Κασσάνδρα Δημοπούλου: Η εμμονή να κατακτήσεις την τελειότητα σε πάει στην κόλαση

“Η Τόσκα είναι μια παθιασμένη γυναίκα…. Ζει ανάμεσα σε ακραίους κόσμους: έχει φιλίες με το κατεστημένο και έρωτα με την επανάσταση. Είναι περήφανη και ταυτόχρονα εύθραυστη, αδύναμη και παντοδύναμη… Η Τόσκα μας εκθέτει και δείχνει τον αληθινό μας εαυτό, αναγκάζοντάς μας να δείξουμε την αλήθεια μας και να παραδοθούμε “άνευ όρων” στο κοινό”, αναφέρει στο σημείωμά της η διεθνώς καταξιωμένη λυρική τραγουδίστρια Κασσάνδρα Δημοπούλου, εν όψει της παρουσίασης της Τόσκα του Τζιάκομο Πουτσίνι, 25 & 27 Νοεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης από την Εταιρία Λυρικού Θεάτρου Ελλάδος (Skull of Yorick Productions), σε συνεργασία με τη Συμφωνική Ορχήστρα Λάρισας, την Γερμανική εταιρία Opera Classica Europa (κοστούμια) και τον Φίλιππο Μοδινό, στον ρόλο του Μάριο Καβαραντόσσι, αλλά και του σκηνοθέτη της παράστασης. Μια παράσταση που έρχεται στη Θεσσαλονίκη, μετά την πρεμιέρα της στο Δ.Ω.Λ., η οποία πραγματοποιήθηκε με τη υποστήριξη της Περιφέρειας Θεσσαλίας.

Το παραπάνω σχόλιό της για την Τόσκα, σκιαγραφεί κατά πολύ την προσωπικότητα της ίδιας. Της νέας αυτής γυναίκας, την οποία  έχω απέναντί μου. Το ταλαντούχο πλάσμα, με τη μεσογειακή ομορφιά, το φλογερό βλέμμα και το ταπεραμέντο που δεν κατάφερε να δαμάσει η μακρόχρονη τριβή με τη γερμανική κουλτούρα. Ο πάγος είναι ανίσχυρος μπροστά στη φωτιά. Σε μια συζήτηση με μηνύματα  για πολλούς αποδέκτες, η Κασσάνδρα Δημοπούλου ξεδιπλώνει τη ζωή και τις σκέψεις της, τις αναζητήσεις, το όραμα και τη φιλοσοφία της, για την Τέχνη, την πολιτική, την παιδεία, την όπερα και τη μουσική, την Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη, αποδεικνύοντας, πως ο καλλιτέχνης είναι πολιτικό ον, παθιασμένος υπηρέτης της τέχνης του και σίγουρα ένας άνθρωπος που ζει ανάμεσά μας, σε μια εποχή που οι ντίβες είναι παρελθόν.

«Μεγάλωσα ακούγοντας Μπαχ από την κοιλιά της μάνας μου. Τη μουσική την πήρα με το γάλα. Γαλουχήθηκα μέσα στη μουσική και μεγάλωσα κάνοντας πολύωρες φιλοσοφικές συζητήσεις με τον πατέρα μου, λόγω της ακαδημαϊκής του ιδιότητας. Με τους γονείς μου συστηνόμαστε από την αρχή, αφού επέστρεψα μετά από 18 χρόνια διαμονής στο εξωτερικό. Μια επιλογή που ήταν μονόδρομος, τα μέσα του 90 που έφυγα. Τότε, το να ασχολείσαι με την κλασική μουσική ήταν αφορμή για bullying. Είχα βαρεθεί, κάθε φορά που πήγαινα στο Ωδείο (“Άριστα Παμψηφεί” στο Νέο Ωδείο Θεσ/νίκης), κουβαλώντας το βιολοντσέλο, να μου φωνάζουν από τη δεκαετία του 80 ακόμη: «Πού πας την μπασαβιόλα;».

