Κωνσταντίνος Ασπιώτης: Στην Ελλάδα δεν χρειάζεται να είσαι εκπαιδευμένος, αρκεί να είσαι διάσημος

«Η ζωή μου χωρίζεται σε δύο πολύ σημαντικές περιόδους. Αυτή που είχα πριν και αυτή που είχα μετά τη δραματική σχολή του Κρατικού. Σκέφτομαι, πως είναι παρόμοιο μ’ αυτό που συμβαίνει σε κάποιον που κάνει παιδί. Είναι κάτι που το θέλει, το σκέφτεται, το φαντάζεται, το έχει δει να συμβαίνει σε άλλους και ξέρει «θεωρητικά» τι αυτό σημαίνει, τι χρειάζεται κλπ. Όταν όμως  γίνεται γονιός,  βιώνει  μια εμπειρία που αλλάζει την οπτική του στον κόσμο και τα πράγματα, ανακαλύπτοντας  παράλληλα νέες πτυχές του εαυτού του. Μπαίνοντας σε μια διαδικασία συνεχούς προσπάθειας, γνώσης, ευθυνών που θα συνοδεύει όλη του τη ζωή, χαρίζοντας ανεπανάληπτες στιγμές χαράς, ικανοποίησης, δημιουργίας και απόλαυσης, αλλά και αντιξοότητες, διλήμματα, απογοητεύσεις, σε ένα πεδίο που αν επαναπαυθείς, πιστεύοντας πως  ότι  «το  χεις», είναι η στιγμή που το έχεις χάσει.

Ένας χώρος που απαιτεί να είσαι σε συνεχή εγρήγορση και σε εκπλήσσει θετικά και αρνητικά. Σε προκαλεί να γίνεις η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου, εξερευνώντας  και εξελίσσοντας  τις ανεξάντλητες δυνατότητές σου. Φύσει περίεργος, έβλεπα στη σχολή -και συνεχίζω να το κάνω- κάθε τι, ως ένα νέο παράθυρο στη γνώση. Έτσι, ακόμη και πράγματα που δεν μου άρεσαν, δεν τα απέρριπτα. Τα παρατηρούσα  προκειμένου να τα κατανοήσω και  να εντοπίσω το στοιχείο από αυτά που έχει κάτι να μου δώσει»,  λέει  ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης,  σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, όπου διηγείται για πρώτη φορά, εκτός άλλων, την περιπέτεια της εισαγωγής του στη σχολή του ΚΘΒΕ, αλλά και τους προσωπικούς του προβληματισμούς, ανάμεσα σε μνήμες παιδικές γεμάτες παιχνίδι και γεύσεις σπιτικές, με αφορμή το μιούζικαλ «Αναζητώντας τον Αττίκ» σε σκηνοθεσία-χορογραφία Σοφίας Σπυράτου, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης 7-12 Ιουνίου, όπου υποδύεται τον Αττίκ στη νεαρή ηλικία (στη συνέχεια, ο ρόλος περνάει στον Άκη Σακελλαρίου). Μια ευτυχή συνεργασία, όπως δηλώνει, με έναν 26μελή θίασο που οδήγησε, σε συνεχή sold out στο Θέατρο Παλλάς. Χορός, ζωντανή μουσική και φαντασμαγορικά σκηνικά από τον Μανώλη Παντελιδάκη, αλλά και νέα κείμενα και τραγούδια με τη συνέργεια του Γιώργου Λιάβα και του Γιάννη Ξανθούλη, αποτελούν το μυστικό της επιτυχίας μιας απόλυτα ανανεωμένης παράστασης που πρωτοπαρουσιάστηκε το 2012.

