και φωτεινό χαμόγελο. Κι ας μου λέει, μετά τη φωτογράφιση: «Αυτή, αυτή τη φωτογραφία να βάλεις εξώφυλλο. Αυτή είμαι», κι έτσι αφήνω για το εσωτερικό του κειμένου τη φωτογραφία που χαμογελά. Ζεστή και άμεση στην προσέγγιση. Μιλάμε για όλους και όλα: Την προσωπική της φιλοσοφία, τα φεστιβάλ, τα νέα σχέδια και τη νέα συνεργασία με το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης #TIFF. Και όπως εξομολογείται, μετρά πολύ γρήγορα τους ανθρώπους που έχει απέναντί της και είναι επιλεκτική στις σχέσεις της. Δουλεύει με μια σταθερή ομάδα συνεργατών, μια οικογένεια που ρίχνεται  σύσσωμη κι ακούραστη σε κάθε project, υπηρετώντας το όραμά της:

«Χτίζω μια οικογένεια. Όταν έχω μια ιδέα φλέγομαι από την επιθυμία να την υλοποιήσω και είναι σημαντικό να συνεργάζομαι με ανθρώπους που έχουμε χτίσει κοινούς κώδικες και το ίδιο πάθος για την τέχνη του κινηματογράφου. Π.χ. το ό,τι ήδη από το 2017 έχει εξασφαλισθεί από το Φεστιβάλ του Τορίνο (κερδίζοντας το βραβείο τον περασμένο Νοέμβρη) και το ΕΚΚ η χρηματοδότηση για την ανάπτυξη σεναρίου κι ακόμη εκκρεμεί η έγκριση κονδυλίου παραγωγής από το ΕΚΚ για τη μεγάλου μήκους ταινία μου, δεν σου κρύβω πως με κάνει να σκέφτομαι, όπως δήλωσα και στην παραγωγό μου, να την κάνω με ή χωρίς χρηματοδότηση, αναλαμβάνοντας το ρίσκο, το επόμενο καλοκαίρι. Μια ιδέα, ένα σενάριο είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Αν το παραμελήσεις, δεν ασχοληθείς για καιρό, πεθαίνει. Και εγώ δεν είμαι διατεθειμένη να το αφήσω στην τύχη του. Ο χρόνος μετρά αντίστροφα και το βήμα για τη μεγάλου μήκους πρέπει να γίνει. Στο Costa Νavarino, κατά τη διάρκεια του Sundance lab –screen writing, ο Π. Τ. Άντερσον μου είπε: “Είσαι έτοιμη τι θα γίνει;”.

Με πρωταγωνίστρια και πάλι τη Σοφία διερευνώ τη σχέση πατέρα-κόρης στη διάρκεια ενός καλοκαιριού. Μιας κόρης που κατά κάποιον τρόπο έχουμε γνωρίσει ήδη, μέσα από το «Έκτορας Μαλό: Η Τελευταία Μέρα της Χρονιάς».  Εκεί, που ακολουθώντας  το όνειρο ενός κοριτσιού μέσα από έναν εσωτερικό διάλογο, όπου ο κυνισμός γίνεται το όπλο για τη διακωμώδηση της μοναξιάς και του παραλόγου της ζωής  των κοινωνικών συμβάσεων, την παραμονή της πρωτοχρονιάς, επιδιώκω μέσω του μονοπλάνου, του άκοπου χρόνου, να εικονοποιήσω ότι πιο κοντινό στην αναπαράσταση της ζωής. Σε μια ταινία εκτός από μια αρχή, ένα σενάριο και ηθοποιούς, το σημαντικό όλων για μένα είναι η ψυχή. Η ψυχή είναι πιο σημαντική από το στυλ».

