Σταύρος Ζαλμάς : “Η συμφιλίωση με αυτό που είσαι σε ελευθερώνει”


Χρειάζονται δύο για να γελάσεις, λέει ο  Γκαμπριέλε (Σταύρος Ζαλμάς) στην Αντονιέτα (Δήμητρα Ματσούκα) στην παράσταση «Μια Ξεχωριστή Μέρα» του  Εττόρε Σκόλα, σε διασκευή του Αλέξανδρου Ρήγα και σκηνοθεσία της  Άσπας Καλλιάνη, η οποία έκανε πανελλήνια πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη, στις 8  Δεκεμβρίου στο Θέατρο Αυλαία, όπου φιλοξενείται ως τις 16 Ιανουαρίου, για να παρουσιαστεί στη συνέχεια στις Σέρρες, αφού είναι μια συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών και να συνεχίσει την περιοδεία της με τελικό σταθμό την Αθήνα.

Με τον  Σταύρο Ζαλμά συναντηθήκαμε λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα. Σε μια συζήτηση εφ όλης της ύλης, μιλήσαμε για τους δύο αυτούς ήρωες που ενσάρκωσαν στη μεγάλη οθόνη ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννη και η Σοφία Λόρεν. Ο διωκόμενος από το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι εκφωνητής ραδιοφώνου και η επηρεασμένη από τη φασιστική προπαγάνδα νοικοκυρά και μάνα έξι παιδιών που αδιαμαρτύρητα ζει υποταγμένη κι  εγκλωβισμένη στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της, συναντιούνται και περνούν τη μέρα μαζί. Ζουν μια ξεχωριστή μέρα και έναν αλλιώτικο έρωτα που αλλάζει πολλά.

Ποιές όμως, είναι οι «Ξεχωριστές Μέρες» που καθόρισαν την πορεία του φωτίζοντας  νέους δρόμους; Μου μιλά με νοσταλγία και ζεστασιά, για τις όμορφες καλοκαιρινές μέρες των παιδικών του χρόνων. Αναμνήσεις γεμάτες από το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας που τον έμαθε ν’ αγαπά ο πατέρας του. Καλοκαίρια λουσμένα από φως. Οικογενειακές εξορμήσεις με αντίσκηνο δίπλα στα βότσαλα και το φλοίσβο των κυμάτων. Το φως και η θάλασσα είναι οι αγάπες του και το «Αντίδοτο», το σκάφος που είναι το δεύτερο σπίτι του και αποτέλεσε την κατοικία του όσο δούλευε στο ΚΘΒΕ, η αδυναμία του. Μ’ αυτό, του αρέσει να ταξιδεύει κάθε φορά που ξεκλέβει χρόνο. Φύσει μοναχικός, έχοντας πάντα την ανάγκη για ανατροφοδότηση και ενδοσκόπηση, του αρέσει να πηγαίνει σε μεγάλους τουριστικούς προορισμούς τον χειμώνα, απολαμβάνοντας τη σιωπή των μεγάλων ξενοδοχείων που διατηρώντας ακόμη τις δονήσεις της καλοκαιρινής περιόδου, μοιάζουν με κήπους που φύγαν τα πουλιά, όπως λέει ο ποιητής.

«Είμαι τυχερός, γιατί  εκτός από τους έρωτες που πάντα είναι ξεχωριστοί και μας ταξιδεύουν κάθε φορά σε άλλους κόσμους, έζησα σε μια εποχή που είχα την ευκαιρία να συναντήσω πολλούς σημαντικούς δασκάλους. Να καθίσω στα «θρανία» τους. Οι δάσκαλοι είναι  μεγάλη βοήθεια στην Τέχνη, σε αυτό το λειτούργημα, σε αυτή την ιδιότητα που στην τελική είναι τρόπος ζωής. Είναι πολύτιμα δώρα και δεκανίκι. Δεν μπορείς μόνος σου να περιπλανιέσαι. Ψάχνεις να εντοπίσεις τους  δασκάλους που θα σου μάθουν πώς να διαχειριστείς το υλικό και τις δεξιότητες που φέρεις. Χωρίς αυτούς περιπλανιέσαι στη μοναξιά της αμφιβολίας και της αναζήτησης αβοήθητος. Άλλοτε αντιλαμβάνεσαι άμεσα την επίδραση και το δώρο που σου προσφέρεται κι άλλοτε το εκτιμάς στην πραγματική του διάσταση σε μελλοντικό χρόνο. Και φυσικά το καλύτερο σχολείο όλων είναι η δουλειά. Η συνεργασία μαζί τους έχει αφήσει πέραν άλλων ανεξίτηλες μνήμες.

