Φαίδων Καστρής – ΣΟΦΙΑ: Ένας συγκινητικός μονόλογος λέει το παραμύθι μιας βασίλισσας αλλιώς Casa Bianca 3 & 4 Φεβρουαρίου

«Η χώρα θα έπρεπε να σε αγαπάει,  αλλά ό,τι και να λένε τα περιοδικά, αυτό δεν συμβαίνει. Κι επειδή ούτε να σε μισήσει μπορεί, γιατί δεν έχει λόγο να το κάνει, σε κολακεύει με αυτή  την παγερή και δηλητηριώδη φιλοφρόνηση που τους την έδωσε ο ίδιος ο Χουανίτο :

” Η Σοφία είναι μια επαγγελματίας”.

Ένα πλάσμα περιφέρεται στον χώρο της Casa Bianca, στη Θεσσαλονίκη, στις 3 και 4 Φεβρουαρίου. Ένα πλάσμα άφυλο κι αλλόκοτο (Φαίδων Καστρής) τρυπώνει, όπως συνηθίζει εδώ και καιρό σε μουσεία, παλιά αρχοντικά, χώρους που φέρουν το βάρος της ιστορίας και την ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής, ενός περασμένου μεγαλείου. Αντικρίζει σπασμένους καθρέφτες και ανακαλύπτει ένα παιδικό κουκλάκι. Ένα παιχνίδι από το παρελθόν. «Σοφία;».

Το άφυλο αυτό πλάσμα απευθύνεται στη Βασίλισσα Σοφία, σύζυγο του βασιλιά Χουάν Κάρλος, και μητέρας του νυν βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππου. Μας τη συστήνει, μπαίνοντας στο μυαλό, τις σκέψεις, τις αναμνήσεις της, για να αποκαλύψει το πορτραίτο της ερημιάς, μιας γυναίκας που σιωπηλά, στωϊκά, πέρασε τη ζωή της, υπηρετώντας το πρωτόκολλο μιας ζωής που κάθε της στιγμή ήταν αντικείμενο σχολιασμού, όχι πάντα καλοπροαίρετου, από το μικροσκόπιο των ΜΜΕ, σηκώνοντας την κατακραυγή και τον χλευασμό.

Αφήνοντας πίσω τα παραμύθια για πρίγκιπες και βασιλοπούλες, σε μια δεύτερη ανάγνωση, θυμίζει το δυσβάσταχτο φορτίο των ανθρώπων που στη ζωή τους υπηρετούν ρόλους και τίτλους, οποιασδήποτε μορφής στην καθημερινότητά τους. Ρόλους  που δεν επέλεξαν ή τους εγκλώβισαν, υιοθετώντας ένα προσωπείο που θα προστατέψει την αποκάλυψη της οδύνης των συναισθημάτων τους και το τοπίο της μοναξιάς τους, από τα αδιάκριτα σκληρά βλέμματα της  κοινωνίας της κλειδαρότρυπας, συμβιβασμένοι, αφημένοι και μόνοι, στη μοίρα που δεν διάλεξαν, τα πρέπει που τους επιβλήθηκαν και στα οποία δεν αντιστάθηκαν. Μια πατρική φιγούρα, μια δεσποτική μητέρα, τα παιδικά χρόνια, ο οικογενειακός  και κοινωνικός  περίγυρος, οι φήμες, τα μυστικά και οι μνήμες στην πορεία μας σημαδεύουν την ψυχή μας, που ζητά να ελευθερωθεί και να χαθεί μέσα στον κόσμο, περπατώντας αμέριμνα, με ένα τζιν και πάνινα παπούτσια, ως άνθρωποι χωρίς ετικέτα. Τα «κλουβιά» δεν παύουν να είναι φυλακές που δεν μας αφήνουν να «πετάξουμε» ελεύθεροι, ακόμη κι όταν είναι χρυσά.

