“Περιμένοντας τον Γκοντό” – Φούλης Μπουντούρογλου: “Η ελπίδα βρίσκεται στο μυαλό και τη σκέψη των ανθρώπων”

«Αφού είναι Μπέκετ, ναι!». Απάντησε, χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Φούλης Μπουντούρογλου, στην πρόταση του Γιάννη Αναστασάκη καλλιτεχνικού διευθυντή του ΚΘΒΕ, να ερμηνεύσει τον ρόλο του αγοριού,  στην παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμουελ Μπέκετ, την οποία σκηνοθετεί, στο Βασιλικό Θέατρο. Δεν σκέφτηκε στιγμή αν είναι ολιγόλεπτη η σκηνική του παρουσία. Αυτό που τον ενδιέφερε,  ήταν να αποδώσει, με τον πιο εύστοχο τρόπο, τον χαρακτήρα και τη διάστασή του στο έργο. Μπεκετική φυσιογνωμία ο ίδιος, κατά γενική ομολογία, είναι μεγάλος θαυμαστής της σκέψης και του έργου του κορυφαίου συγγραφέα, εδώ και δεκαετίες, είτε ως ηθοποιός, είτε διδάσκοντας την υποκριτική τέχνη.

Μιλά με πάθος για τον Μπέκετ, όπως κάθε φορά που τον συναντώ, και μας δίνει τη ματιά του στο έργο που αποτελεί γεγονός για τη θεατρική σκηνή της Θεσσαλονίκης και μεγάλο στοίχημα του Κρατικού. Μιλά, για τα μεγάλα νοήματα των απλών φράσεων που εμπεριέχουν, ταυτόχρονα, τις μεγαλύτερες αλήθειες της ζωής και τις αιώνιες εσωτερικές- φιλοσοφικές  αναζητήσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Την αριστοτεχνική χρήση του χιούμορ, αλλά και το αισιόδοξο μήνυμα αυτής της παράστασης και την επικαιρότητά της. Μιας παράστασης, η οποία εκτυλίσσεται επί σκηνής, στο εντυπωσιακό σκηνικό του Κέννυ ΜακΛέλλαν που δεσπόζει στην αίθουσα του Βασιλικού Θεάτρου, εισάγοντας την σκηνική δράση, με ευρηματικό τρόπο, στην πλατεία. Με στόχο, να αποφευχθεί έτσι, η αποστασιοποίηση από τον θεατή και με μια εξαιρετική διανομή: Γιώργος Καύκας (Βλαδίμηρος), Παναγιώτης Παπαϊωάννου (Πότζο), Θανάσης Ραφτόπουλος (Λάκυ),  Κωνσταντίνος Χατζησάββας (Εστραγκόν).

«Δέχτηκα λοιπόν», λέει στη συνάντησή μας, «και μπήκα στη διαδικασία να ψάξω βιβλία που τον αφορούσαν ή μου είχαν διαφύγει μέχρι τώρα, προκειμένου να τα αποκτήσω και να  βρω χρήσιμα στοιχεία που θα με βοηθούσαν να μπω πιο βαθιά στην ερμηνεία της  σκέψης του Μπέκετ. Είναι πλήθος οι αναλύσεις για το έργο του  και εκτός άλλων ανακάλυψα και ένα δοκίμιό του, για τον Μαρσέλ Προυστ! Και πρέπει να ομολογήσω, πως θέλω πολύ να ανεβάσω τον μονόλογο «Η μαγνητοταινία του Κραπ». Ένα αριστουργηματικό έργο, κατά την προσωπική μου άποψη.

Μου αρέσει η απλότητα του λόγου του και η αισιοδοξία  που αποπνέει, κατά τη γνώμη μου στο «Περιμένοντας τον Γκοντό». Έχει γραφτεί με τη λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Την εποχή που όλα είχαν ισοπεδωθεί και η ανθρωπότητα, αναζητούσε όραμα, δύναμη και ελπίδα, πάνω στα ερείπιά της. Κάτι ανάλογο ζούμε και αυτή την περίοδο. Όχι μόνο, σε σχέση με  τους πολέμους που μαίνονται, αλλά και με την κατάρρευση του κόσμου της ευημερίας, της κρίσης αξιών, της ανεργίας, της οικονομικής εξαθλίωσης.