Τι να πω για τον Βασίλη Παπαβασιλείου που είναι ο μέντοράς μου κι ό,τι και να πω θα ναι λίγο, για το ήθος, την αγάπη για το θέατρο, την δοτικότητά του. Του χρωστάω πολλά γι αυτό που είμαι σήμερα. Τον Σπύρο Ευαγγελάτο ή τον  Λευτέρη Βογιατζή.  Ήταν τόση η δίψα μου και ο θαυμασμός μου για τον Βογιατζή, που παρακολουθούσα καθημερινά, για 1,5 χρόνο,  από την κουίντα, την κάθε του παράστασή. Ήθελα να ρουφήξω κάθε στιγμή, κάθε πληροφορία που θα μου αποκάλυπτε το μυστικό της μοναδικής του ερμηνείας. Χωρίς ν’ αφήνω ούτε μια του λέξη να πέσει κάτω, αποκωδικοποιούσα κι ανέλυα κάθε διεργασία που συντελούνταν επί σκηνής, ακολουθώντας την αλληλουχία της.

Δίπλα στον Δημήτρη Παπαιωάννου ανδρώθηκα καλλιτεχνικά, ανακαλύπτοντας τον προσωπικό μου δρόμο έκφρασης, έχοντας για επτά χρόνια αναπτύξει κοινούς κώδικές μεταξύ μας. Αφοσιώθηκα απόλυτα στην Ομάδα Εδάφους,  αφήνοντας το θέατρο κι αυτό υπό δύσκολες συνθήκες, σε μια εποχή που η κρατική βοήθεια σε τέτοιου είδους  ομάδες ήταν ανύπαρκτη και στήναμε παραστάσεις με καταλήψεις χώρων,  κλέβοντας ρεύμα και κάνοντας παράλληλα ένα σωρό άσχετες δουλειές για την επιβίωσή μας.  Εκεί, επί της 3ης Σεπτεμβρίου κάναμε κατάληψη και  πιστοί σε ένα κοινό όραμα που μας πότιζε ενθουσιασμό και αγάπη για την τέχνη που υπηρετούσαμε με την Ομάδα Εδάφους, παρουσιάζαμε παραστάσεις, η καλλιτεχνική αρτιότητα των οποίων ήταν εφάμιλλη με αυτών του εξωτερικού. Ναι, ήταν κι αυτή μια ξεχωριστή περίοδος της ζωής μου.

Η συνάντηση με τον μύθο Αλέξη Μινωτή, όταν νέος ακόμη σπουδαστής της δραματικής σχολής, παρουσιάστηκα στην οντισιόν που έκανε για τους Πέρσες, μου έχει μείνει αξέχαστη. Νέος και αδαής, έκανα το σφάλμα να επιλέξω  μονόλογο από τον Οιδίποδα Τύραννο, γιατί θεωρούσα ότι τον ερμηνεύω καλά. Δεν ήξερα όμως, πως ο Μινωτής δεν θεωρούσε κανέναν άξιο και ικανό να ερμηνεύσει έναν ρόλο που πίστευε πως ήταν κτήμα του ιδίου και έτσι μπήκα στην «απαγορευμένη ζώνη». Όταν τέλειωσα δεν μπορούσα να καταλάβω την παγωμένη ατμόσφαιρα των παρευρισκομένων που κρατούσαν την ανάσα τους περιμένοντας το ξέσπασμά του, που όχι μόνο  δεν ήρθε ποτέ, αλλά μετά από μια μικρή σιωπή με ρώτησε πέντε φορές πώς με λένε. Αυτό το θράσος της άγνοιας στάθηκε η αφορμή, για μια νέα ξεχωριστή συνάντηση.