Μιλά στη συνάντησή  μας για τα ποτέ που αναίρεσε. Tα όχι που δεν μετάνιωσε. Tα ναι που απόλαυσε, στην πορεία του ως ηθοποιός και σκηνοθέτης του θεάτρου. Τις ερμηνείες που κέρδισαν κοινό και κριτικούς, με συνεργασίες με τους πλέον καταξιωμένους σκηνοθέτες. Την άποψη του για τον κινηματογράφο στην Ελλάδα. Την νέα παράσταση που ετοιμάζεται  να ανεβάσει αρχές φθινοπώρου με τη Μαρίνα Καλογήρου στη Θεσσαλονίκη, με στόχο πανελλήνια περιοδεία. Τη  συμμετοχή του στο νέο μιούζικαλ που παρουσιάζεται στο Εθνικό τον Φεβρουάριο του 2019. Ενώ τη νέα σεζόν θα συνεχίσουν με τον Κουρή να παρουσιάζουν Δευτέρα και Τρίτη τη «Γυναίκα με τα μαύρα»

Είχε ή έχει ηθοποιούς πρότυπα; Όχι, μου απαντά: «Ο Ανδρέας Βουτσινάς μας έλεγε στη σχολή, πως ο κάθε ηθοποιός είναι μοναδικός. Έχει το δικό του δαχτυλικό αποτύπωμα στη σκηνή. Έχω μιμηθεί φυσικά κάποιους και δεν βρίσκω κάτι κακό σε αυτό. Μελετώντας την ερμηνεία κάποιου άλλου, εμπλουτίζεις το υλικό που έχεις ήδη ο ίδιος  και το τελικό αποτέλεσμα φέρει τη μοναδικότητα σου. Δεν έχω ζηλέψει ρόλους, έχω όμως θαυμάσει και παρακολουθώντας στο Ηρώδειο το Sweeney Todd ένιωσα μέσα μου την επιθυμία να είχα παίξει σ’ αυτό, χωρίς να θέλω να παίξω όπως κάποιος από τους συντελεστές. Πρότυπα δεν έχω, γιατί  έχω πολύ συγκεκριμένο μέσα μου,  τι σημαίνει αυτό για μένα. Πρότυπο για μένα είναι ο παππούς μου. Ο άνθρωπος που είναι 88 χρόνων, έχει περάσει τόσα στη ζωή του και συνεχίζει με χαμόγελο να στέκεται σ’ αυτή».

Κουβαλά, από πάντα μέσα του, ένα μεγάλο ερωτηματικό που τον κάνει να ψάχνει και να ψάχνεται. Παλεύει με τα γιατί του, αναζητώντας απαντήσεις και διέξοδο και παρατηρεί. Συλλέγει εικόνες, βλέμματα, στιγμές, χαρακτήρες, συναισθήματα. Ανήσυχος από μικρός είχε περάσει από κάθε άθλημα που του κινούσε το ενδιαφέρον, συμμετέχοντας παράλληλα σε θεατρικά εργαστήρια,  τότε που ακόμη το θέατρο γι αυτόν ήταν άλλο ένα παιχνίδι που τον ευχαριστούσε, στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης. Ζει τη χαρά της συμμετοχής, σε μια ομάδα  παιδιών που παρουσιάζει  τη δουλειά της και το απολαμβάνει συνηθίζοντας την σκηνική έκθεση, χωρίς να αντιλαμβάνεται, πως αυτό μπορεί να είναι ένα επάγγελμα, από το οποίο κάποιος μπορεί να βιοποριστεί. Κάτι που συνειδητοποιεί όταν παρακολουθεί μια παράσταση με τον Δημήτρη Ναζίρη και τη Λυδία Φωτοπούλου. Γοητεύεται, όπως λέει στη συνάντησή μας, και αρχίζει να σκέφτεται, πως θέλει να ακολουθήσει το επάγγελμα του ηθοποιού. Όταν, τελειώνοντας το σχολείο, αποφασίζει να δώσει στο Κρατικό επιλέγει με τη Λιάνα Κοταλακίδου στο εργαστήρι, τον Λανσελότο Γόμπο από έργο του Σαίξπηρ. Κάνουν δυστυχώς μόνο μια πρόβα, αφού λόγω φρονιμίτη μένει ενάμιση μήνα στο κρεβάτι. Έτσι, αποφασίζει να δουλέψει, τις λίγες μέρες που απομένουν ως τις εξετάσεις, μόνος του τον ρόλο, ενώ επιλέγει, ψάχνοντας στα ράφια της βιβλιοθήκης του, να παρουσιάσει  και το Κύκνειο Άσμα του Τσέχωφ, ως πιο σύγχρονο έργο, βάσει των απαιτήσεων της σχολής.

