ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Το μυστικό της ευτυχίας και της επιτυχίας είναι να κάνεις αυτό που αγαπάς

Έχει την ηρεμία του ανθρώπου που τα έχει βρει με τον εαυτό του. Ερμηνεύει, πάντα, με μια αξιοζήλευτη φυσικότητα, κάθε ρόλο στην πορεία της 38χρονης καριέρας του. Ο αγαπητός και επιτυχημένος ηθοποιός, Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, έχει ζήσει τη ζωή του, έχει βουτήξει στα όνειρά του, τα έχει βρει με τους δαίμονές του και δουλεύει ακούραστα, γι αυτό που αγαπά από παιδί, το Θέατρο. Σε μια συνάντηση, με αφορμή τον μονόλογο «Ο Πατέρας του Άμλετ», το πρώτο θεατρικό έργο του Μάνου Ελευθερίου, σε σκηνοθεσία Θοδωρή Γκόνη, που παρουσιάζεται στη σκηνή του Θεάτρου Αθήναιον, στη Θεσσαλονίκη (για 12 μόνο παραστάσεις), στο πλαίσιο της πανελλαδικής περιοδείας του, μιλά για τον ρόλο και τη σύνδεσή του με τη σύγχρονη πραγματικότητα, τις προσωπικές του διαδρομές, τα πρόσωπα και τα γεγονότα που τον καθόρισαν ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη. Από τα παιδικά χρόνια στο νησί του, ως τη νεανική του επανάσταση, από τον Τριβιζά, ως τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, οι συνεργασίες με το καλλιτεχνικό πάνθεον του’80 και τα μυστικά της υποκριτικής τέχνης που έχει κερδίσει από αυτό.

Γράψε γι αυτούς που όταν ακούσουν τα λόγια σου θα μυγιαστούν πως μιλάς γι’ αυτούς και θα αποκαλυφθούν, αναφέρει το έργο. Μπορεί το Θέατρο, να έχει τόσο μεγάλη δύναμη; Μοιάζει ουτοπία αν αναλογιστούμε, πως, από την αρχαιότητα, τα κείμενα πραγματεύονται θέματα όπως η αλαζονεία της εξουσίας, η διαφθορά, η διαπλοκή, ο πόλεμος και τα πάθη της ανθρώπινης ψυχής κι όμως αυτά δεν έχουν εξαληφθεί.

«Ο  Μάνος είναι ένας ποιητής  που ζει με τον ευσεβή πόθο, το έργο του να αλλάξει τη θέση των πραγμάτων αυτού του κόσμου. Έτσι, βάζει τον πατέρα του Άμλετ, μια μορφή που στο έργο ήταν βουβός ρόλος, να επιστρέφει στο έργο του, ως φάντασμα. Ένας έκπτωτος από τη ζωή ηγεμόνας, ο οποίος εκπροσωπούσε στο έπακρο την εξουσία και το σύστημα, έρχεται με τον λόγο του να μεταλαμπαδεύσει τη σοφία που απέκτησε, έστω και καθυστερημένα, στον γιο του, ως ύστατη κληρονομιά και παρακαταθήκη. Είναι θα λέγαμε, η απόρροια του μετά θάνατον απολογισμού της ζωής του.

Και όχι, ούτε το Θέατρο, ούτε η Τέχνη μπορούν πραγματικά να αλλάξουν τον κόσμο. Αλλά είναι μεγάλο κέρδος, αν έστω για μια στιγμή, καταφέρουν να κάνουν τους ανθρώπους να μετακινηθούν, να σκεφτούν και να αισθανθούν κάτι, που μέχρι εκείνη τη στιγμή προσπερνούσαν, αγνοούσαν, ξεχνούσαν ή έθαβαν βαθιά μέσα τους, αφήνοντας έστω και αμυδρά τα ίχνη τους στην άκρη του μυαλού τους. Ένα ανοιχτό παράθυρο που θα αφήσει φρέσκο αεράκι, να φυσήξει στο μέρος της καρδιάς.