Πως λοιπόν, αντιμετωπίζουμε αυτές τις νέες συνθήκες; Παραιτούμαστε και περιμένουμε κάποιον άλλο να μας σώσει, όπως οι δύο φίλοι περιμένουν τον Γκοντό; Κάποιον, δηλαδή, τον οποίο δεν έχουν δει ποτέ. Τον πλάθουν με τη φαντασία τους, χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες που με δυσκολία εκμαιεύουν από το αγόρι και τον αφέντη Πότζο με τον δούλο του, του οποίους συναντούν. Ποιός και πώς είναι άραγε; Υπάρχει όντως; Φτιάχνουν, λοιπόν, ένα πλάσμα σύμφωνα με τα δικά τους μέτρα και σταθμά, αλλά και  προσδοκίες. Την ίδια στιγμή που αμφισβητούν την ύπαρξή του, εναποθέτουν τη σωτηρία τους στην έλευσή του.

Εύκολα, θα μπορούσε κάποιος να κάνει αναγωγή, στον ίδιο τον Θεό και την μοιρολατρική ή από την άλλη ελπιδοφόρα στάση που εμπνέει  στον άνθρωπο, θέτοντας ταυτόχρονα το φιλοσοφικό ερώτημα της ύπαρξής του. Ή όποιον, ανά περίπτωση, θεωρούμε «από μηχανής θεό» που θα μας βγάλει από τη μιζέρια ή την απόγνωσή μας (Αμερικάνοι, Ρώσοι, ΔΝΤ και πάει λέγοντας).

Με τις πλέον κοινότυπες φράσεις, μας μιλά για την ανθρώπινη ψυχή. Τα αδιέξοδά μας, τις υπαρξιακές, αλλά και ρεαλιστικές  ανησυχίες, αγωνίες, ανάγκες και προβληματισμούς της ζωής μας που γίνονται, ακόμη πιο έντονες, σε περιόδους κρίσης. Ο κάθε ένας από εμάς τα αντιμετωπίζει με τον δικό του τρόπο και αν δεν είμαστε μόνοι, ίσως αυτό γίνεται ευκολότερο. Αλληλοσυμπληρωνόμαστε και αλληλοστηριζόμαστε, μέσα από τη διαφορετικότητά μας κι ίσως αυτό μας κάνει να συνεχίζουμε να ζούμε, να προσπαθούμε, να ελπίζουμε. Σύμφωνα με τον Μπρεχτ: «Ένας ίσον κανένας».

Βλέπουμε και τους δύο φίλους: Ο Βλαδίμηρος είναι σκεπτόμενος, εφευρετικός και τα όνειρά του αποτελούν μέρος της πραγματικότητάς του, ενώ ο Εστραγκόν χρησιμοποιεί τη λήθη και τον ύπνο, ως λύση και προστασία από την πραγματικότητα που δεν αντέχει ή δεν μπορεί να διαχειριστεί. Διαγράφονται πρόσωπα και καταστάσεις από τη μνήμη του κι αυτό τον θυμώνει. Ο ύπνος είναι η διαφυγή του στα δύσκολα. «Έβλεπα πως ήμουν ευτυχισμένος!». Όταν ο ένας βαριέται, βλέπουμε ο άλλος να βρίσκει κάτι, για να απασχοληθούν και να ξεφύγουν. Όταν αποφασίζουν ότι θα κρεμαστούν για να ησυχάσουν επιτέλους, ο ένας προτείνει στον άλλο να το μεταθέσουν για την επόμενη μέρα με το επιχείρημα πως θα φέρουν πιο χοντρό σχοινί και έτσι το αποτέλεσμα θα είναι σίγουρα επιτυχές.

–          Εκτός κι αν έρθει ο Γκοντό.

–          Κι αν έρθει;

–          Θα σωθούμε…

Είναι υπέροχο να διατυπώνεται η αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης σε απλές κουβέντες, όπως λέγοντας: « Ότι και να κάνεις δεν αλλάζει τίποτα». Με γοητεύει αυτή η αφαίρεση σε όλα τα επίπεδα. Άνθρωποι, αντικείμενα, καταστάσεις απροσδιόριστα. Δεν ξέρουμε τίποτα για το ποιοι είναι αυτοί οι δύο άνθρωποι στη ζωή τους. Ποιά ήταν ή είναι η οικογενειακή  ή επαγγελματική τους κατάσταση; Ο καθένας από αυτούς μπορεί να ήταν εργάτης, ιερέας, καθηγητής, παντρεμένος ή ελεύθερος. Δεν έχουμε στοιχεία για το που πάνε κι από πού έρχονται. Βρίσκονται στη μέση του πουθενά. Υπάρχει ένα δέντρο κι μια πόρτα από την οποία εμφανίζονται το αγόρι, ο Πότζο που κρατά με ένα σχοινί δεμένο από τον λαιμό, τον δούλο του,  τον Λάκυ. Μια πόρτα, που οι δύο φίλοι ποτέ δεν ανοίγουν και ποτέ δεν αναρωτιούνται που μπορεί να οδηγεί.