Ο Μινωτής δεν ήταν από τους δασκάλους που έδινε. Αν ήθελες να μάθεις έπρεπε να κλέψεις. Ήταν τεράστιο σχολείο να παρακολουθήσεις τις πρόβες και τις παραστάσεις του. Η σκληράδα του προϋπέθετε να παραμερίσεις  το εγώ σου για να σου ανοιχτεί η γνώση για την οποία διψούσες και να ανεχτείς μια ιδιαίτερα δύσκολη συμπεριφορά. Επίπονο αλλά ίσως και απαραίτητο εφόδιο στη μετέπειτα πορεία, σε έναν χώρο όπως τον καλλιτεχνικό όπου οι αντιξοότητες, τα εμπόδια και οι συνθήκες σπανίως είναι ιδανικές και οι ιδιοσυγκρασίες των ανθρώπων ιδιαίτερες. Πέραν του ταλέντου, η αυτοπειθαρχία, η ικανότητα  να υπερβείς τον εαυτό σου για να αντέξεις σε αντίξοες συνθήκες κάθε είδους, προκειμένου, αφού διαπεράσεις τη σκοτεινή τους πλευρά να αντιληφθείς τον τρόπο να φτάσεις στο μοναδικό αυτό «φως» που αναζητάς, έχοντας απολέσει στην πορεία κομμάτια του εαυτού σου. Για να το κατακτήσεις αυτό, χρειάζεται να καταπιείς αυτόν τον τεράστιο τρομακτικό «κροκόδειλο» και να τον χωνέψεις κιόλας.

Όταν λοιπόν, λίγο αργότερα, κυκλοφορώντας στα Εξάρχεια όπου έμενα, έφτασε στ’ αυτιά μου ότι με ψάχνει ο Μινωτής, νόμιζα πως κάποιος μου κάνει πλάκα και δεν τόλμησα φυσικά να τον καλέσω, για να μη γίνω ρεζίλι. Το τηλεφώνημα του με έκανε να χάσω τη μιλιά μου. Με ήθελε για τον χορό στον Οιδίποδα επί Κολωνό, που ετοίμαζε για την Επίδαυρο. Πίστευα, πως κάποιος  άκουσε την ευχή και βαθιά επιθυμία μου. Κι αυτό γιατί, τραπεζικός υπάλληλος ακόμη τον είχα παρακολουθήσει το ’81, στην ίδια αυτή παράσταση (με τον ίδιο σκηνοθέτη και σκηνογράφο), καθισμένος σ ένα σκαλοπάτι στην Επίδαυρο. Εκεί, κρατώντας ανάμεσα στα δάχτυλα ξεχασμένο ένα τσιγάρο που μαγεμένος από τη μεγαλειώδη του ερμηνεία, δεν άναψα ποτέ, αναρωτήθηκα αν  θα μ’ αξιώσει η ζωή, να παίξω κάποια στιγμή σε κάτι τέτοιο».

Προσπαθώ να φανταστώ την ξεχωριστή συνάντησή σας με τον Robert Wilson, που ως Οδυσσέας, στην ομώνυμη παράσταση του Εθνικού, κατακτήσατε το ελληνικό κοινό και αποθεωθήκατε στην Ιταλία, στο Teatro Piccolo.