Το ό,τι  έχει μόνο δύο ημέρες  για να προετοιμάσει αυτόν τον μονόλογο ενός ηλικιωμένου ανθρώπου πριν το θάνατο, δεν τον πτοεί καθόλου κι όλα αυτά γίνονται, καθώς εργάζεται ως  σερβιτόρος στο γνωστό εστιατόριο της πόλης  Ίμβρος, θέλοντας να έχει οικονομική ανεξαρτησία. Παρουσιάζεται τρομερά αδυνατισμένος από την περιπέτεια της υγείας του, κουρασμένος από τη δουλειά, έχοντας δουλέψει με περισσό ψυχικό απόθεμα και επιμονή  τα κείμενα, σκηνοθετώντας τον εαυτό του μπροστά στην εξεταστική επιτροπή, η οποία του δίνει το εισιτήριο της εισαγωγής του στη σχολή. Χρόνια αργότερα, έμαθε πως, όταν ολοκλήρωσε την παρουσίασή του, οι εξεταστές είπαν μεταξύ τους: «Ή είναι πολύ καλός ή είδε φως και μπήκε!»

«Δεν είχα συγκεκριμένη εικόνα του τι περίμενα στη σχολή. Ήταν για μένα μια δημιουργική περιπέτεια στην οποία βουτούσα σε κάθε δρόμο που μου άνοιγε, με έναν στόχο που δεν άλλαξε ποτέ. Να πάρω όσα περισσότερα εφόδια χρειαζόμουν  για να γίνω ηθοποιός κι αυτό σήμαινε για μένα, να βρίσκομαι στη σκηνή παρουσιάζοντας κάτι ωραίο στον κόσμο, νιώθοντας πάνω απ’ όλα όμορφα εγώ, με μια ομάδα συνεργατών  που περνάμε καλά μαζί. Η πρώτη μου επαγγελματική εμφάνιση – έχοντας και λόγο- ήταν στο τρίτο έτος, με σκηνοθέτη τον Δαμιανό Κωνσταντινίδη, στο έργο Pre-Paradise Sorry Now του Fassbinder.

Δεν ξέρω αν είναι μονόδρομος να κατέβεις στην Αθήνα για να προχωρήσεις καλλιτεχνικά. Όλα είναι θέμα προτεραιοτήτων  και επιλογών. Το έκανα,  γιατί μόνο έτσι θα είχα τη δυνατότητα να συνεργαστώ με ανθρώπους του χώρου που εκτιμούσα και μ’ ενδιέφεραν. Το κείμενο και οι συνεργάτες είναι βασικά κριτήρια στις επιλογές μου. Δεν είμαι ρολοθήρας. Αυτό με έκανε να πω συχνά όχι, τα οποία δεν έχω μετανιώσει. Για να είμαι ειλικρινής,  δεν ξέρω τι θα έκανα, αν είχα οικογενειακές υποχρεώσεις που θα με πίεζαν, ίσως, να κάνω υποχωρήσεις. Πήρα όμως πίσω, το ποτέ που είχα πει για τον Μιχαήλ Μαρμαρινό. Παρακολουθώντας τη δουλειά του είχα διαμορφώσει αρχικά μια αρνητική εικόνα, η οποία στη συνέχεια αναίρεσα και μετά τη συνεργασία μου μαζί του (παίρνοντας ρόλο στον χορό, σε μια οντισιόν, όπου τραγούδησα Καρβέλα) τον λάτρεψα.

