Τατιάνα Παπαδοπούλου – Χορευτές του Βορρά: Ένα συγκλονιστικό σενάριο ζωής γραμμένο με πουέντ.

«Η αίθουσα χορού είναι ο φυσικός μου χώρος και όχι η σκηνή. Το συνειδητοποίησα σε τρεις διαφορετικές στιγμές της ζωής μου που έχουν υπάρξει καθοριστικές: Παιδί ακόμη, στην πρώτη μου επαφή με αυτή, σε μια τυχαία επίσκεψη στη σχολή της Judith Neil,  η δεύτερη φορά ήταν κατά την επάνοδό μου, μετά το ατύχημα, ιδρύοντας τους «Χορευτές του Βορρά», αλλά και όταν, πριν λίγο καιρό, βρήκα εκεί ανακούφιση, από την απώλεια προσφιλούς προσώπου. Εκεί, γίνεται όλη η διεργασία, ο εσωτερικός διάλογος που σε παρασύρει σ’ ένα ατέλειωτο ταξίδι δημιουργίας. Εκεί, που ατέλειωτες ώρες ιδρώτα, προσπάθειας, κούρασης, συνύπαρξης και σύμπραξης, μετουσιώνονται σ’ αυτό που από σύλληψη ιδέας μεταμορφώνεται σε παράσταση. Την παράσταση που είναι το  αποτέλεσμα όλης αυτής της ανεπανάληπτης διεργασίας και εμπεριέχει το στοιχείο της έκθεσης. Τότε, όσο κοινότυπο και αν ακούγεται, το χειροκρότημα αποτελεί τη μεγαλύτερη ηθική ανταμοιβή και αναγνώριση».

Μια συζήτησή με την Τατιάνα Παπαδοπούλου, χορεύτρια, χορογράφο και ιδρύτρια της ομάδας «Χορευτές του Βορρά» που από το 1994 δίνει ανελλιπώς το παρόν, με επιτυχίες και διακρίσεις, στα καλλιτεχνικά δρώμενα της χώρας. Αφορμή η πρεμιέρα της παράστασης Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέϊ, σε συμπαραγωγή με το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης (2-4 Φεβρουαρίου), η οποία στη συνέχεια θα παρουσιαστεί στην Αθήνα, ενώ γίνονται συζητήσεις και για το εξωτερικό. Μια συζήτηση με μια γυναίκα που, με καθαρή ματιά, ενθουσιασμό και ενέργεια έφηβης, έντονο δυναμισμό και φωτεινή ψυχή, μιλά για την τέχνη της, δίνοντας παράλληλα μαθήματα ζωής και αυτογνωσίας.

Μιλά για την Τατιάνα, πριν και μετά το αυτοκινηστικό ατύχημα που την καθήλωσε, σε πλήρη ακινησία, στο κρεβάτι για 9 μήνες, τη στιγμή που όλα έδειχναν πως τίποτα δεν θα ήταν εμπόδιο, σε μια μεγάλη καριέρα, ως ταλαντούχα νεαρή χορεύτρια που μόλις είχε επιστρέψει από τις σπουδές και τις performance στις σκηνές του εξωτερικού. Ποιό ήταν το δίλημμα που την έκανε, πρόσφατα, να λυγίσει έστω και για λίγο, ξεκινώντας το project του Ντοριαν Γκρέϊ; Ποιά η νέα προσέγγιση στο εμβληματικό έργο του Όσκαρ Ουάλιντ, όπου η πλαστικότητα των σωμάτων αντικαθιστά την πρόζα;

«Ο χορός με διάλεξε», μου λέει. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και στα 7 της χρόνια, ακολούθησε μια φίλη της στο μάθημα χορού. Φορούσε φόρμες και φάνταζε τόσο διαφορετική, ανάμεσα στα κοριτσάκια με τις πουεντ! Όμως, η Judith Neil την ξεχώρισε και ζήτησε να μιλήσει στους γονείς της. Χωρίς ποτέ, μέχρι εκείνη τη στιγμή, να περάσει η ιδέα του χορού από το μυαλό της, η αίθουσα την κάλεσε κι αυτή αφέθηκε στην αγκαλιά της, νιώθοντας πως αυτός είναι ο φυσικός της χώρος. Ένας χώρος που, όπως αποδείχθηκε στην πορεία, όχι μόνο ανέδειξε το ταλέντο της, αλλά αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη για μια νέα ζωή, σε μια τραγική και επώδυνη καμπή στη ζωή της. Μια πηγή έμπνευσης και δύναμης που οδήγησε στο πέρασμα από το ΕΓΩ στο ΕΜΕΙΣ, στη γέννηση ενός οράματος που βασίζεται στη δημιουργικότητα και την αγάπη για τον χορό, ως προσφορά κι όχι ως επίδειξη προσωπικού ταλέντου με αφετηρία την πόλη  που τη γέννησε.