Ο Φαίδων Καστρής έρχεται στη Θεσσαλονίκη και παρουσιάζει στην Casa Bianca 3 και 4 Φεβρουαρίου, τον σύνθετο, πολυδιάστατο μονόλογο ΣΟΦΙΑ, του Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι, που μετά από 25 παραστάσεις, στην Οικία Κατακουζηνού, στην Αθήνα, αποσπώντας το βραβείο κοινού στην Athens Voice, συνεχίζει το ταξίδι της αποκάλυψής της, σε ιδιαίτερους χώρους, μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως π.χ. ρωμαιοκαθολικοί ναοί, σε όλη την Ελλάδα, όπως εξηγεί ο Φαίδων στη συζήτησή μας, για την μοναδική αυτή εμπειρία, να χτίσει με τους συνεργάτες του αυτό τον ρόλο. Κέρκυρα, Πάτρα, Ξάνθη είναι ήδη στο πρόγραμμα του. Σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και υπό την καθοδήγηση του Θεσσαλονικιού σκηνοθέτη Λεωνίδα Παπαδόπουλου, μας συστήνει τη Σοφία- γυναίκα- άνθρωπο, όπως τη φαντάστηκε και την έπλασε ο Ιγκνάθιο Γκαρθία Μάι, συνθέτοντας το παζλ της ζωής της, πίσω από το σαν ζωγραφισμένο μόνιμο χαμόγελό της, μέσα από τη μελέτη ενός μεγάλου αρχείου δημοσιευμάτων που είχε συγκεντρώσει και μελετήσει.

«Η παράσταση παρουσιάστηκε στην Ισπανία με άλλο ύφος», μου εξηγεί ο Φαίδωνας Καστρής. Μια δημοσιογράφος μιλούσε στο κοινό για τη ζωή της Σοφίας. Κάτι που δεν ενθουσίασε ιδιαίτερα. Η προσέγγισή μας ήταν από την αρχή εντελώς διαφορετική, ανεβάζοντας τον βαθμό δυσκολίας, αλλά και την πρόκληση. Υποδύομαι ή καλύτερα μιλώ ως Σοφία κι άλλοτε της απευθύνομαι κι αυτή είναι φορές που μιλά στο κοινό. Γίνομαι και Φρειδερίκη, και Παύλος, και Χουάν Κάρλος. Αλλάζω ταυτότητα, χωρίς να μιμούμαι ή να γίνομαι η καρικατούρα του κάθε προσώπου. Μπήκα βαθιά μέσα στον κάθε έναν από αυτούς, χωρίς περούκες, εναλλαγές κοστουμιών και τη βοήθεια μακιγιάζ. Ένα άφυλο ον, που το υποδύεται ένας άνδρας και με τη λεπτομέρεια στη χορογραφία της κίνησης, στην εκφορά  και το ηχόχρωμα του λόγου, την αλήθεια του ρόλου σε κάθε βλέμμα, αλλάζει σε κλάσματα δευτερολέπτου ταυτότητα, κατά τις συνομιλίες της  Σοφίας ή με τη Σοφία.  Όπως αυτή που κάνει καθισμένη στο παγκάκι με τη μητέρα της Φρειδερίκη.

Περιπλανιέμαι στους εγκαταλελειμμένους διαδρόμους στο Τατόϊ, ανάμεσα σε λάσπες, σπασμένους καθρέφτες, φαντάσματα του παρελθόντος. Είμαι το φάντασμα που εισβάλει μέσα στην ύπαρξη της, σε έναν εσωτερικό διάλογο με έναν αόρατο παιδικό της φίλο. Είμαι στον κήπο που έπαιζε με τον Τίνο (Κωνσταντίνο), στοιχειώνω το μυαλό της και αυτή μιλά για την εξορία για τα γεγονότα και τις καταστάσεις μιας ταραγμένης εποχής. Αυτό, στην Οικία Κατακουζηνού, έπαιρνε μια άλλη διάσταση, γιατί μιλούσα κοιτώντας από το παράθυρο τη Βουλή, έχοντας  στον τοίχο πίσω μου έναν αυθεντικό Σαγκάλ.