Τα σενάριά σου επικεντρώνονται στο τραύμα, την πληγή, τη μνήμη, την ενηλικίωση, προσωπικά βιώματα και αναζητήσεις. Θα δεχόσουν να σκηνοθετήσεις σενάριο άλλου;

«Όχι, γιατί γράφω οπτικά. Την ίδια στιγμή που γράφω κάτι, το έχω παίξει-εικονοποιήσει στο μυαλό μου. Πιστεύω, πως είμαι πολύ καλύτερη συγγραφέας από σκηνοθέτις, διότι γράφω από τότε που έμαθα γραφή και άρα έχω εξασκηθεί. (Εύχομαι βέβαια, αυτό να μην ακουστεί «κάπως»). Ήταν από τα έξι μου ο τρόπος να ξεβράσω τον χείμαρρο των σκέψεων, των φόβων, των εικόνων που γινόταν λέξεις προκειμένου να διαχειριστώ τα ερωτηματικά, την μοναξιά της μοναχοκόρης σε ένα δυσνόητο και δυσλειτουργικό περιβάλλον, αλλά και τα συνεχή ερεθίσματα της πραγματικότητας της οποίας ήμουν φανατική παρατηρήτρια ή και των δυσεπίλυτων  ονείρων που κατέκλυζαν τις νύχτες μου. Όταν μια κάμερα ήρθε στα παιδικά μου χέρια, μπορούσα για ώρες να κινηματογραφώ τη γιαγιά μου να καθαρίζει φασολάκια και άλλα παρόμοια. H σχέση με το μονοπλάνο έχει βαθιές ρίζες λοιπόν.

Κι εκεί κάπου, το μόνιμο θέμα στην «ανήλικη» και «ενήλικη» ζωή μου, η ενηλικίωση. Η ενηλικίωση που οι κοινωνικές συμβάσεις την οριοθετούν με βάση την ηλικία και την υποκριτική σοβαροφανή συμπεριφορά. Η ενηλικίωση που συνδέεται με τη μη «ειλικρινή» συμπεριφορά και την υιοθέτηση προσωπείων. Η ενηλικίωση που σημαίνει ν αφήσεις πίσω την αθώα, παιδική καρδιά και την ελευθερία της ύπαρξης. Στην “Αλεπού”, στο διάλειμμα των γυρισμάτων, προτιμούσα να είμαι με τα παιδιά. Ένιωθα τόσο καλά μαζί τους, απολαμβάνοντας αυτή την απίστευτα ελεύθερη ανεπεξέργαστη ματιά και επικοινωνία τους.

Στην εφηβεία γνώρισα τους υπαρξιστές και γοητεύτηκα από τον Καμύ. Την ίδια εποχή ανακάλυψα τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο τον Φασμπίντερ, τον Βέντερς. Δεν προβληματίστηκα ποτέ ποιον δρόμο να ακολουθήσω ήθελα να γίνω σκηνοθέτης εδώ και τώρα. Το Λονδίνο ήταν μονόδρομος προκειμένου να αναπαραστήσω τα αντικείμενα των εξερευνήσεών μου στην ανθρώπινη ψυχή και την ανάγκη να επικοινωνήσω, μέσα από αυτό, έχοντας ξεπεράσει με τον καιρό τον φόβο της έκθεσης. Αυτό που θα ήθελα κάποια στιγμή, είναι να μελετήσω Ιστορία Τέχνης. Η ζωγραφική με συναρπάζει».

Το “Hiwa” διακρίνεται από την ποιητική ατμόσφαιρα της αποσπασματικής αφήγησης και τη μοναδικότητα της αλληγορίας και των συμβολισμών, όπου το εξαιρετικό μοντάζ παίζει σημαντικό ρόλο στην αποτύπωσή τους. Ενώ, συνήθως, οι δουλειές σου φλερτάρουν με το μονοπλάνο.