-Τι αντιπροσωπεύει το αγόρι, το οποίο υποδύεστε;

«Αυτό το παιδί είναι αγγελιοφόρος. Κουβαλά μια αγνότητα, μια αθωότητα και μια ουδετερότητα που πηγάζει από την ομαλή σχέση με το περιβάλλον, στο οποίο ζει και εργάζεται. Του αρκεί που του φέρονται καλά και δεν στερείται κάτι που αφορά στην επιβίωσή του. Ζει μια απλή ήρεμη ζωή και δεν ψάχνει κάτι παραπάνω. Η αυτάρκεια του δίνει ηρεμία. Μόνο στο τέλος, η στιχομυθία του με τον Βλαδίμηρο για τον Γκοντό, αυτό το εξαντλητικό παιχνίδι ερωτήσεων, καταντά γι αυτόν εκνευριστική με τις επαναλήψεις της και το εκδηλώνει για να πάρει την απάντηση – παράκληση: «Πες του ότι με είδες…».

Ένα έργο λοιπόν, απλό, ανθρώπινο, αλλά και βαθιά αλληγορικό.

«Είναι όλα αυτά μαζί και πολλά παραπάνω, χωρίς να διατυπώνονται βαρύγδουπες και σύνθετες εκφράσεις και έννοιες, με μεγάλες δόσεις χιούμορ και πολλές αναγνώσεις, Εμφανίζονται από το πουθενά ο Πότζο, ο αχόρταγος, φαφλατάς, εγωιστής, αλαζόνας,  δεσποτικός, αφέντης- δυνάστης με τον Λάκυ, το παράξενο αυτό ον-μαριονέτα με την υπάκουη δουλική συμπεριφορά που αστραπιαία μετατρέπεται στη φωνή της συνείδησης της ανθρωπότητας. Δεν είναι πια παρατηρητής, στο έλεος του αφέντη του. Καταρρίπτει τα πάντα και δεν αφήνει τίποτε όρθιο, σε έναν συγκλονιστικό δεκάλεπτο μονόλογο.  Μιλά για την ανάπτυξη του δυτικού πολιτισμού και τα επιτεύγματά της, τον άνθρωπο που φθίνει, παίρνει την κατιούσα, ωρίς να καλύψει βασικές και βαθύτερες ανάγκες του. Ο Πότζο τρώει-καταναλώνει συνεχώς κι ο Εστραγκόν εκλιπαρεί για τα αποφάγια του προκειμένου να χορτάσει την πείνα του. Τη δεύτερη φορά που συναντιούνται όλοι, Ο αφέντης είναι τυφλός και ο δούλος μουγγος. Πόσες εικόνες! Πόσες αλήθειες! Και μάλιστα μέσα από κωμικούς επιφανειακά διαλόγους!»

Και αν ρωτούσε κάποιος τι μας λέει αυτή η παράσταση και που βρίσκεται η αισιοδοξία;

«Στη διαπίστωση πως η ελπίδα βρίσκεται στο μυαλό και στη σκέψη των ανθρώπων. Δεν πρέπει να σταματάμε να σκεφτόμαστε, να δημιουργούμε, να προσπαθούμε, να οραματιζόμαστε μια νέα καλύτερη πραγματικότητα. Όλα είναι στο μυαλό. Η δύναμη του μπορεί να κινήσει τα πάντα και να αλλάξει τον κόσμο».

Έχετε συχνά συναντηθεί με μπεκετικούς ρόλους και είναι γνωστή η θέρμη με την οποία προσπαθείτε να μυήσετε σ’ αυτούς τους μαθητές σας.

«Αγαπώ πολύ είναι τη διδασκαλία και πάντα ζητούσα να διδάσκω τους πρωτοετείς. Επί μακρόν δίδασκα στη σχολή θεάτρου του ΑΠΘ και του Κρατικού (με διευθυντές τον Τάσο Ναούμ και τον Μίνωα Βολανάκη, αλλά και στη σχολή Βουτσινά, ζητώντας να έχω τους πρωτοετής. Πίστευα και πιστεύω, πως ο καλός ηθοποιός μπορεί να κάνει από το τίποτα τα πάντα. Όλοι, με το που ερχόταν στο μάθημα, ήθελαν να ερμηνεύσουν μεγάλους ρόλους του αρχαίου δράματος και του κλασσικού θεάτρου, γιατί αυτό πίστευαν, πως είναι  θέατρο, χωρίς όμως να βλέπουν θεατρικές παραστάσεις, όσο παράξενο κι αν σας ακούγεται αυτό.