Πολύ εύκολα θα μπορούσες να πέσεις στην παγίδα της αγιοποίησης μιας βασίλισσας ή στην ειρωνική προσέγγιση της ιστορίας της.

«Τη μελέτησα, μίλησα με τον συγγραφέα, ο οποίος μου έδωσε και την εικόνα που ισχύει για τη βασιλική οικογένεια της Ισπανίας, που αν και υπάρχει μια φιλοβασιλική μερίδα πολιτών και επίσης, αυτοί που σέβονται  τον θεσμό ως κομμάτι της ιστορίας τους, για άλλους είναι κάτι που δεν έχει θέση στη σύγχρονη πραγματικότητα της χώρας τους. Τα οικονομικά και ερωτικά σκάνδαλα, πυροδοτούν την κατάσταση περισσότερο, ιδιαίτερα τώρα στην εποχή της κρίσης και τα σχόλια είναι όλο και συχνότερα πιο επιθετικά και προσβλητικά. Μέσα σε όλο αυτό, η Σοφία φαινόταν πάντα ουδέτερη, χωρίς να παίρνει θέση δημόσια, ήταν ο άνθρωπος που υπέμενε τις συνεχείς ερωτικές περιπέτειες του συζύγου της, τις γκάφες και τα τραγικά του λάθη, ενώ παράλληλα είχε το δυσάρεστο καθήκον να παρευρίσκεται σε κηδείες, θυμάτων τρομοκρατικών επιθέσεων σε μια χώρα με ταραχώδη πολιτική ζωή, αλλά και μελών της βασιλικών οικογενειών σ’ όλο τον κόσμο. «Όλη σου τη ζωή φρουρός στα κοιμητήρια».

Ξένη στην Ελλάδα, αλλά και στην Ισπανία, πάντα κάπου στη μέση, να υπηρετεί όσο κανείς τόσο πιστά το πρωτόκολλο.  Είναι μια παράσταση που δεν έχει στόχο να δώσει άλλοθι, σε βασιλιάδες και βασιλικούς, όπως μπορεί κάποιος να βιαστεί να πει. Είναι το πορτραίτο της ερημιάς μιας γυναίκας, δοσμένο με σεβασμό, αλλά και χιούμορ. Τη Σοφία, την ανακάλυψα με βαθιά συγκίνηση, μέσα από ατέλειωτες διαδρομές στο λαβύρινθο της σκέψης της.

Οι μονόλογοι είναι ένα είδος που έχω κατακτήσει με επιτυχία και μάλιστα σε γυναικείους χαρακτήρες- τρανς. Εδώ όμως, το στοίχημα ήταν μεγάλο. Μ’ ενδιαφέρει να μην αποτυπώνω την προσωπικότητα του κάθε χαρακτήρα-ρόλου ως χάρτινη φιγούρα, μέσα από εγκεφαλική διεργασία, αλλά να ακουμπάω με συγκίνηση πάνω του και να βιώνω την κατάστασή του, να μην παριστάνω τι μου συμβαίνει ως ρόλος, αλλά να μου συμβαίνει εκείνη τη στιγμή στη σκηνή κι αυτό, ο θεατής να το εισπράττει στον απόλυτο ρεαλισμό του. Όταν κατά τη διάρκεια των προβών ο Λεωνίδας Παπαδόπουλος με ρώτησε ποιό ποίημα μου θυμίζει τη Σοφία, του απάντησα: «Η Δεσποσύνη του Σάλοτ, του Άλφεντ Τέννυσον». Είναι η Λαίδη που φέρει την κατάρα, που της απαγορεύει να δει τον κόσμο έξω από το παράθυρό της. Όταν αυτό όμως γίνεται, αφού τον βλέπει ως αντανάκλαση στην πανοπλία του Λάνσελοτ, ο καθρέφτης της σπάει και έτσι χάνει το μόνο τρόπο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο… τώρα πρέπει να βγει η ίδια από την απομόνωσή της και να σπάσει την κατάρα. «Ποιά είναι αυτή η γυναίκα με το τζιν και τα πάνινα παπούτσια στο Κολωνάκι;». Από την άλλη, για μένα αυτή η διαδρομή μου θυμίζει και εμάς τους καλλιτέχνες, τις διαδρομές και τις εποχές που ζήσαμε και τη δύσκολη κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει με το ξέσπασμα της κρίσης. “Δεν μπορείς να επιστρέψεις σε έναν τόπο που δεν υπάρχει”