Τίποτα δεν μου χαρίστηκε και μέχρι να έρθει η στιγμή να μου προτείνονται κάποιες φορές συνεργασίες  και πρωταγωνιστικοί ρόλοι πέρασαν χρόνια, με οντισιόν και δύσκολες περιόδους ανεργίας. Τη μεγάλη αναγνώριση-δημοσιότητα που εισέπραξα με το Rocky Horror Show, την οφείλω στον Κωνσταντίνο Ρήγο που πίστεψε σε μένα και μου εμπιστεύτηκε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, χωρίς να διαθέτω την αναγνωρισιμότητα που απαιτεί μια παράσταση που γίνεται στο Rex.  Μια αίθουσα 600 θέσεων, όταν λίγο πριν έπαιζα στις Λευκές Νύχτες του Ντοστογιέφσκι για 60 θεατές. Και όχι δεν ψωνίστηκα και δεν με επηρεάζει ο αριθμός των θεατών που βρίσκονται στην πλατεία. Έχω παίξει και για τρεις ανθρώπους, χωρίς να κάνω εκπτώσεις σε αυτό που παρουσιάζω, όπως και μπροστά σε 1600 στο Παλλάς. Ο ρόλος μου ως Dr Frank με έκανε εξώφυλλο στο Βήμα, χωρίς να με αλλάξει. Έδωσε απλά, μεγαλύτερη έκθεση στη δουλειά μου κι αναρωτιέσαι αν χρειάζεται ένα εξώφυλλο για πάρει αξία η δουλειά σου».

Στη συνέχεια έρχεται το Κουρδιστό Πορτοκάλι του Γιάννη Κακλέα. Μια ακόμη μεγάλη ερμηνεία και επιτυχία, σε μια παράσταση που, όπως και η προηγούμενη, έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε σωματικό επίπεδο. Βλέποντάς τον 2.30 ώρες στη σκηνή, σκεφτόμουν πως είναι δυνατόν να το κάνει αυτό, έχοντας διπλή παράσταση,  λόγω μεγάλης επιτυχίας. Είναι προτίμησή του οι ρόλοι με υψηλές σωματικές απαιτήσεις;

«Όχι. Σου λέω πως δεν είναι δυνατόν να είσαι 5 ώρες στη σκηνή σε τέτοιο ρόλο! Θα έπρεπε να υπάρχει ακόμη και νόμος που το απαγορεύει. Όμως, όταν πρέπει να το κάνεις, δεν έχεις άλλη επιλογή και οφείλεις να το υπηρετήσεις 100%. Προτιμώ τον λόγο, αλλά οι δυνατότητες που έχω σωματικά είναι ένα ακόμη εφόδιο που διαθέτω στη φαρέτρα μου. Όχι μόνο λόγω της ενασχόλησής μου με τον αθλητισμό, αλλά και της εκπαίδευσης που είχαμε στη σχολή, καλύπτοντας κάθε είδους χορού και έντονο προσανατολισμό στην κινησιολογία. Πάντως στην Ελλάδα διαπιστώνεις συχνά πως, δεν χρειάζεται να είσαι εκπαιδευμένος, αρκεί να είσαι διάσημος… Και είναι κρίμα να σκέφτεσαι ότι η Νάντια Κοντογιώργη έπρεπε να περάσει από την τηλεόραση, για να παίξει στη Μελωδία της Ευτυχίας.

Ένας σημαντικός “ρόλος” της ζωής του είναι αυτός του σκηνοθέτη.

«Έγινα σκηνοθέτης από την ανάγκη να δημιουργήσω δικούς μου κόσμους. Ο σκηνοθέτης φωτίζει τα στοιχεία μιας παράστασης και ο ηθοποιός  καλείται να παίξει μέσα στα φώτα και να τα κάνει δικά του.  Το 50% είναι η διδασκαλία του ρόλου και το άλλο 50% η υποκριτική δεινότητα του ηθοποιού, αλλά το πρώτο μισό είναι καθοριστικό και αναντικατάστατο. Τον τρόπο τον έμαθα παρακολουθώντας τους δασκάλους μου-σκηνοθέτες. Πήρα πολλά δουλεύοντας κοντά τους. Γνώσεις πολύτιμες και χρήσιμες. Η πρώτη μου δουλειά ήταν μια παράσταση με τραγούδι και στοιχεία stand- up comedy στο θρυλικό Pomodoro του κου Πανά. Ήταν μια ιδέα που προτείναμε μαζί με τον Μίνω Θεοχάρη και τη Νάντια Κοντογιώργη και πήγε εξαιρετικά καλά,  εκείνη τη χρυσή εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί, βοηθώντας τότε στην εξόφλησης όλων των οικονομικών μου υποχρεώσεων. Η πρώτη μου σκηνοθετική δουλειά στο θέατρο ήταν με το Αν αργήσω κοιμήσου… του Άκη Δήμου που παιζόταν δύο χρόνια.  Τώρα, αποφασίσαμε με τη Μαρίνα Καλογήρου να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, σε μια παράσταση που θέλουμε να κάνει πρεμιέρα κάπου Σεπτέμβρη – Οκτώβρη, στη Θεσσαλονίκη και  στη συνέχεια να περιοδεύσει.