Μαθήματα, προσπάθεια, διαγωνισμοί και το ένα φέρνει το άλλο, όπως λέει. Το 1984 γίνεται μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Χορού του Λονδίνου. Το 1987 σε ηλικία 16 χρόνων, φεύγει στο Λονδίνο για σπουδές χορού στη Βασιλική Ακαδημία, όπου γίνεται δεκτή με υποτροφία, μετά από συμμετοχή της σε παγκόσμιο διαγωνισμό (Special Entry). Οι πρώτοι έξι μήνες της φαίνονται ανυπόφοροι και την πανικοβάλλουν. Η νέα κουλτούρα και νοοτροπία, οι αυστηροί κανόνες και το απαιτητικό πρόγραμμα της σχολής, μακριά από το οικείο περιβάλλον, σε τέτοια ηλικία, φαντάζουν δυσβάσταχτα. Όμως, το περιβάλλον, τη δέχεται και την στηρίζει, την αποκαλούν τρυφερά και παιχνιδιάρικα Greek Girl και σιγά-σιγά προσαρμόζεται, σε βαθμό που επιστρέφοντας στην Ελλάδα, λίγα χρόνια αργότερα, να πρέπει εκ νέου να προσαρμοστεί στην κουλτούρα της.

Το ταλέντο μαζί με τη σκληρή δουλειά και επιμόρφωση αποδίδουν καρπούς. Χορεύει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους από τα περισσότερα κλασσικά έργα όπως “Δον Κιχώτης”, “Λίμνη των κύκνων”, “Ωραία Κοιμωμένη”, “Kαρυοθραύστης”, “Coppelia”. Και ακόμη θυμάται το δέος που ένιωσε, κοιτώντας, πίσω από τις κουρτίνες στην κουίντα, το πολυπληθές κοινό που θα παρακολουθούσε την παρθενική της εμφάνιση στον Δον Κιχώτη. Ο έρωτας όμως, παίζει το παιχνίδι του και επιστρέφει στην Ελλάδα, για να εγκατασταθεί αρχικά στην Αθήνα. Ξεχειλίζει ζωή, νιάτα, όνειρα, φιλοδοξίες, ως ανερχόμενο αστέρι, όταν μετά από ένα σφοδρό αυτοκινηστικό ατύχημα, τραυματίζεται στην σπονδυλική στήλη, έχοντας παράλληλα κατάγματα και κακώσεις και στο υπόλοιπο σώμα. Σε απόλυτη ακινησία για 9 μήνες. Βρίσκεται στο σημείο μηδέν, παλεύοντας με τον εαυτό της και τα θρυμματισμένα, όπως τα κόκαλά της, όνειρά που έχτιζε από παιδί.

«Η ζωή μου χωρίζεται σε δύο μέρη. Στην Τατιάνα πριν και μετά το ατύχημα. Η πρώτη ζούσε πιστεύοντας πως ο κόσμος της ανήκει, γεμάτη έπαρση, μεθυσμένη από την επιτυχία και τη φήμη του ταλέντου που με συνόδευε, με γενναίες δόσεις ναρκισσισμού. Πίστευα, πως η σκηνή με περιμένει, για να δείξω πόσο καλή είμαι και να με θαυμάσει ο κόσμος. Η δεύτερη είναι ένας σαφώς καλύτερος άνθρωπος, ο οποίος ζει για να δημιουργεί και η σκηνή είναι το βήμα, όπου παρουσιάζει κάτι όμορφο για τους ανθρώπους, έχοντας ως μέσο αυτό που αγαπά βαθιά, τον χορό. Αγάπησα τους χορευτές, τον εαυτό μου, τους ανθρώπους και συνειδητοποίησα, τι είναι αυτό που ο χορός ουσιαστικά μου προσφέρει. Ανάσα. Πνοή.