«Η συνεργασία με τον Robert Wilson είναι ένας μεγάλος ανεπανάληπτος σταθμός στην καριέρα μου. Η θητεία με τη Ομάδα Εδάφους, με είχε προϊδεάσει όσον αφορά στην  αισθητική συγγένειά της με τη φιλοσοφία των Wilson και  Pina Bausch. Παρουσιάστηκα στην οντισιόν για τον «Οδυσσέα», στην οποία ο Wilson είχε ζητήσει να συμμετέχουν όλοι οι Έλληνες πρωταγωνιστές. Και μόνο που αναφέρω τη λέξη οντισιόν αγχώνομαι και ευτυχώς ήταν λίγες αυτές που έχω κάνει στη ζωή μου. Με καταβάλει το άγχος, με καταπίνει αυτό το τέρας και συνήθως δίνω την χειρότερη εικόνα του εαυτού και των ικανοτήτων μου. Νιώθω άχρηστος  τη στιγμή της κρίσης κι αυτό είναι που τόσα χρόνια δεν έχω ακόμη  ξεπεράσει. Αν σε αυτό προσθέσουμε τον απόμακρο απαιτητικό και ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του Wilson και τις κάτι παραπάνω από σκληρές συνθήκες υπό τις οποίες έπρεπε να λειτουργήσουμε, απορώ πως κατάφερα να ανταπεξέλθω, όταν μάλιστα παρουσιαζόμουν στη σκηνή μαζί με άλλους 10 συναδέλφους.

Δεν ήταν από τους καλλιτέχνες που επιζητούν να εκμαιεύσουν το καλύτερο από τους συντελεστές, δημιουργώντας τις κατάλληλες προϋποθέσεις ασφάλειας ή οικειότητας, είτε στις ακροάσεις, είτε στις πρόβες. Από την άλλη, ίσως πίστευε, πως αν μπορέσει να λειτουργήσει κάποιος υπό αυτές τις συνθήκες είναι ικανός να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του στην παράσταση. Όταν 1,5 μήνα μετά, γύρω στα μεσάνυχτα, μου ανακοινώθηκε δια τηλεφώνου, πως επιλέχθηκα για το ρόλο του Οδυσσέα, τη χαρά και την υπερηφάνεια εξαφάνισε το τρομακτικό άγχος και αίσθηση ευθύνης. «Το ωωωω!» έγινε αμέσως «Ωχ! Τι κάνουμε τώρα;» στη σκέψη μου. Έπρεπε να φανώ αντάξιος της εμπιστοσύνης, ξέροντας επίσης, πως όλοι εδώ με περίμεναν στη γωνία. (Και δεν είχα άδικο, δεν μου συγχωρήθηκε ούτε η επιλογή, ούτε και η επιτυχία).

Μια καλλιτεχνική ιδιοφυία, στην οποία,  όσο κι αν διαφωνούσαμε, δυσανασχετούσαμε  ή αντιδρούσαμε, υποκλινόμαστε με δέος , αδημονώντας για τον νέο κόσμο που θα άνοιγε μπροστά μας, σε κάθε σκηνή που ετοίμαζε. Δεν είναι τυχαίος ο θαυμασμός, η αναγνώριση και καταξίωσή του διεθνώς. Κάθε επεισόδιο-σκηνή ξεδίπλωνε νέους κόσμους, τους οποίους ανακαλύπταμε άναυδοι. Κι αυτό γεννούσε μια άσβεστη περιέργεια, να δούμε ποια θα είναι τα νέα τοπία στα οποία θα μας εισάγει και ποιο το πλαίσιο, στο οποίο θα  ζητήσει να λειτουργήσουμε σε αυτά. Ο R. Wilson είναι ο μάγος του φωτός κι εγώ, ως λάτρης του φωτός με το οποίο αντιλαμβάνομαι πως βιώνω μια μεταφυσική σχέση, δούλος του. (Το φθινόπωρο μπορεί να περάσω πάνω από δύο ώρες σιωπηλός και βυθισμένος στο φως του ήλιου που λούζει στο πέρασμά του τα φυλλώματα των δέντρων, για να συνεχίσει εκεί που ενώνεται  η θάλασσα με τον ουρανό). Δημιουργούσε μια ψεύτικη πραγματικότητα, απέραντα ποιητική που ξυπνούσε, όλες τις αισθήσεις. Ήταν τόσο έντονη αυτή η αίσθηση των τοπίων του, που ένιωθες πως μυρίζεις το θυμάρι κι ακούς τους πραγματικούς ήχους ενός φανταστικού κόσμου.