Για μένα η επιτυχία έχει σχέση, με το σε πόσο μεγάλο ποσοστό, το αποτέλεσμά σου είναι κοντά, σε αυτό που φαντάστηκες. Η αποτυχία το αντίθετο. Κι όπως έλεγε και ο Βασίλης Παπαβασιλείου, κι αν δεν πετύχει η παράσταση, δεν έγινε κάτι. Θα κάνουμε άλλη. Έχω, όμως, την  ίδια αίσθηση σε κάθε παράσταση, πως υπάρχει μια μαγική συνωμοσία με το κοινό που με γεμίζει ενέργεια.

Κάθε φορά ζω τον ρόλο. Στην προσπάθεια να γίνω ο “άλλος”, εκτός της έρευνας και της μελέτης, παρατηρώ πράγματα, ανθρώπους, συμπεριφορές  στην καθημερινότητά που με περιβάλει και σχετίζονται με αυτό ή παραπέμπουν σε αυτό, αν και μέχρι τότε περνούσαν αδιάφορα μπροστά μου. Αυτή η διαδικασία με βάζει, όλο και πιο βαθιά, στο θέμα και τον χαρακτήρα. Αφοσιώνομαι και δουλεύω με επιμονή και υπομονή. Δίνομαι ολοκληρωτικά στην καλλιτεχνική αυτή διεργασία. Αναπνέω μέσα από αυτή.

Όσο περνάνε τα χρόνια γίνομαι όλο και πιο ευαίσθητος, λειτουργώντας ενοχοποιητικά απέναντι στον εαυτό μου. Μέσα από το θέατρο άλλαξα σαν άνθρωπος. Απέκτησα επίγνωση των συνεπειών πράξεων και συμπεριφορών μου στους άλλους, αναγνωρίζοντάς τες μέσα από χαρακτήρες και έργα που υπηρετώ. Αν και δεν θα άλλαζα τις επιλογές μου προκειμένου να το αποφύγω, η συναίσθηση αυτής της ενοχής με βαραίνει και θα θελα να βρω τρόπο να το αλλάξω…

Και στο ερώτημά σου, αν αυτή η αφοσίωση και τα δύσκολα ωράρια είναι σε βάρος της προσωπικής ζωής, του έρωτα και της αγάπης, θα σου πω, πως το βράδυ οι φίλοι σου λένε να πάτε να πιείτε ένα κρασί, να βρεθείτε και να περάσετε καλά όλοι μαζί και εσύ σκέφτεσαι, πως πρέπει να γυρίσεις  σπίτι πιο νωρίς, γιατί την άλλη μέρα θα πας στη δουλειά, τι θα διάλεγες; Στην τελευταία μου σχέση έδωσα περισσότερο χρόνο προκειμένου να ισορροπήσω την κατάσταση. Δεν ξέρω αν λειτούργησε… Μου έμεινε όμως από αυτή, το i-phone που βλέπεις και είναι η σύνδεσή μου με τον κόσμο, αφού δεν έχω τηλεόραση ή υπολογιστή. Μέσα από αυτή τη συσκευή, υπήρξα θεατής του περιστατικού της επίθεσης στον Γιάννη Μπουτάρη και έκλαψα.