Το κείμενο του Μάνου φανερώνει την επιθυμία του να μιλήσει για την ανθρώπινη ύπαρξη και τα δεινά της. Τις αντικρουόμενες δυνάμεις του καλού και του κακού που συνυπάρχουν μέσα σε κάθε άνθρωπο. Να βρει τα αίτια της κάθε συμπεριφοράς, κάθε χαρακτήρα και πριν τον κρίνει, να τον δικαιολογήσει. Έτσι, μιλά με κατανόηση στο κείμενο, ακόμη και για τους βίαιους, σκληρούς φρουρούς. (Βλέπουμε όλο και πιο συχνά την ευκολία με την οποία διατυπώνονται τα κατηγορώ κάθε είδους. Όλοι είναι έτοιμοι να δείξουν με το δάχτυλο, χωρίς ίχνος τύψης και χωρίς δεύτερη σκέψη τους ενόχους, χωρίς να κοιτάξουν μέσα τους ή να αναλογιστούν τη δική τους ευθύνη σ’ αυτό). Γιατί όλα, τα έχουμε μέσα μας κι ανάλογα με τις συνθήκες και τις συγκυρίες της ζωής μας, τα εκδηλώνουμε σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ή μένουν κρυμμένα κι αφανέρωτα για πάντα.

Έκανα λοιπόν, αυτό που κάνω πάντα για να υποστηρίξω τον ρόλο ή πιο σωστά να είμαι ο ρόλος. Βρήκα τον Χρήστο μέσα σε αυτό και μετά έχτισα αυτό το φάντασμα από το παρελθόν, για να γίνω πάνω στη σκηνή και για 70 λεπτά ο πατέρας του Άμλετ. Υιοθέτησα για μια ακόμη φορά όσα με είχε διδάξει  ο μεγάλος Τάσος  Μπαντής, στο τετράμηνο σεμινάριό του, μια μελέτη πάνω σε ένα έργο του Σαίξπηρ. Γνώση, που μπόλιασε τις διδαχές των δασκάλων που προηγήθηκαν. Με έμαθε να αποκωδικοποιώ τον ρόλο και με κέντρο και όχημα τον εαυτό μου να χρησιμοποιώ ως άξονα το κείμενο (στην προκειμένη περίπτωση ένα εκρηκτικό νοηματικά κείμενο), για να «μιλήσω» στον θεατή.

Δεν έχει αξία θέασης ο ρόλος, αν δεν μιλάς για τον εαυτό σου. Αυτό δε που δεν πρέπει να ξεχνά κανένας ηθοποιός, ποτέ, είναι πως δεν πρέπει να παύσει να παρατηρεί, να μαθαίνει και να είναι παρών. Όταν θα πει: «Το χω!» καλύτερα να πεθάνει. Δεν μπορούμε ποτέ να επαναπαυτούμε και λέω με βεβαιότητα, πως εμείς οι ηθοποιοί κάνουμε το πιο εφήμερο επάγγελμα. Ακόμη κι αν σήμερα, κάνω την πιο συγκλονιστική ερμηνεία της καριέρας μου αυτό δεν είναι σίγουρο ότι μπορώ να το επαναλάβω και αύριο και θα το ΄ξέρω και θα το θυμάμαι μόνο εγώ και οι θεατές που θα παρευρίσκονται. Το αριστούργημα ενός ζωγράφου όμως, ακόμη κι αν αναγνωριστεί μετά θάνατον, θα εκτίθεται και θα υμνείται στους αιώνες.