Είμαι άνθρωπος της ορχήστρας, γιατί αν και ασχολούμαι με το λυρικό τραγούδι, ξεκίνησα από τη μουσική, την τέχνη που ζούσε μέσα μου από την πρώτη μου αναπνοή και ελευθερώθηκε, τόσο απλά και φυσικά, όσο κι η ανάσα μου στον κόσμο. Θεωρήθηκα ταλέντο, αλλά απλά ήμουν εγώ, τίποτα παραπάνω. Θα με χαρακτήριζα φύσει αισιόδοξη και ικανή να επηρεάσω και να αφυπνίσω ανθρώπους, ώστε να αναγνωρίσουν και να ακολουθήσουν τους δρόμους που τους καλούν, γι’ αυτό λέω συχνά πως είμαι άνθρωπος που βάζει φωτιές. Σκέφτομαι πάντα τι και πως θα μπορέσω να «σπείρω» κι όχι τι μπορεί να αναστείλει, να καταστρέψει μια προσπάθεια, μια ιδέα. Είμαι ένας άνθρωπος που επηρεάζεται και ο ίδιος από την ενέργεια και το πνεύμα  των ανθρώπων με τους οποίους συνδέεται με αγάπη».

Να υποθέσω, πως κάπως έτσι πέρασες στην όπερα;

«Στα 17 μου χρόνια, το πρώτο ακόμη διάστημα παραμονής μου στη Γερμανία για τις σπουδές τσέλου, ακούγοντας ένα cd  με τους Παλιάτσους του Ρ. Λεονκαβάλο, από τη δισκοθήκη του αείμνηστου λυρικού τραγουδιστή  Δημήτρη Ζιακούλη, συγκλονίστηκα. Μια φλόγα φούντωσε μέσα μου. Ζήτησα να μάθω λεπτομέρειες, αλλά και τα λόγια αυτού του μεγάλου έργου, ακούγοντας με δέος τη μεγαλειώδη ερμηνεία του Παβαρότι. Ο θαυμασμός και η αγάπη μου για τον άνθρωπο, μαζί με αυτή την πρωτόγνωρη συναρπαστική «συνάντησή» μου με το λυρικό τραγούδι ήταν καθοριστικά για τις επιλογές μου.

Η γνωριμία, η αγάπη, ο θαυμασμός και η κοινή ζωή και πορεία με τον Φίλιππο Μοδινό, τον άνθρωπο που βγήκε από την κοιλιά της όπερας, φέροντας το οικογενειακό DNA από τους γονείς του και έχει την απίστευτη ικανότητα, να μεταδίδει τις γνώσεις και την αγάπη του, σαφώς λειτούργησαν και λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Δεν σου κρύβω, πως είναι ο Φίλιππος που επέμενε να ανεβάσουμε την Τόσκα, προσπερνώντας τον , πως μια mezzo δεν μπορεί να ερμηνεύσει ρόλους που είναι για soprano. Αν και αντέδρασα και πανικοβλήθηκα στην αρχή, γνωρίζοντας πως θα υπηρετούσα μια ερμηνεία με πέντε κόντρα Ντο, δέχτηκα την πρόκληση και δούλεψα σκληρά για να κατακτήσω κι αυτή την κορυφή. Μπήκα έτσι, σε μια διαδικασία που με εξέλιξε όχι μόνο φωνητικά- καλλιτεχνικά, αλλά και για προσωπικούς λόγους μου άνοιξε, μου φώτισε  νέες πτυχές του εσωτερικού μου κόσμου.

Επηρεασμένη από την πνευματικότητα που διέπει την ιδιοφυή  μουσική του Πουτσίνι στην Τόσκα, πέρασα σε άλλα επίπεδα και εσωτερικές διεργασίες που με έκαναν να έρθω πιο κοντά στον Φίλιππο και σε ένα κομμάτι της ζωής και του εαυτού μου, το οποίο αντιλήφθηκα πως είχα παραμελήσει. Η προσήλωση στην «πραγματικότητα» της λυρικής σκηνής είχε γίνει σε βάρος της ανάγκης για πιο βαθιές αναζητήσεις, απαραίτητες για την ισορροπία μου, ως ένας άνθρωπος που ζει συνεχώς μέσα σε ερεθίσματα και προκλήσεις. Το έργο αυτό, έγινε αφορμή να ξεκλειδώσουν και να απελευθερωθούν απίθανες κρυμμένες ενέργειες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τις ψηλές νότες για να τις κατακτήσεις τα ανώτερα τσάκρας πρέπει να είναι ανοιχτά».