Ναι, έκλαψα! Έκλαιγα, καθώς έβλεπα νέους ανθρώπους από την πόλη μου να κλωτσούν και να χτυπούν βάναυσα έναν ασπρομάλλη κύριο πεσμένο στο έδαφος. Ούτε ίχνος σεβασμού, ανθρωπιάς, παιδείας, συναίσθησης της αποτρόπαιας αυτής πράξης και από την άλλη στο κάλεσμα στο Λευκό Πύργο, ως ένδειξη διαμαρτυρίας και καταδίκης του περιστατικού η προσέλευση ήταν για μένα εξαιρετικά μικρή. Κι αυτό γινόταν στη Θεσσαλονίκη… Δεν ήθελα να το δεχτώ. Κι αν το δούμε πολιτικά. Διαφωνείς με ένα πολιτικό πρόσωπο, μαύρισέ το στις εκλογές, όχι στο ξύλο! Τι να πω..»

Το νεαρό αγόρι με το έντονο βλέμμα και το εκφραστικό πρόσωπο που μπήκε στο ξεκίνημά του στα σπίτια μας, με την  τηλεοπτική σειρά του Αλέξανδρου Πανταζούδη, 504 χιλιόμετρα βόρεια της Αθήνας, φλέρταρε με τον κινηματογραφικό φακό στην ταινία του ίδιου σκηνοθέτη Μη φεύγεις, συμμετείχε στη Στρέλλα του Πάνου Κούτρα και τον είδαμε να πρωταγωνιστεί στο Πέντρο Νούλα του Κάρολου Ζωναρά και πρόσφατα στο Do it your self του Δημήτρη Τσιλιφώνη, μαζί με τους Μυρτώ Αλικάκη, Μάκη Παπαδημητρίου Χρήστο Λούλη, Αργύρη Ξάφη. Ομολογεί, πως ο κινηματογράφος τον γοητεύει ιδιαίτερα, αλλά:

«Με εξοργίζει η έλλειψη χρηματοδότησης, σε ένα προϊόν πολιτισμού όπως ο κινηματογράφος,  προκειμένου να γίνουν περισσότερες και καλύτερες παραγωγές. Ή τουλάχιστον η  χρηματοδότησή της προώθησης και διαφήμισής τους στα ΜΜΕ. Πρέπει να αναγνωριστείς στο εξωτερικό για να σε προσέξουν –βλέπε Λάνθιμος, Αγγελόπουλος κα- και να μπορέσεις να έχεις μια αξιοπρεπή διανομή. Θα ήθελα να εμπλακώ και σκηνοθετικά σ’ αυτό, αλλά για να το κάνεις  χρειάζεται  να χεις εξασφαλίσει λεφτά που ξέρεις πως θα χάσεις, σε μια εποχή που το παιχνίδι παίζεται στο ίντερνετ».

Υπάρχει τελευταία μια στροφή στο μιούζικαλ δυτικού τύπου

“Αυτό οφείλεται εν μέρει, στην ανάγκη του κόσμου για κάτι τέτοιο, η οποία  συμπίπτει με μια εποχή που πολλοί νέοι ηθοποιοί είναι πιο καταρτισμένοι και εκπαιδευμένοι.

Μέσα από τον ρόλο μου στο «Αναζητώντας τον Αττίκ», γνώρισα αυτόν τον καλλιτέχνη πέρα από τα τραγούδια που ήδη ήξερα και τον θρυλικό έρωτα της ζωής του. Θαύμασα αυτό που έκανε με τη Μάντρα. Ήταν τόσο μπροστά για την εποχή του. Η παράσταση με την υπογραφή της Σοφίας Σπυράτου, κρατώντας τη δομή της πρώτης της παρουσίασης, παρουσιάζεται αυτή τη σεζόν πλήρως ανανεωμένη, όχι μόνο από πλευράς εξαιρετικών συντελεστών, αλλά και τραγουδιών και κειμένων. Μουσική, χορός, τραγούδι και μια ιστορία που κερδίζει  δικαιολογημένα το κοινό.