Πέρασα από την άρνηση και τον θυμό: «Αυτό δεν συμβαίνει σ’ εμένα! Έχουν κάνει λάθος οι γιατροί! Δεν ξέρουν τι λένε!», στην απόγνωση και την απελπισία: «Ήρθε το τέλος! Ποιά είμαι πλέον; Και τώρα τί;». Μια τραγική στιγμή, μια ανώμαλη προσγείωση στα νέα δεδομένα της ζωής μου, πέραν του σωματικού πόνου. Μια επώδυνη διαδικασία που με έκανε να αντιληφθώ με τον πιο σκληρό τρόπο την σημαντικότητα των απλών πραγμάτων στη ζωή, τη δύναμη της θέλησης και της προσφοράς. Τον πλούτο που κερδίζεις όταν μοιράζεις και μοιράζεσαι.

Όταν στάθηκα στα πόδια μου, προσπαθώντας να επαναπροσδιορίσω τον εαυτό μου και τους στόχους μου, σκέφτηκα πως αν και δεν είχα (μέχρι εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον) σπουδές χορογράφου, είχα την εμπειρία και την γνώση που αποκόμισα, όλα τα προηγούμενα χρόνια, δίπλα σε κορυφαίους δασκάλους και αφού μπορεί η Μαρία Φέϊ να το κάνει από αναπηρικό καροτσάκι, γιατί όχι κι εγώ που πλέον μπορώ και κινούμαι. Στην πορεία βέβαια χόρεψα κιόλας, αν και μου είχαν πει πως δεν θα μπορέσω. Θα μπορούσα να πω, πως δύο χρόνια μετά, έφυγα πατώντας στις πουέντ. Ακόμη θυμάμαι τα σχόλια και τους ψιθύρους πίσω από την πλάτη μου, όταν λίγο καιρό μετά την αποκατάστασή μου, κατέβηκα στην Αθήνα. «Αυτή, αυτή είναι. Αυτή με το ατύχημα…».

Ίδρυσα, πέραν από τις δύο σχολές χορού που διατηρώ, τους Χορευτές του Βορρά. Μια ομάδα με επαγγελματίες χορευτές και έδρα τη Θεσσαλονίκη, που από το 1994 η παρουσία της είναι από τότε συνεχής στα πολιτιστικά δρώμενα της χώρας, με επιτυχία και διακρίσεις. Το 2004,  2006, 2010 & 2016 κρινόμενοι  από καλλιτεχνικούς διευθυντές διεθνών  φεστιβάλ του εξωτερικού επιλέχθηκαν και εμφανίστηκαν  στην  Πλατφόρμα Σύγχρονου Χορού στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, καθώς και στο Διεθνές Συνέδριο Χορού, Sani  Festival, Festival Unesco, Οργ. Πολ. Πρωτεύουσας της Ευρώπης ’97, Biennale Νέων Καλλιτεχνών 2003, Δημήτρια κ.ά.»

Πώς γεννήθηκε η ιδέα να ανεβάσετε το «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέϊ;

«Ήταν ιδέα του Αντώνη Σουσάμογλου, πολύτιμου συνεργάτη, πρώτο βιολί της ΚΟΘ και πιστού φίλου, οποίος έχει συνθέσει και την πρωτότυπη μουσική, που από καιρό ήθελε να συνεργαστούμε. Το πρότεινε και το βρήκα ενδιαφέρον.

Δουλεύαμε με ενθουσιασμό πάνω στο project, το καλοκαίρι που πέρασε, όταν μάθαμε πως απορρίφθηκε η αίτηση χρηματοδότησής μας. Η απογοήτευσή μου ήταν μεγάλη! Ήταν η πρώτη φορά από το ’94, που είπα: «Ως εδώ! Δεν πάει άλλο! Είναι μάταιο!». Δεν μπορούσα να πιστέψω, πως παρουσία (με επαγγελματίες χορευτές) και αναγνωρισμένο έργο τόσων χρόνων, δεν μέτρησε στο ελάχιστο, για την επιλογή μας. Όπως καταλαβαίνεις, χωρίς επιχορήγηση είναι αδύνατον να ανέβουν τέτοιες παραγωγές. Τότε όλοι οι συνεργάτες πείσμωσαν και με εμψύχωσαν και πείσμωσα κι εγώ! Σηκώσαμε τα μανίκια και συνεχίσαμε τη δουλειά, για να μας στηρίξει στην πορεία με την πολύτιμη χορηγία της η Public. Έτσι, Το Πορτρέτο του του Ντόριαν Γκρέϊ, παρουσιάζεται 2-4 Φεβρουαρίου, στη σκηνή του Μεγάρου.