Ολοκλήρωσε τις πτυχιακές σπουδές της στο κλασικό τραγούδι στη Γερμανία (Hochschule fuer Musik Detmold & Hochschule fuer Musik und Darstellende Kunst Stuttgart). Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές  (Master in Arts) στο Λονδίνο, στο Royal Academy of Music, όπου αποφοίτησε με Άριστα και Διάκριση (DipRam) ως υπότροφος του Ιδρύματος Λεβέντη, του Athena Scholarship και Νewton Scholarship και με την υποστήριξη του Life Action Trust και του Josephine Baker Trust. Συμμετείχε επίσης στην Θερινή Ακαδημία για Νέους Λυρικούς Τραγουδιστές στα πλαίσια του Festival d’opera lyrique d’Aix-en-Provenence και παρακολούθησε masterclasses με τους: Ghena Dimitrova, Raul Gimenez, Ivonne Mintone, Gabriel Bacquier, Dunja Vejzović, Kurt Widmer κ.ά. Παράλληλα με την μουσική, ασχολήθηκε εντατικά με το Physical Theatre και τον Μοντέρνο Χορό στην Βέρνη (CH), με τον Thomas Mettler (On/Off Studio).

Σπουδές και συνεργασίες στο εξωτερικό. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν αυτό για μια νεαρή Ελληνίδα;

«Ζώντας 18 χρόνια στο εξωτερικό, αφού έφυγα τελειώνοντας το σχολείο, επέστρεψα το 2013 με μια βαλίτσα πολύτιμες γνώσεις, εμπειρίες και συνεργασίες, έχοντας παράλληλα συνειδητοποιήσει μια μεγάλη αλήθεια. Είναι μάταιο να προσπαθείς να αφομοιωθείς στον ξένο τόπο. Είσαι πάντα ο ξένος, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο καλά κι αν ξέρεις τη γλώσσα ή υιοθετήσεις τον νέο τρόπο ζωής. Κατέληξα στο συμπέρασμα, πως είτε είσαι οικονομικός μετανάστης, είτε πρόσφυγας, είτε φοιτητής, δεν αξίζει να απαρνηθείς τις ρίζες σου, τις συνήθειες κι ότι αποτελεί κομμάτι της εθνικής σου ταυτότητας και καταγωγής. Ήμουν πάντα η Ελληνίδα. Αυτό όσον αφορά στη δουλειά είχε θετικό αντίκτυπο, λόγω του μύθου της Κάλλας που έχει ταυτιστεί με το ελληνικό στοιχείο. Έτσι, σε μια ακρόαση στο άκουσμα πως είσαι Ελληνίδα η υποδοχή είναι θετική. Όσο αστείο κι αν ακούγεται, λειτουργεί ο συνειρμός Κάλλας, Ελληνίδα, Ελληνίδα λυρική τραγουδίστρια, μια ακόμη Κάλλας. Αυτό σημαίνει φυσικά, πως οι προσδοκίες και οι απαιτήσεις από εσένα είναι πολύ υψηλότερες σε σχέση με άλλους.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών, η αυστηρότητα ήταν υπερβολική και συχνά αδικαιολόγητη και ανεδαφική, όπως αποδείχθηκε και στην πορεία. Αυτή η προσήλωση σε αυστηρούς κανόνες πειθαρχίας και ο υπέρμετρος, σκληρός ανταγωνισμός. Η μανία για τελειότητα, για έναν χώρο που διεθνώς έχει χάσει πλέον την παλιά του δόξα (συνεχίζοντας όμως, μαζί με το μπαλέτο απορροφούν το μεγαλύτερο μέρους του προϋπολογισμού για τον πολιτισμό, λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής) και ανάμεσα στις προϋποθέσεις  για μια συνεργασία συμπεριλαμβάνονται πολλοί παράγοντες άσχετοι με αυτή. Το τέλειο δεν υπάρχει. Το τέλειο είναι μια ψευδαίσθηση. Η εμμονή να κατακτήσεις την τελειότητα σε πάει στην κόλαση. Στον παράδεισο πάμε γιατί είμαστε ατελείς, το αναγνωρίζουμε και το αποδεχόμαστε και αυτό μας κάνει να ισορροπήσουμε μέσα μας και να λειτουργούμε με υγιή τρόπο στο περιβάλλον, το οποίο κινούμαστε».