Με αυτή τη συνεργασία συνειδητοποίησα τη σημαντικότητα του φορμαλιστικού θεάτρου, το οποίο υποτιμούσα στο παρελθόν, κλίνοντας περισσότερο στο ψυχολογικό. Συνειδητοποίησα, πως αν ο καλλιτέχνης υπηρετήσει απόλυτα και  με συνέπεια τη φόρμα,  του ανοίγεται μια πύλη προς την ασφάλεια και την ελευθερία. Έτσι,  υπάρχει μέσα από αυτό και καθ’ ολοκληρία».

Αληθεύει το γεγονός, πως το Εθνικό έχει χάσει πλέον τα δικαιώματα του «Οδυσσέα» με πολλά διαφυγόντα κέρδη από αυτό και όχι μόνο;

«Πράγματι. Και είναι κάτι που με θλίβει βαθιά. Μια παράσταση που αν και κέρδισε το κοινό της Ελλάδας έτυχε χλιαρής αποδοχής από τα μέσα, κατόρθωσε να έχει σε κάθε φινάλε της 1000 θεατές όρθιους να χειροκροτούν με ενθουσιασμό, στο Teatro Piccolo, στο Μιλάνο. Ένα θέατρο- θεσμός ιδιαίτερου κύρους όπου συρρέουν θεατές από όλη την Ευρώπη για να παρακολουθήσουν τις καλύτερες παραστάσεις διεθνώς. Ο ιταλικός τύπος μας αποθέωσε για μια παράσταση που παρουσιαζόταν στην ελληνική γλώσσα και μόνο τότε άρχισαν τα εγχώρια μέσα να ασχολούνται κάπως πιο ουσιαστικά, αλλά χωρίς ιδιαίτερη έμφαση. Εισπράξαμε στην Ιταλία αποδοχή από ένα κοινό που δεν έχει χάσει την επαφή με την ιστορία και τον σεβασμό στην αρχαιότητα και εκτιμά ανεπηρέαστο από μικρότητες αυτό που βλέπει. Ένα κοινό που είχε γοητευτεί και είχαμε προσκλήσεις για τον «Οδυσσέα» από Αμβούργο, Λονδίνο, Παρίσι. Κι όμως, επιστρέφοντας η παράσταση μπήκε στο περιθώριο (δεν έγινε ούτε η επανάληψή της εδώ στην Ελλάδα, με το πρόσχημα ότι έχει γίνει άλλος προγραμματισμός)  και οι προσκλήσεις  για το εξωτερικό έπεσαν στο κενό.

Όταν 1,5 χρόνο αργότερα, το Teatro Piccolo ζήτησε να συμπεριλάβει ξανά τον Οδυσσέα για το πρόγραμμα του και για 1,5 μήνα, πήραν την απάντηση από το Εθνικό ήταν, πως δεν γίνεται γιατί δεν μπορούν να προσλάβουν τους ηθοποιούς, αφού έχουν συμπληρώσει τις προσλήψεις. Τότε ανέλαβε το T.P. να μας προσλάβει ως ωρομίσθιους δικούς του υπαλλήλους και στέλνοντας  στον καθέναν μας προσωπική πρόσκληση. Η παράσταση ξεπέρασε κάθε προσδοκία και το ενδιαφέρον του κοινού ήταν αμείωτο και μόνιμα sold out. Κέρδη 700.000 ευρώ, από τα οποία τα 200.000 θα ήταν του Εθνικού αν δεν είχε χάσει τα δικαιώματα λόγω μη ανανέωσης του συμβολαίου. Και όλα αυτά, ενώ το Υπουργείο Πολιτισμού και το Εθνικό κοιμόταν.