«Στο “Hiwa” το μοντάζ ήταν απαραίτητο για να υπηρετηθεί  το concept του σεναρίου και η δουλειά της Σμαρούς Παπαευαγγέλου ήταν πραγματικά υπέροχη. Ένα σενάριο που γεννήθηκε με αφορμή την ανάθεση, από το Διεθνές Φεστιβάλ Αθηνών-Νύχτες Πρεμιέρας, σε 7 σκηνοθέτες να δημιουργήσουν με θέμα την Αθήνα, αλλά από μια διαφορετική οπτική. Η φιλιππινέζικη λέξη Hiwa σημαίνει τραύμα, πληγή. Ο Τζέι (ο πατέρας που αφηγείται) είναι υπαρκτό πρόσωπο και το σενάριο βασίζεται στην πραγματική του ιστορία. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου (του Αλφρέντο)- μιας οικογένειας από τις Φιλιππίνες που γνώρισα και με συγκινούσε η βαθειά αγάπη μεταξύ τους και η μεγάλη νοσταλγία για την πατρίδα τους.  Η αφήγηση, αν δεν έπρεπε να μπει σε πλαίσιο, θα μπορούσε να σταθεί για οποιαδήποτε πόλη ή χώρα.

Δεν θα κρύψω, πως δούλεψα επηρεασμένη από το καλλιτεχνικό κίνημα των Fauves, σε σχέση με το χρώμα και την υφή, όπως ο Gauguin και η σειρά του “The Lure of the Exotic”. Κινηματογραφώντας στην πόλη, συλλέξαμε έναν μεγάλο όγκο υλικού και πλάνων, το οποίο συνδέσαμε  με την αφήγηση και στόχο την απεικόνιση του συναισθήματος και της πληγής που είναι η πηγή των ονείρων. Προσωπικό και συλλογικό ασυνείδητο, έτσι όπως καταγράφονται από τις ψυχαναλυτικές σχολές. Τα όνειρα που νοηματοδοτούνται  ανάλογα με την οπτική προσέγγισης, δίνοντας διαφορετικές ερμηνείες. Αυτό έδωσε μια ποιητικά ντοκουμενταρίστικη ματιά κατά τη γνώμη πολλών. Την ίδια στιγμή δίνει το στίγμα της άποψης-σχέσης μου μ αυτή την πόλη, την οποία συνδέω με το τραύμα-τον πατέρα. Την πόλη που άφησα πίσω μου περίπου γύρω στα 7 για να εγκατασταθούμε στη Θεσσαλονίκη. Την πόλη από την οποία φεύγω κι επιστρέφω, με αντικρουόμενα και αυτοαναιρούμενα συναισθήματα, σε μια αέναη σχέση αγάπης- μίσους».

Είναι συνεχής η επιτυχημένη συμμετοχή των ταινιών της στα διεθνή φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο, βλέποντας την πορεία από την πτυχιακή της ταινία στο  London Film School (2013) «Thirteen Blue», η οποία συμμετείχε σε 30 φεστιβάλ, αποσπώντας 2  βραβεία (Χρυσο Αυγό στο Φεστιβάλ του Ρέυκιαβικ, το 1ο βραβείο στο Athnes Film&Video Festival του Οχάιο των ΗΠΑ).  Το 2014 κέρδισε το βραβείο του διαγωνισμού σεναρίου στο Φεστιβάλ της Πάτμου για το σεναριο της ”LUZ”. To 2014 συμμετείχε στα εκπαιδευτικά προγράμματα: Sarajevo Talents, RIFF Talent Lab και το 2015 στο Berlinale Talents. Με το σενάριο για την ταινία «Αλεπού» συμμετείχε στο Berlinale Short Film Station (παγκόσμια πρεμιέρα και βραβείο στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, συνεχίζοντας στο φεστιβάλ Δράμας και στις  Νύχτες Πρεμιέρας).  Στη συνέχεια το HIWA” στην  67th Berlinale και τις Νύχτες πρεμιέρας,  για να κατακτήσει τις Κάννες με το «Έκτορας Μαλό: Η Τελευταία Μέρα της Χρονιάς» που όπως προαναφέρθηκε θα συμμετέχει στο Φεστιβάλ του Τορόντο και θα παρουσιαστεί και στο Φεστιβάλ του Μόντρεαλ.  Τι σημαίνουν όλα αυτά για την ίδια;