Τo 2006 κέρδισε το “Βραβείο του κοινού” στον διεθνή διαγωνσιμό Bel Canto του Φεστιβάλ Rossini στο Bad-Wildbad και η σολιστική πορεία της στον διεθνή χώρο άρχισε το 2007, με την “Carmen” του G. Bizet, στη Γερμανία (Monschau Klassik).  Ακολούθησε το ελληνικό της ντεμπούτο με τον ρόλο της Κλεοπάτρας στην όπερα “Giulio Cesare” του G. F. Handel (Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης) αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές διεθνώς και τον έπαινο της Ένωσης Ελλήνων Κριτικών για “Καλύτερη Πρωτοεμφανιζόμενη Καλλιτέχνη”.  Το όνομά της ξεχώρισε για ακόμη μια φορά το 2010 διεθνώς, όταν συμμετείχε στην παραγωγή της Rada Film Productions “Rigoletto a Mantova”, στην όπερα του G. Verdi “Rigoletto”, δίπλα στους: Placido Domingo, Ruggero Raimondi, Vittorio Grigolo, υπό τη διεύθυνση του Zubin Mehta, σκηνοθεσία Marco Bellocchio και κινηματογραφιστή τον Vittorio Storraro. Η παραγωγή μεταδόθηκε ζωντανά σε 138 χώρες. Οι συνεργασίες της σε Ελλάδα και εξωτερικό  δεν έχουν σταματήσει έχοντας έδρα της, από το 2014, τη Θεσσαλονίκη.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα θα περίμενε κάποιος  πως, για ευνόητους λόγους, θα πήγαινες στην Αθήνα.

«Η αγάπη για τον τόπο και η αγάπη για τους γονείς που τόσα χρόνια είχαν χάσει την μοναχοκόρης τους με έκανε να γυρίσω στην Ελλάδα και στη Θεσσαλονίκη, για να ξεκινήσει ξανά μια λυρική σκηνή στην πόλη, έστω και με ιδιωτική πρωτοβουλία. Πόσες παραγωγές και πόσους καλλιτέχνες μπορεί να απορροφήσει η Λυρική Σκηνή; Από την άλλη είναι καιρός η Λυρική να τολμήσει να δώσει βήμα σε νέους ερμηνευτές, του οποίους αφήνει ανεκμετάλλευτους. Λένε πως οι μεγάλοι ρόλοι οδηγούν πολλούς καλλιτέχνες της όπερας στο να καταστρέψουν, να «κάψουν» τη φωνή τους. Τις ίδιες συνέπειες όμως για τη φωνή τους έχει και το «σκούριασμα». Η επιλογή δηλαδή, να είναι σε μεγάλες σκηνές, αλλά σε μικρούς ρόλους ή αντικαταστάσεις που δεν γίνονται ποτέ. Η φωνή χάνεται γιατί δεν εξελίσσεται, δεν βρίσκεται σε συνεχή άσκηση και πρόκληση, χάνοντας τη σχέση με αυτό που είναι η ίδια η τέχνη τους.

Η ίδρυση της ομάδας “Skull of Yorick Productions”, της Εταιρείας Λυρικού Θεάτρου Ελλάδος (με εμένα ως καλλιτεχνική διευθύντρια και τον Φίλιππο ως διαχειριστή), έχει στόχο να στηρίξει την ομάδα μας, αλλά και άλλες καλλιτεχνικές ομάδες και να δώσει την ευκαιρία σε ερμηνευτές να κάνουν ντεμπούτο σε μεγάλους ρόλους, χτίζοντας αξιοπιστία. Ρόλους, που όπως έχει αποδειχθεί, μπορεί να γίνουν το διαβατήριό τους για νέες συνεργασίες σε Ελλάδα και εξωτερικό. Αυτό έρχεται σε αντιστάθμισμα των αντιξοοτήτων και των δυσκολιών που σαφώς υφίστανται σε μια ιδιωτική πρωτοβουλία όπως τη δική μας. Σαφώς, τίθεται ζήτημα υποστήριξης από την πολιτεία (με όποια της μορφή και φορέα που μπορεί να την αντιπροσωπεύει) τις δράσεις μας και να γίνουν συνεργασίες τέτοιες μεταξύ ιδιωτών και πολιτεία που να επιφέρουν οφέλη προς όλους και φυσικά κυρίως προς τους πολίτες, δηλ. το νέο ανθρώπινο δυναμικό!