-Πώς προσεγγίσατε και πώς αποδώσατε σκηνικά την γραφή του Όσκαρ Ουάιλντ;

«Το σώμα είναι ένα ανεξάντλητο εκφραστικό μέσο που μπορεί να αποδώσει, σε απόλυτο βαθμό, το νόημα του λόγου και στον πιο «αθώο» θεατή. Η έλλειψη πρόζας δίνει,  ίσως, μια άλλη δυναμική στο έργο, όπου αφήνει τη δυνατότητα για πιο ελεύθερες ερμηνείες, χωρίς να κατευθύνει. Μελετώντας το κείμενο αντιληφθήκαμε, πως ο Ο.Ο. αναφερόμενος στον ναρκισσισμό, στην λατρεία της εικόνας και του υπερτροφικού εγώ, δεν όριζε  απόλυτα αν αυτό αφορά το αντρικό ή γυναικείο φύλο.

Τολμήσαμε, ξεκινώντας τις πρόβες, να αντιστρέψουμε τους ρόλους (cross gender) και αυτό διαπιστώσαμε πως λειτουργεί. Έτσι, οι γυναίκες, ερμηνεύουν τους ανδρικούς και οι άνδρες τους γυναικείους ρόλους, σε μια νέα ανάγνωση του έργου. Αποκαλύπτεται η νέα αλήθεια, πως δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές σε αυτό το πεδίο και δεν είναι μόνο η εμφάνιση, η εικόνα της ομορφιάς και της νεότητας του σώματος που αποτελεί στοιχείο ναρκισσισμού, σε άντρες και γυναίκες. Στοιχείο-πρότυπο, είναι και η προβολή της σωματικής ρώμης, της οικονομικής δύναμης και της εξουσίας. Θέλοντας δε να μεταφέρουμε το έργο στη σύγχρονη εποχή, το πορτρέτο-το κάδρο αντικαθίσταται στη σκηνή από μέσο ψηφιακής τεχνολογίας. Στην εποχή της λατρείας της εικόνας, της αιώνιας νεότητας, των ειδώλων, της επίπλαστης ευτυχίας, η γενιά των selfies βλέπει τον εαυτό της κατά πρόσωπο. Τα όνειρα, οι φαντασιώσεις και οι μύχιες επιθυμίες αντανακλούν απελευθερωμένα μέσα από τον έτερο, τον διαφορετικό. Η αλήθεια κρύβεται στον άλλο…».

Ζεις και δημιουργείς με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Μεγάλο στοίχημα. Τι ονειρεύεσαι γι αυτή την πόλη;

«Είναι μια πόλη που διαθέτει τρεις επαγγελματικές σχολές χορού, αλλά δεν έχει μια σκηνή, όπου οι χορευτές και οι ομάδες θα μπορούν να παρουσιάζουν τη δουλειά τους, Είναι μεγάλη υπόθεση η τριβή με το αντικείμενο και οι νέοι χορευτές δουλεύουν υπό δύσκολες συνθήκες, που απέχουν μακράν από τις στοιχειώδεις ανάγκες της τέχνης τους. Επαγγελματίες, σπουδαστές ή ερασιτέχνες, περισσότερο ή λιγότερο καλοί ή ταλαντούχοι, μέσα από αυτό, τολμώντας, ρισκάροντας, προτείνοντας, θα βρουν τον δρόμο τους και σιγά-σιγά θα φιλτραριστούν και θα μείνουν οι καλύτεροι. Το ταλέντο χωρίς σκληρή δουλειά και συνεχή προσπάθεια δεν οδηγεί στην επιτυχία, κι αν ναι, θα είναι χωρίς διάρκεια. Αυτό, είναι κάτι που το ξεκαθαρίζω και το απαιτώ, από την αρχή,  από τους μαθητές και τους συνεργάτες μου.