Πόσο κρίμα είναι αλήθεια, σε μια εποχή που ως χώρα ζούμε έναν αδυσώπητο διασυρμό, ταπείνωση και εχθρότητα να μην χρησιμοποιηθεί η τέχνη και μια τέτοιου ειδικού καλλιτεχνικού και ιστορικού βάρους παράσταση να μην υποστηριχθεί από το υπουργείο Πολιτισμού, (ακόμη και το Εξωτερικών), προκειμένου να αποτελέσει το διαβατήριο εισόδου στα μεγάλα κέντρα του ευρωπαϊκού, αλλά και παγκόσμιου καλλιτεχνικού γίγνεσθαι και μάλιστα στην ελληνική γλώσσα. Χαμένες ευκαιρίες, από κοντόφθαλμες πολιτικές. Να αρνείσαι να στηρίξεις και να «εξάγεις» ένα αναγνωρισμένα ποιοτικό προϊόν πολιτισμού, το οποίο έχεις ήδη έτοιμο. Μια ακόμη ελληνική παθογένεια, θύμα μιας πολιτικής στον τομέα του πολιτισμού και της τέχνης, χωρίς συνέχεια, σύνδεση, συνέπεια, όραμα, οργάνωση.  Και το κερασάκι στην τούρτα, το οποίο δείχνει την πλήρη εικόνα της κατάστασης είναι να μου προτείνουν από το Εθνικό, μετά την επιτυχία στην Ιταλία, πέμπτο ρόλο σε παράσταση. Όταν μου το πρότειναν έγινα έξαλλος. Έφυγα και έπαιξα στο «Τίμημα».

Είμαι τυχερός που οι υποχρεώσεις τις ζωής μου είναι τέτοιες που μου δίνουν τη δυνατότητα να λέω όχι. Και δεν έχω κανένα πρόβλημα να πλύνω και ποτήρια, αν χρειαστεί. Δεν παύει όμως να με εξοργίζει η διαπίστωση πως η υποκρισία έχει ποτίσει την κοινωνία, και παρ΄ όλο που βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα, αντί να πηγαίνουμε μπροστά πηγαίνουμε πίσω. Όμως, όλα ξεκινούν από την εξουσία που δίνει το παράδειγμα, αφού  με όποια μορφή κι αν ασκείται, η υποκρισία είναι το κύριο γνώρισμά της».

Η υποκρισία είναι και μία από τις αναγνώσεις της παράστασης «Μια Ξεχωριστή Μέρα». Ο εκφασισμός μιας κοινωνίας, καλλιεργώντας στερεότυπα, το εμείς και οι άλλοι, οι σωστοί και οι λάθος, τα αρσενικά και τα θηλυκά, η μηδενική ανοχή στη διαφορετικότητα κι οι φυλακισμένες ζωές και τα στρατόπεδα κάθε είδους. Είναι οι μικρές υπερβάσεις που οδηγούν στην ελευθερία;

«Δεν χρειάζεται απαραίτητα η υπέρβαση, η επανάσταση. Ο Γκαμπριέλε δεν αντιτίθεται στο σύστημα κι ούτε έχει πρόθεση να επαναστατήσει. Αντίθετα το υπηρετεί και προσπαθεί με κάθε τρόπο να περάσει απαρατήρητος, προκειμένου να επιβιώσει. Αυτή η διαδικασία και το βάναυσο κυνηγητό του, τον κάνει να αποκωδικοποιεί σιγά-σιγά όσα συμβαίνουν, προκειμένου να τους δώσει όνομα, να ανακαλύψει τις προθέσεις που κρύβονται πίσω από αυτή τη βιαιότητα.  Λυγίζει, δεν είναι ήρωας κι ούτε θέλει να γίνει. Φοβάται να τολμήσει, αυτό που δηλώνει ότι θέλει. Πνίγεται…  Στην αρχή εμφανίζεται σαν φοβισμένο ζώο, στη συνέχεια εμφανίζει την παιδικότητα που δεν έχασε ποτέ, κάνοντας ανέμελα πατίνι και μη αντέχοντας τη μοναξιά του, αποζητά τη συντροφιά, την επικοινωνία με την μέχρι εκείνη τη στιγμή άγνωστη γειτόνισσα. Παίρνει τον ρόλο του μέντορα και την οδηγεί στο «φως» που θα κρατήσει μέσα της, ακόμη κι όταν όλα ξαναγυρίσουν στην «κανονικότητά» τους, μέσα από αυτό το μοίρασμα που κορυφώνεται με την ερωτική πράξη, όχι ανάμεσα σε μια γυναίκα και έναν άντρα, αλλά ως υπέρτατη πράξη αγάπης δύο ανθρώπων που νοιάζονται και συμφιλίωσης με τον εαυτό τους.