Μια λυρική σκηνή είναι κάτι που λείπει από την πόλη που διαθέτει ήδη χώρους και υποδομές γι αυτό και μια ορχήστρα, όπως  π.χ. η Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης, αλλά  προς το παρόν, λείπει η πολιτική βούληση και οικονομική υποστήριξη. Μέχρι τώρα έχουμε εισπράξει άλλοτε αδιαφορία και άλλοτε άρνηση. Η τέχνη έχει ανάγκη την υποστήριξη του ισχυρού. Αυτό είναι μια πανάρχαια αλήθεια που διέπει τη σχέση εξουσίας- χρήματος με την τέχνη. Ο καλλιτέχνης δεν έχει άμεση πρόσβαση στο κεφάλαιο. Είμαστε αναλώσιμοι, περιμένοντας ευκαιρίες. Η τέχνη και η πολιτική χρειάζονται η μία την άλλη, είναι οι δύο διαφορετικές όψεις του πολιτισμού».

Θα εξέταζες την πιθανότητα να ασχοληθείς με την πολιτική;

«Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου με πολιτική-κομματική ταυτότητα και την ιδιότητα του πολιτικού, όμως η ενασχόληση με τα κοινά προς όφελος του συνόλου της κοινωνίας, παράγοντας πολιτισμό, είναι κάτι που  αποτελεί οικογενειακή φιλοσοφία εξ ανέκαθεν.  Το να είμαι ενεργό μέλος της κοινωνίας είναι λοιπόν στη φύση μου. Σαφώς έχω άποψη και θέση απέναντι σε ότι συμβαίνει στην χώρα και φυσικά, στον τόπο καταγωγής μου τη Θεσσαλονίκη, αποκλείοντας τη σύμπραξη με ακραία σχήματα οποιουδήποτε χρώματος και κατεύθυνσης. Δεν είμαι των άκρων σε κανένα τομέα, πόσο μάλλον στην πολιτική. Η σκέψη και μόνο ότι μπορεί η ακροδεξιά να γίνει κυβέρνηση με τρομάζει και θα είναι ο λόγος που, την ίδια μέρα, θα φύγω από την Ελλάδα χωρίς δεύτερη σκέψη».

Τί  πιστεύεις, από την εμπειρία σου, κάνει τους μη «μυημένους» στην όπερα, να έρχονται και να απολαμβάνουν τις παραστάσεις σας;

«Ο όρος μυημένος είναι παρεξηγημένος και σηκώνει πολύ συζήτηση, την οποία θα κάνουμε άλλη φορά. Η λέξη όπερα σημαίνει έργο. Είναι το είδος που προέκυψε από την προσπάθεια να αναβιώσει το αρχαιοελληνικό δράμα στην ευρωπαϊκή μουσική σκηνή. Ο απλός καθημερινός άνθρωπος λοιπόν, έρχεται σε μια παράσταση όπερας για το άτομο που την πρεσβεύει. Για τον άνθρωπο που αντιλαμβάνεται, πως, όπως και ο ίδιος, έχει κι αυτός μια καθημερινότητα, και ζει προσηλωμένος στην τέχνη του με πάθος, προκειμένου να τον συμπαρασύρει σε αυτό, με ειλικρίνεια και σκληρή δουλειά».

Σημείωμα της Κασσάνδρας Δημοπούλου, Artistic Director Hellenic Opera Co., για την Τόσκα. Το έργο, ο ρόλος, η πρόκληση.

Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης 25 & 27 Νοεμβρίου  Ώρα έναρξης : 20:30

«Ο ρόλος της Τόσκα είναι σχεδόν εξωπραγματικής δυσκολίας. Όχι ότι οι άλλοι μεγάλοι λυρικοί ρόλοι είναι εύκολοι, αλλά η Τόσκα έχει ένα παραπάνω ειδικό βάρος. Οι απαιτήσεις του ρόλου είναι πολυδιάστατες και ο συνδυασμός τους σε ένα άτομο σπάνιος. Πολλές διάσημες λυρικές τραγουδίστριες αναμετρήθηκαν μαζί του (υψίφωνοι και μεσόφωνοι) και οι περισσότερες δεν τον συμπάθησαν ιδιαίτερα. Η πιο διάσημη Τόσκα όλων των εποχών, η Ελληνίδα υψίφωνος Μαρία Κάλλας, έλεγε πάντα ότι η Τόσκα δεν της είναι αγαπητή σαν ρόλος. Παρ’όλα αυτά άρχισε και τελείωσε την καριέρα της με τον ρόλο αυτό.