“Το να έχεις καταφέρει να κάνεις πρεμιέρα σε ένα φεστιβάλ (πόσο μάλλον στις Κάννες), ακόμη κι αν πιο μπροστά μια βράβευση φάνταζε κάτι μακρινό ως απίθανο, αρχίζει να δημιουργεί προσδοκίες και σαφώς, το βραβείο φέρνει έναν ενθουσιασμό. Οι βραβεύσεις, χωρίς αμφιβολία, εξασφαλίζουν χρηματοδότηση για επόμενες δουλειές και αναγνώριση σε διεθνές επίπεδο, αλλά και προσδοκίες από πρόσωπα, φορείς και κοινό. Δεν παύω ποτέ όμως την ίδια στιγμή να σκέφτομαι, πως όλα είναι σχετικά. Ξεπηδά μέσα μου το ερώτημα: «Τι κι αν;». Αν πχ ήταν άλλη η σύσταση της επιτροπής κι όχι αυτή που σε έκρινε. Αν δεν υπήρχε ίσως η τάση τη δεδομένη στιγμή να δοθεί βάρος για λόγους πολιτικούς-κοινωνικούς κλπ στη βράβευση γυναικών; Και πάει λέγοντας. Όταν κρίνεσαι από ανθρώπους, οι οποίοι  είναι φυσικό ο καθένας να έχει τη δική του γνώμη και άποψη, πράγματα που καθορίζονται από πολλούς παράγοντες, όλα είναι σχετικά. Αυτό με βοηθά να αντιληφθώ τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στη βράβευση ή μη ενός καλλιτεχνικού προϊόντος και χωρίς να υποτιμώ όλους αυτούς που με τίμησαν με την επιλογή τους ως τώρα, είμαι πάντα προσγειωμένη, business oriented, αποφεύγοντας τις μιμήσεις, κάνοντας δουλειές που συναισθηματικά με δικαιώνουν.

Μετά την βράβευση στις Κάννες, μου ανατέθηκε να σκηνοθετήσω τα φετινά  teaser  για το Διεθνές  Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1η φορά γίνεται ανάθεση σε γυναίκα σκηνοθέτη). Στο ευρύτερο πλαίσιο της αποδόμησης και της αποσπασματικότητας στο οποίο κινούμαι στο σινεμά μου, έτσι και σε αυτά τα teaser,  θα φτιάξω ένα παζλ, με αφορμή τρεις εικονικές κινηματογραφικές σχέσεις”.

-Τι δικές σου προσωπικές στιγμές με ποιο μουσικό κομμάτι θα τις έντυνες;

“Αλλάζουν οι προτιμήσεις μου ανάλογα με την εποχή και τις καταστάσεις. Το τελευταίο διάστημα έχω κολλήσει σε δύο. Το Loosing my taste for the night life του Arthur Russel και το Wayne του John Fruciante”.

-Τι τίτλο θα έβαζες δίπλα στη Ζακλίν Λέντζου;

“Ένα παιδί 29 ετών”.

END

κείμενο φωτογραφίες: @Μαρία Μαυρίδου

Εκτορας Μαλό: Η Τελευταία Μέρα της Χρονιάς

 Σκηνοθεσία: Ζακλίν Λέντζου  Σενάριο: Ζακλίν Λέντζου  Παραγωγή: Φένια Κοσοβίτσα  Διεύθυνση Φωτογραφίας: Κωνσταντίνος Κουκουλιός  Μοντάζ: Δώρα Μασκλαβάνου  Ηχος: Λέανδρος Ντούνης, Νίκος Λιναρδόπουλος Σκηνικά: Λόρα Αν Λούκας, Ευα Γκουλάκου Παίζουν: Σοφία Κόκαλη, Νίκος Ζεγκινόγλου, Κατερίνα Ζησούδη, Γιάννης Παπαδόπουλος, Νίκος Παναγιωτόπουλος, Φαίδρα Τσολίνα, Προμηθέας Αλειφερόπουλος