Η συμφιλίωση με αυτό που είσαι σε ελευθερώνει. Κανένας από τους δύο δεν είναι ο ίδιος μετά από αυτή την ξεχωριστή συνάντηση. Κάθε ένας τους έχει σπάσει τα δικά του δεσμά. Χωρίς θόρυβο και τυμπανοκρουσίες. Η Αντονιέτα που έλκεται από την αρχή από αυτόν έχει αγαπήσει τον εαυτό της και επιβεβαιώνει  με τη βοήθεια του αυτό που βαθιά μέσα της ήξερε. Ότι είναι θύμα μιας καλοστημένης προπαγάνδας που στόχο έχει να τη χειραγωγήσει και να τη χρησιμοποιήσει, στερώντας της το δικαίωμα να ζήσει ελεύθερη κι ευτυχισμένη. Ο Γκαμπριέλε  αφήνει το τρομαγμένο ζώο πίσω του και φεύγει στην εξορία. Ο ομοφυλόφιλος που ζει κρυφά, αλλά έχει συμφιλιωθεί με τη διαφορετικότητά του, ζει στο φως. Αν όμως, ζει κρυφά, χωρίς να έχει συμφιλιωθεί μ’ αυτό, ζει σκοτεινή ζωή.

Ο εκφασισμός της κοινωνίας είναι μια πληγή που ειδικά σε περιόδους κρίσης βρίσκει εύφορο έδαφος σε όλους τους τομείς, δηλητηριάζοντας κάθε στιγμή της ζωής, παρασύροντας τους αδαείς  σε «στρατόπεδα» δείχνοντας τον «εχθρό» που έχει επιλέξει και εξυπηρετεί τα εκάστοτε συμφέροντα της  όποιας «Εξουσίας». Μιλώντας για αδαείς, δεν αναφέρομαι στην αμορφωσιά που μπορεί να κάνει τους ανθρώπους θύματα της άγνοιάς τους, αλλά και στην πνευματική ένδεια των ανθρώπων ανεξάρτητα από τον βαθμό μόρφωσής τους και το κοινωνικό-οικονομικό τους υπόβαθρο. Στην έλλειψη ψυχικής καλλιέργειας και παιδείας που δυστυχώς διαπιστώνουμε πως αυξάνεται ανησυχητικά. Άλλωστε δεν είναι λίγες οι φορές που απλοί, λαϊκοί άνθρωποι έχουν δείξει μεγαλείο και ευγένεια ψυχής και παραδειγματική γενναιοδωρία».

Ένας τέτοιος απλός άνθρωπος ήταν και ο Αγ. Παΐσιος, τον οποίο αναφέρατε στην αρχή της κουβέντας μας, ως μια ακόμη «Ξεχωριστή Μέρα» της ζωής σας.

«Τον συνάντησα σε μια από τις επισκέψεις μου στο Άγιο Όρος. Εκεί, πέρασα ώρες κάτω από τα δέντρα   συζητώντας μαζί του για διάφορα θέματα. Πέρα από τις προφητείες που άκουσα και ομολογώ πως στην πορεία επαληθεύτηκαν, οι συζητήσεις μας περιστρεφόταν γύρω από το θέμα του ρόλου της εκκλησίας και της σύνδεσής της με την κοινωνία. Κι αυτός ο αγράμματος απλός και αγνός άνθρωπος μου είπε κάτι που δεν ξέχασα ποτέ. «Τους βλέπεις όλους αυτούς τριγύρω που μαζεύονται καθημερινά ζητώντας τη βοήθειά μου στο πρόβλημά τους; Πολλοί από αυτούς είναι αγράμματοι  ή τα εκκλησιαστικά κείμενα τους φαίνονται δυσνόητα. Μου ζητούν να τους μάθω μια προσευχή που θα είναι εύκολο να μάθουν και θα τη λένε στα δύσκολα. Ξέρεις τι τους λέω; Όταν έρχεται αυτή η στιγμή, να λένε ένα τραγούδι με νόημα».