Ο χαρακτήρας της Τόσκα είναι, από θεατρικής απόψεως, ένας πολύ “νευρικός” χαρακτήρας που απαιτεί σωματική ευκινησία και ευλυγισία και ταυτοχρόνως έντονα στυλιζαρισμένη κίνηση και κομψότητα, η οποία έρχεται πολλές φορές σε αντίθεση με την βίαια πλοκή. Είναι ένας ρόλος που αφήνει εκτεθημένη την πρωταγωνίστρια: η Τόσκα είναι μια διάσημη λυρική τραγουδίστρια. Σε ποιο “κοστούμι” λοιπόν μπορεί να “κρυφτεί” κανείς όταν ερμηνεύει έναν χαρακτήρα που δεν είναι άλλος από τον εαυτό του; Η Τόσκα είναι μια παθιασμένη γυναίκα: ζηλιάρα, ανασφαλής, νευρική, πολλές φορές ακόμη και υστερική. Ζει ανάμεσα σε ακραίους κόσμους: έχει φιλίες με το κατεστημένο και έρωτα με την επανάσταση. Είναι περήφανη και ταυτόχρονα εύθραστη, αδύναμη και παντοδύναμη… Η Τόσκα μας εκθέτει και δείχνει τον αληθινό μας εαυτό, αναγκάζοντάς μας να δείξουμε την αλήθεια μας και να παραδοθούμε “άνευ όρων” στο κοινό.

Η αριστουργηματική μουσική του Puccini όμως είναι η πραγματική δυσκολία του ρόλου. Η ιδιοφυϊα του συνθέτη πλαισίωσε αυτό το θρίλερ με μια μουσική που είναι σχεδόν πιο αποτελεσματική κι από την ίδια την πλοκή. Η μουσική της Τόσκα, από την μία ευλαβική- σχεδόν “θρησκευτική”- και από την άλλη βίαιη και πολλές φορές ατονική (ιδιαιτέρως όταν συναναστρέφεται τον Βαρόνο Σκάρπια) δημιουργεί στον ακροατή μια ψυχική ένταση, δίνοντάς του μια αγωνιώδη, ανικανοποίητη αίσθηση. Φωνητικά, είναι από τις πιο δύσκολες παρτιτούρες: ο ρόλος είναι μεγάλος σε διάρκεια, γραμμένος σε μεγάλη έκταση και με συχνές εναλλαγές μεταξύ recitativo και εξαιρετικής δυσκολίας ariosi, με αποκορύφωμα την άρια της 2ης πράξης “Vissi d’arte”. Η άρια αυτή αρχικά δεν υπήρχε στο έργο, αλλά η πρώτη Τόσκα απαίτησε από τον συνθέτη να συνθέσει μια άρια, έτσι ο Puccini έγραψε μια έξτρα άρια και την “κόλλησε” στο δεύτερο μισό της 2ης πράξης, μεταξύ των δύο πιο βίαιων σκηνών της. Η άρια κάνει ένα ακραίο κοντράστ, καθότι είναι ένας εσωτερικός μονόλογος, μια προσευχή, που παρεμβάλλεται σαν ξένο σώμα μεταξύ της απόπειρας βιασμού της πρωταγωνίστριας και του φόνου. Αυτή η διακοπή της ροής της πράξης και η ξαφνική “ησυχία” της μελωδίας της, που όμως κορυφώνεται σε μια κραυγή απελπισίας στο τέλος, είναι συγκλονιστική και απαιτεί ατσάλινα νεύρα από την τραγουδίστρια, η οποία πρέπει αφενός να προλάβει να ηρεμήσει μετά τις βίαιες σκηνές και μουσική και αφετέρου να μην παρασυρθει η ίδια από την αγωνία που δημιουργεί η αρμονία, ιδιαιτέρως στο τέλος της αριας.

Και σα να μην έφταναν όλες οι δυσκολίες, παρότι πρωταγωνίστρια, η Τόσκα δεν είναι ακριβώς η αγαπημένη του κοινού… Ενώ κερδίζει τον θαυμασμό και το δέος, δεν κερδίζει την ταύτισή του με τον χαρακτήρα της (και άρα ούτε και την αγάπη του)- άδικο, όταν πρόκειται για έναν τόσο δύσκολο ρόλο.