Μέρος αυτού του οράματος ήταν διοργάνωση  του φεστιβάλ Χορού Καλαμαριάς “Motum”, ως καλλιτεχνική διευθύντρια. Μια ανοιχτή πρόσκληση σε όσους ασχολούνται με  τον χορό, να παρακολουθήσουν master classes, αλλά και παραστάσεις από κορυφαίους Έλληνες χορευτές, ομάδες και χορογράφους με διεθνή καριέρα, προκειμένου να ανοίξω το μυαλό των νέων χορευτών σε νέες προσεγγίσεις και να εξάψω τη φαντασία, να δυναμώσω τη φλόγα για την τέχνη του χορού και έρθουν σε επαφή με τις διεθνείς τάσεις. Αυτό είναι κάτι απαραίτητο για να εξελιχθούν και να πάνε τα πράγματα παραπέρα, παίρνοντας νέα ερεθίσματα με σύγχρονη ματιά. Ήδη συζητώ, το Motum να οργανωθεί αυτή τη φορά σε έναν χώρο που θα του δώσει νέα πνοή και ώθηση, προκειμένου να αποτελέσει θεσμό για την πόλη¨.

Έχεις από ότι είδα ειδίκευση στη χοροθεραπεία, θα σκεφτόσουν να κάνεις κάτι σε σχέση με αυτό έχοντας πλέον και το προσωπικό βίωμα;

«Είχα παρακολουθήσει ένα τρίμηνο σεμινάριο της Ε.Ο.Κ με ειδίκευση στη χοροθεραπεία και  το 1993 κάνει χοροθεραπεία σε παιδιά ΑΜΕΑ. Η ειρωνεία της τύχης είναι πως αυτό έγινε λίγο πριν το ατύχημά μου. Η αλήθεια είναι πως ο χορός μπορεί να λειτουργήσει, θεραπευτικά και ψυχοθεραπευτικά σε όλες τις κατηγορίες των ανθρώπων. Όσον αφορά, τα ΑΜΕΑ είναι μια διαδικασία που χρειάζεται αποθέματα ψυχικής δύναμης και διαχείρισης αυτής, πέραν των χορευτικών σου δεξιοτήτων και γνώσεων. Είναι όμως κάτι, που θα σκεφτόμουν πολύ σοβαρά να προσεγγίσω ξανά. Ίσως να είναι και το επόμενο βήμα μετά τον  Ντόριαν. Δεν αποκλείω τίποτα πλέον».

Λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα της νέας σας παράστασης στο Μέγαρο, ποια λέξη θα βάζατε δίπλα στον τίτλο της;

«Αναζήτηση».

Ένα έργο που είναι πάντα επίκαιρο, αφού όλοι είμαστε επιρρεπείς στην παγίδα του Εγώ μας και πέφτουμε θύματά του, με μικρότερες ή μεγαλύτερες δόσεις ναρκισσισμού μας, σε μια εποχή που τον καλλιεργεί και τον θεριεύει, παρουσιάζεται στην σκηνή του ΜΜΘ (2-4 Φεβρουαρίου), από μια γυναίκα που φλέρταρε στο παρελθόν επικίνδυνα μαζί του και η πραγματικότητα της ζωής της την έκανε να του γυρίσει την πλάτη, ανακαλύπτοντας τα τρωτά του σημεία.

@ΜαρίαΜαυρίδου

 

 

ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ ΝΤΟΡΙΑΝ ΓΚΡΕΪ

Καλλιτεχνική διεύθυνση Τατιάνα Παπαδοπούλου

Χορογραφία Τατιάνα Παπαδοπούλου, Αλέξανδρος Σταυρόπουλος, σε συνεργασία με τους     χορευτές

 Σύνθεση μουσικής & Μουσική επιμέλεια  Αντώνης Σουσάμογλου

Δραματολόγος Κατερίνα Διακουμοπούλου

Βίντεο Μάριος Ερμητικός

Σκηνογραφία-Ενδυματολογία Αθανάσιος Κολαλάς

Υπεύθυνη ομάδας Αρετή Κουτσικοπούλου

Χορεύουν: Δήμητρα Βλάχου, Γαλήνη Γυρτάτου, Μιχάλης Κριεμπάρδης, Δημήτριος Μαργαρίτης, Ηλίας Μπαγεώργος, Δέσποινα Λαγουδάκη, Αλέξανδρος Σταυρόπουλος

 

Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης: Κτίριο Μ2 – Αίθουσα Αιμίλιος Ριάδης

Παραστάσεις:

 Παρασκευή 2, Σάββατο 3, Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

Ωρα  Εναρξης : 21:00

Τιμές εισιτηρίων: 12€, 10€, 8€ (μειωμένο)

Είσοδος από 15 ετών και άνω