Πόσο απλά, μπορούν όλα να βρουν τη θέση τους! Πόσο εύκολα, ο κόσμος μπορεί να ρθει κοντά στον Θεό και η Εκκλησία να παίξει τον ρόλο του προστάτη που πρέπει να έχει! Όλες οι θρησκείες μιλούν για αγάπη και προσφορά και η Ορθοδοξία αντιπροσωπεύει την υπέρτατη πανανθρώπινη θρησκεία. Αν οι ηγέτες της Εκκλησίας μας σταματούσαν τη δογματική, την τιμωρητική ρητορική, την υποκριτική και ενοχοποιητική συμπεριφορά με στόχο τη  χειραγώγηση, κάνοντας κατάχρηση της εξουσίας  του ρόλου τους, η ζωή μας η μας θα ήταν πολύ καλύτερη και όλοι θα αποζητούσαν ειλικρινά κι αυθόρμητα τη σκέπη και την προστασία της».

Είναι Κυριακή και νομίζω, πως ήταν η σειρά μου να προσθέσω άλλη «Μια Ξεχωριστή Μέρα» στη ζωή μου. Μια συνάντηση, μια ειλικρινής κουβέντα που γίνεται συνέντευξη με έναν ευγενή, ωραίο Έλληνα. Είμαι «μικρή» για να μιλήσω για το ταλέντο του. Είναι γνωστή η πορεία του στο θέατρο, η μεγάλη του επιτυχία στις τηλεοπτικές σειρές, οι βραβεύσεις του στις ταινίες που συμμετείχε και ομολογώ πως μου λείπει από το σινεμά, όπου βλέπω συνεχώς τα ίδια πρόσωπα. Δεν είναι  μόνο που τον αγαπά ο φακός, είναι που έχει όλο το «πακέτο» κι αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς. Κι αναρωτιέμαι γιατί, ενώ ο ίδιος το ζητά διακαώς να παίξει κωμικό ρόλο, του το αρνούνται γιατί άλλη μια ετικέτα, αυτή του δραματικού ηθοποιού, έχει κολλήσει κάτω από το όνομά του και ίσως ζούμε σε έναν κόσμο που οι ετικέτες έχουν μεγαλύτερη ισχύ από την ουσία. 

“Η φύση… ο Θεός μας έφτιαξαν για να μαστε χαρούμενοι… Δε θέλουν να χουμε ενοχές για κάτι που μας δίνει χαρά… Το σύστημα μας το κάνει αυτό…” Γκαμπριέλε

“Μια Ξεχωριστή Μέρα”

Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ (Πλ.ΧΑΝΘ, τηλ. 2310 237 700)

Η Ταυτότητα της Παράστασης

 

Μετάφραση/ Διασκευή:  Αλέξανδρος Ρήγας

Σκηνοθεσία:                    Άσπα Καλλιάνη

Σκηνικά:                          Group 1

Φωτισμός:                       Σωτηρόπουλος Νίκος

Πρωτότυπη μουσική:     Γιώργος Μελισσινός

Ηχητικός Σχεδιασμός:    Κωστής Κόντος

Βοηθός Σκηνοθέτη             Κωνσταντίνα Σταυροπούλου

Ενδυματολόγος                                   Ελένη Μπλέτσα

Κατασκευή Σκηνικών        Eno Shkodrani

Φωτογραφίες                      Χρήστος Κοτσιρέας

 

Παραγωγή          :  ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ ΣΕΡΡΩΝ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΗΓΑΣ

 

Παίζουν:         Σταύρος Ζαλμάς, Δήμητρα Ματσούκα

Αρτέμης Γαβριλούκ, Γιώτα Ζερδεβά, Νίκος Νικολαίδης, Λεωνίδας Χρυσομάλλης

 

 

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ : VIVA.GR & ΤΑΜΕΙΟ ΘΕΑΤΡΟΥ ΑΥΛΑΙΑ

ΤΙΜΗ ΠΡΟΠΩΛΗΣΗΣ : 12 €