Σε μιούζικαλ του Εθνικού θα συμμετέχω και από τον Φεβρουάριο του 2019. Μια παράσταση σε σκηνοθεσία του Μίνου Θεοχάρη, με τη συμμετοχή της Μαρίζας Ρίζου (και άλλων συντελεστών που δεν είναι ανακοινώσιμοι), μουσική Θέμη Καραμουρατίδη και στίχους Γεράσιμου Ευαγγελάτου (work in progress). Λεπτομέρειες προσεχώς…”

Διαφέρει το κοινό της Αθήνας, από αυτό της Θεσσαλονίκης;

“Στη Θεσσαλονίκη νομίζω το κοινό έρχεται πιο ανοιχτό, χωρίς προκαταλήψεις, αλλά μετά είναι πιο αυστηρό στην κριτική του. Αλλά θα είναι λάθος να γενικεύσω και να βάλω ταμπέλες. Αυτό που μπορώ να πω, ως λάτρης του καλού φαγητού- και ναι, αν βάλεις να θέσω προτεραιότητες, βάζω το φαγητό πριν τον έρωτα, γιατί το νηστικό αρκούδι δεν… – είναι πως ο άνθρωπος που πεινάει ή δεν τρώει καλά φαίνεται στη συμπεριφορά του. Κι αυτή είναι, , μεταξύ σοβαρού και αστείου, η διαφορά ανάμεσα σε Αθηναίους και Θεσσαλονικείς. Αυτό το διαπίστωσα κι όταν έκανα τα μεροκάματα, στον χώρο της εστίασης. Μου έδινε χαρά να μαντεύω τα γούστα, να ικανοποιώ την πείνα και να παρατηρώ τις αντιδράσεις των ανθρώπων. Σίγουρα δεν θες να τα βάλεις με κάποιον που πεινάει.  Ήταν ένα άλλο είδος «σκηνής».

Έχοντας γιαγιά στην Κομοτηνή, την οποία σε λίγες μέρες θα επισκεφθώ, που τα ντολμαδάκια της, φτιαγμένα από αμπελόφυλλα της αυλής, μου έχουν αποσταλεί από χθες σε τάπερ και ο μουσακάς της είναι αξεπέραστος είμαι καλομαθημένος. Μην  περάσω σε άλλες απερίγραπτες λιχουδιές που μου θυμίζουν παιχνίδι στη γειτονιά μας, κοντά στους μαχαλάδες των μουσουλμάνων. Εκεί, που όλοι μαζί παίζαμε στο δρόμο φιλιωμένοι, χωρίς φυλετικούς διαχωρισμούς. Έμπαινα στα σπίτια τους βγάζοντας τα παπούτσια και περνούσαμε ώρες παρέα όπως όλα τα παιδιά στον κόσμο, με αμοιβαίο σεβασμό στη διαφορετικότητα. Αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι, όταν παίζαμε ομαδικά παιχνίδια όπως μπάλα, το κάναμε χωρισμένοι, αυτόματα, σε δύο αντίπαλες “εθνικές” ομάδες…”

Η διαπίστωση της κοινής μας, εν μέρει, καταγωγής οδήγησε στη συνέχεια αυτής της ενδιαφέρουσας συζήτησης, ανταλλάσσοντας βιώματα και σκέψεις, το ζεστό Κυριακάτικο απόγευμα του Ιούνη, με τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη. Τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν και ο ένας “διάβαζε” τον άλλο. Απόμακρος για κάποιους, αλλά και γήινος στη συνάντησή μας. Ευθύς, παθιασμένος με την τέχνη του. Ρεαλιστής και την ίδια στιγμή ονειροπόλος, μένει σταθερά προσηλωμένος στον αρχικό του στόχο. Έχει αποδείξει εκ του αποτελέσματος, πως ήρθε -όχι τυχαία- για να μείνει και δεν τα είδαμε ακόμη όλα...

Εν αναμονή των νέων παραγωγών που συμμετέχει, απολαύστε τον στο Μέγαρο ως τις 12 Ιουνίου.

@Μαρία Μαυρίδου