Όταν έπεσε η ιδέα του να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου με τον ρόλο αυτό, σκέφτηκα αμέσως ότι η ιδέα ήταν πολύ τολμηρή και αρχικά αρνήθηκα, αλλά μετά σκέφτηκα ότι πριν προσπεράσω αυτή την πρόκληση, άξιζε τον κόπο να μπω στη δοκιμασία και να αναμετρηθώ τελικά με την “Τόσκα”. Ως μεσόφωνος, είχα να αντιμετωπίσω παραπάνω δυσκολίες από ότι μια υψίφωνος, αλλά σκέφτηκα ότι αν το έχουν καταφέρει κι άλλες μεσόφωνοι στο παρελθόν, θα έπρεπε τουλάχιστον να προσπαθήσω. Άρχισα μία ας πούμε “μετεκπαίδευση” που κράτησε αρκετούς μήνες. Το δέος μου για τον ρόλο με παρέλυε και δεν είχα αίσθηση του χρόνου, αλλά ο καιρός πέρασε γρήγορα και όταν έφτασε η πρεμιέρα, ένιωσα (ίσως για πρώτη φορά στη ζωή μου) ότι θα ήθελα να μην είχα πει το “ναι” στην πρόκληση. Με έπιασε πανικός. Δεν είχα προλάβει να καταλάβω την Τόσκα… Μόνο μετά την πρεμιέρα άρχισε να μου αποκαλύπτεται, αφού αφέθηκα σ’αυτήν, αφού αναγκάστηκα να παραδοθώ, να εκτεθώ, να (εκ)παιδευτώ…

Αυτή την στιγμή νιώθω ότι τώρα μόλις αρχίζω τώρα να την γνωρίζω. Σιγά-σιγά, με πολύ υπομονή, με κόπο, ίσως μια μέρα το δέος υποχωρήσει και την κατακτήσω. Προς το παρών, έχει κατακτήσει αυτή εμένα».

Kassandra Dimopoulou

Artistic Director Hellenic Opera Co.

www.hellenicoperaco.com

www.kassandradimopoulou.com

 

GIACOMO PUCCINI: TOSCA

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Σκηνοθεσία/ Φωτισμοί: Φίλιππος Μοδινός

Μουσική Διεύθυνση: Χρήστος Κτιστάκης

Συμφωνική Ορχήστρα Λάρισας

Σκηνικά: Γιώργος Λεπίδας

Κοστούμια: Opera Classica Europa

Βοηθός Σκηνοθέτη: Αθανάσιος Μαργούτας

 

ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ:

Φλόρια Τόσκα: Κασσάνδρα Δημοπούλου

Μάριο Καβαραντόσσι: Φίλιππος Μοδινός

Ο Βαρόνος Σκάρπια: θα ανακοινωθεί

Σακρεστάνο: Αλέξανδρος Γάβαρης

Αντζελόττι: Βασίλης Ασημακόπουλος

Σπολέττα: John Rownan

Σιαρρόνε: Ιωάννης Νάκος

Φύλακας: Νικόλας Λεβέντης

Βοσκός: Εβελίνα Χαβαλέ

 

ΜΕΛΗ ΧΟΡΩΔΙΩΝ:

In Donnation- Μουσικός Σύλλογος Λάρισας- Μουσικός Σύλλογος Τυρνάβου- Μικτή Χορωδία

Δ.Ω.Λ. (Μουσική διεύθυνση: Χρήστος Κτιστάκης)

Παιδική Χορωδία Ι. Ν. Κυρίλλου και Μεθοδίου (Μουσ. Διεύθυνση: Μαρία Έμμα Μελιγκοπούλου-Γλυκερία Ροηλίδη

Παραστάσεις :  25 και 27 Νοέμβρη

Ώρα έναρξης : 20:30’  ( 8 και 30 μ. μ. )

 

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

40€ (25€*), 35€ (20€*), 30€, (15€*), 25€ (10€*), 20€ (5€*)

* φοιτητικό, παιδικό, κάρτα ανεργίας, πολύτεκνοι-τρίτεκνοι, ΑΜΕΑ, κάρτα αλληλεγγύης)