Ήταν λεπτές οι ισορροπίες που απαιτούσε η προσέγγισή μας και η απουσία μεταμφίεσης, η συνεχής αστραπιαία μετάβαση, από τον έναν χαρακτήρα στον άλλο, είναι μια κατάδυση σε νέα επίπεδα ερμηνείας, δίνοντας υπόσταση και λόγο σε μια σειρά πρωταγωνιστών. Ένα άχρωμο πρόσωπο και ενδυματολογικά, ένα κοστούμι που ανάλογα με την κίνηση γίνεται φόρεμα, φράκο ή παιδικό ρούχο. Κι αν η Σοφία δεν υιοθετούσε πόζες, η μητέρα της Φρειδερίκη ήταν η βασίλισσα της πόζας. Κάτι που ανακάλυψα μελετώντας το αρχειακό υλικό και αυτό με βοήθησε, στο να την αποδώσω σωματικά. Η πρόταση να παίξω στην Casa Bianca μου δίνει μεγάλη χαρά. Θυμάμαι ακόμη, με όσο θαυμασμό κοιτούσα αυτό το υπέροχο κτίριο, από το παράθυρο της Λήδας Πρωτοψάλτη, όταν ετοιμαζόμασταν για την Επίδαυρο με το ΚΘΒΕ».

-Τι σου αφήνει ως αίσθηση αυτό το ταξίδι, στον κόσμο της Σοφίας;

«Την αίσθηση, πως τελικά σ’ έναν κόσμο που όλοι μιλούν για ανάπτυξη, ότι κι αν σημαίνει αυτό, υπάρχουν άνθρωποι, που αν και στα μάτια μας τα έχουν όλα, είναι δυστυχείς και επί της ουσίας μόνοι… Μήπως η ευτυχία είναι αλλού; Ας ψάξουμε…»

” Αυτό που εκείνοι αποκαλούν Αλήθεια, είναι η επιβεβαίωση εκείνου που νομίζουν ήδη ότι ξέρουν κι ας μην είναι αλήθεια…”

@Μαρία Μαυρίδου

ΣΟΦΙΑ με την υποστήριξη της Δημοτικής Πινακοθήκης Θεσσαλονίκης.

Υπό την αιγίδα του Κέντρου πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Casa Bianca – Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης

Βασιλίσσης Όλγας 180 και Θεμιστοκλή Σοφούλη 3

 

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου  21.00

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 19.00

Τιμή ενιαίου εισιτηρίου: 10 ευρώ

Διάρκεια παράστασης: 65 λεπτά

 

Συντελεστές

 

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ

 

Σκηνοθεσία: Λεωνίδας Παπαδόπουλος

 

Σκηνογραφία-Ενδυματολογία: Όλγα Ντέντα

 

Διαμόρφωση ηχητικών τοπίων: Νίκος Παπαρρόδου

 

Ψιμυθίωση: Ήρα Σ. Μαγαλιού

 

Φωτογραφίες παράστασης: Σπύρος Τσακίρης

 

Trailer: Στέφανος Κοσμίδης

 

Ερμηνεύει ο Φαίδων Καστρής

 

Με την υποστήριξη των www.carnetdevoyage.gr και GG Events Patras