Τους έβαζα λοιπόν στα βαθιά. Τους έδινα κείμενα του Εμπειρίκου και του Μπέκετ. Κείμενα, που έπρεπε οι ίδιοι να ανακαλύψουν το βάρος και το νόημα των λέξεων και την απόδοση του ρόλου, χωρίς βοηθήματα που προσφέρει η  μελέτη  μιας συγκεκριμένης ιστορικής  χρονικής  περιόδου και  η ανάλυση υπαρκτού χαρακτήρα. Ο μαθητής ήταν αντιμέτωπος με τον εαυτό του και τις λέξεις, απόλυτα απογυμνωμένος, προκειμένου να αντιληφθεί πως εκτός άλλων, για να γίνεις καλός ηθοποιός, είναι απαραίτητο να γνωρίσεις, να εξερευνήσεις εσένα τον ίδιο και να σκάψεις βαθιά στο κείμενο.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι μισοί μαθητές να κάνουν αποχή από τα μαθήματα και να διαμαρτυρηθούν στη διεύθυνση. Όταν κλήθηκα λοιπόν από τη διοίκηση, μου ζητήθηκε να αλλάξω τον τρόπο και την ύλη διδασκαλίας μου. Τους απάντησα πως αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. «Μα αυτό είναι ειδικό θέατρο» μου είπαν. « Και η αρχαία τραγωδία δεν είναι ειδικό θέατρο;» απάντησα και το θέμα έληξε εκεί. Το δεύτερο εξάμηνο επέστρεψαν όλοι οι μαθητές στο τμήμα, για να ομολογήσουν στο τέλος της χρονιάς, πως είχα δίκιο για την επιμονή μου, καταλαβαίνοντας πλέον πόσο πολύτιμη ήταν η γνώση που πήραν».

Έχει συμβεί να συνυπάρχετε σκηνικά με μαθητές σας;

« Ναι. Και είναι πολύ όμορφο, όταν συμβαίνει! Ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου, που υποδύεται τον Πότζο στην παράσταση, είναι ένας από αυτούς. Όταν είμαι μαζί τους, είναι στιγμές που θέλω να επέμβω και ομολογώ πως συγκρατιέμαι με δυσκολία, υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου, πως τη δεδομένη στιγμή έχω άλλο ρόλο στην παράσταση».

– Τι θα συμβουλεύατε τους νέους επίδοξους ηθοποιούς;

« Να βλέπουν θέατρο. Να διαβάζουν. Να εντάσσονται σε θεατρικές ομάδες αν δεν έχουν τη δυνατότητα να μπουν σε σχολές και να συνειδητοποιήσουν πως  πρέπει να μαθαίνουν και θα εξελίσσονται συνέχεια με κάθε τρόπο. Να ψάχνουν, να ψάχνονται και να δοκιμάζουν. Να αποφεύγουν την ευκολία, να μη ζουν και να μη γίνονται ηθοποιοί για το φαίνεσθαι. Το ταλέντο χωρίς δουλειά δεν είναι κάτι που θα τους πάει μακριά, ούτε θα τους εξασφαλίσει διάρκεια. Το θέατρο είναι μια ατέλειωτη εμπειρία γνώσης».

κείμενο-φωτογραφίες: @Μαρία Μαυρίδου

*Ο Φούλης Μπουντούρογλου θα είναι ομιλητής στην Big Day αφιερωμένη στον Μπέκετ.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ: 
Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης
Σκηνοθεσία: Γιάννης Αναστασάκης
Σκηνικά – Κοστούμια: Κέννυ ΜακΛέλλαν
Πρωτότυπη Μουσική Σύνθεση: Μάνος Μυλωνάκης
Επιμέλεια Κίνησης: Δημήτρης Σωτηρίου
Φωτισμοί: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σαμψών Φύτρος
Βοηθός Σκηνογράφου – Ενδυματολόγου: Μαρία Μυλωνά
Φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου
Οργάνωση παραγωγής: Ηλίας Κοτόπουλος

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη 18:00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21:00, Κυριακή 19:00
Διάρκεια: 130’

Η παράσταση παρουσιάζεται με αγγλικούς υπέρτιτλους κάθε Παρασκευή και Σάββατο. Ο υπερτιτλισμός της παράστασης πραγματοποιείται με την ευγενική υποστήριξη του ΕΟΤ.