Δόθηκα λοιπόν, ολόψυχα σε αυτό το εγχείρημα, αμέσως μόλις ο Θοδωρής μου στειλε το κείμενο, αναλαμβάνοντας και την παραγωγή. Αρνήθηκα ρόλους από τις μεγάλες αθηναϊκές σκηνές, ίσως είναι η πρώτη φορά που δεν δουλεύω με τη Βίκυ (Σταυροπούλου) και επί τρεις μήνες μετά τις 5 ώρες που δούλευα με τον Θοδωρή Γκόνη, μελετούσα άλλες  5 σπίτι αυτό τον απαιτητικό μονόλογο. Μου πρότειναν να συμμετέχω σε παραστάσεις παράλληλα με αυτό, λέγοντας:  “Μπορείς να παίζεις Δευτέρα- Τρίτη στο ένα και πχ Πέμπτη – Σάββατο στο άλλο”, αλλά και πάλι αρνήθηκα. Δεν ήθελα να παίζω αλλού και να κάνω ολίγον από Μάνο Ελευθερίου. Παραμερίζοντας λοιπόν, την οικονομική ασφάλεια αυτών των δελεαστικών προτάσεων, επέλεξα να κάνω, να ζήσω αυτή τη βουτιά στον ποιητικό λόγο του Μάνου, συνεπαρμένος από το παλιρροιακό κύμα συγκίνησης του πύρινου λόγου του, επί σκηνής, νιώθοντάς το σαν ένα είδος μεταφυσικής εμπειρίας, ένα ιαματικό λουτρό για το νου και την ψυχή μου. Η παράσταση  έχοντας παρουσιαστεί στην Αθήνα, τη Μυτιλήνη, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη και ακολουθεί η Σύρος, το Ηράκλειο, η Ρόδος σε μια περιοδεία ανά την Ελλάδα, όπου νέες προσκλήσεις προστίθενται συνεχώς. Και αν φαντάζει ρίσκο για κάποιους από μέρους μου, για μένα είναι μια απόλυτα συνειδητή απόφαση».

-Αυτή η ιδέα για τη δύναμη της τέχνης του θεάτρου, σε έκανε να ασχοληθείς με αυτό;

«Όχι. Θα μπορούσα να πω πως είναι η κυτταρική κληρονομιά από τον παππού μου που με οδήγησε σε αυτό. Ήταν δάσκαλος στην Αγιάσο, Λέσβου απ’ όπου και κατάγομαι (γεννήθηκα στο Πλωμάρι, τον τόπο καταγωγής της μάνας μου) και το θέατρο μαζί με τη διδασκαλία ήταν οι ασχολίες, στις οποίες δόθηκε ολόψυχα. Οργάνωνε παραστάσεις και αναγνώσεις, σκηνοθετούσε. Αυτό επίσης δεν είναι τυχαίο. Στην Αγιάσο βρίσκεται από το 1896 (αν απελευθερώθηκε το 1912) το παλαιότερο αναγνωστήριο της ελληνικής επικράτειας και θέατρο. Ένα κτίριο  που δυστυχώς πριν δύο χρόνια έπληξε η βαρυχειμωνιά καταστρέφοντας την οροφή του.

Παιδί λοιπόν ακόμη, είχα αποφασίσει ποιον δρόμο ήθελα να ακολουθήσω. Έστηνα αυτοσχέδιες σκηνές στην αυλή, σκηνοθετούσα τους συνομήλικούς μου και έπαιζα μαζί τους, σε παραστάσεις που το αντίτιμό τους ήταν δεκάρες. Οι γονείς μου στην αρχή το είδαν ως παιχνίδι, μετά σαν χόμπι και μετά σαν απειλή για τα σχέδια και τις προσδοκίες που είχαν για το μέλλον μου. Έτσι έβαζαν, όταν πήγα στο γυμνάσιο, τους καθηγητές να με νουθετήσουν και να με φέρουν στον «ίσιο δρόμο».

Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος και μάλιστα πολύ  αυστηρός κι αν και την είχα γλυτώσει και δεν τον είχα δάσκαλο στο σχολείο, περνούσα μαρτυρικά καλοκαίρια προετοιμασίας για την επόμενη χρονιά μαζί του. Ήμουν καλός μαθητής, όχι γιατί το επιδίωκα, αλλά γιατί δεν μου επιτρεπόταν το αντίθετο κι απ’ την άλλη ήταν αυτό που τους έκανε να μην ανησυχούν τόσο για τις καλλιτεχνικές μου ανησυχίες. Θα του περάσει, σκεφτόταν, αλλά η επιθυμία είχε ριζώσει βαθιά μέσα μου και φυσικά δεν έχανα καμιά παράσταση που περνούσε από το νησί. Ότι και να ήταν, μπουλούκι, οπερέτα, δράμα, κωμωδία ήμουν εκεί διψασμένος να δω και να πάρω. Αγαπούσα το θέατρο και είμαι τυχερός και ευτυχής που κάνω στη ζωή μου αυτό που αγαπώ. Είναι λυπηρό να επιλέγεις το επάγγελμά σου, προσανατολισμένος μόνο στην καλύτερη δυνατή  οικονομική αποκατάσταση, άσχετα από την επιθυμία, την κλίση και τα ταλέντα σου. Έτσι, γέμισε ο κόσμος και η κοινωνία στρατιές δυστυχισμένων ανθρώπων, με χαμένες ταυτότητες, φυλακισμένα όνειρα και μισές ζωές».

-Πώς έγινε η μετάβαση σου σε αυτό;

«Επεισοδιακά θα έλεγα. Ο πατέρας μου επεδίωξε μετάθεση στην Αθήνα, προκειμένου να έχω τις καλύτερες προϋποθέσεις, από πλευράς σχολείων φροντιστηρίων κλπ, να εισαχθώ στο πανεπιστήμιο. Όταν μου το ανακοίνωσε πέταξα από τη χαρά μου, αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Θα πήγαινα στην Αθήνα, στην πρωτεύουσα. Στο μέρος που φάνταζε στα μάτια σαν καλλιτεχνικός παράδεισος! Σκέφτηκα τα θέατρα και τις σχολές που με περιμένουν. Έτσι δεν κατέβαλα μεγάλη  προσπάθεια προς τον στόχο που υποτίθεται πως ήταν οι θετικές επιστήμες, Πολυτεχνείο κλπ. Πέρασα στο νεοιδρυθέν τμήμα ΚΑΤΕΕ Γραφιστικής και σκεφτόμουν, πως θ’ αντέξω έναν χρόνο πίεση και διάβασμα για να ξαναδώσω, όμως την αρχική απογοήτευση του πατέρα μου διαδέχτηκε η κατόπιν έρευνας διαπίστωση, πως ήταν μια νέα πολλά υποσχόμενη σχολή, από πλευράς επαγγελματικής-οικονομικής αποκατάστασης  σε έναν τομέα που ήταν νέος,  αναπτυσσόμενος, χωρίς ανταγωνισμό. Ανακουφίστηκα προς το παρόν και άρχισα να φοιτώ, για να τα ρίξω στο τρίτο έτος στον κόκορα.

Ήταν τραγικός τρόπος που το έμαθαν οι γονείς μου. Σε μια κοινωνική έξοδο γνώρισαν τυχαία μια καθηγήτριά μου και γεμάτοι περηφάνια της είπαν πως το καμάρι τους, ο Χρήστος  Χατζηπαναγιώτης είναι μαθητής της. «Ο Χατζηπαναγιώτης; Αλήθεια τι κάνει αυτό το παιδί; Έχω δυο-τρεις μήνες να το δω». Εγκεφαλικό! Με περίμεναν έξαλλοι στο σπίτι, ρωτώντας να μάθουν τι συμβαίνει και που έχω μπλέξει. Δεν σήκωνε άλλο αναβολές. Είπα, πως το μόνο που θέλω, είναι να γίνω ηθοποιός και είτε θα το δεχτούν είτε φεύγω από το σπίτι και βρίσκω την άκρη μόνος μου. Το δέχτηκαν, αφού είχαν πλέον καταλάβει πως ήμουν αποφασισμένος και δεν υπήρχε τρόπος να με μεταπείσουν».

Έρχεται λοιπόν η σχολή και το βάπτισμα του πυρρός.

«Δεν πέτυχα να εισαχθώ ούτε στο Εθνικό, ούτε στο Θέατρο Τέχνης και πήγα στη σχολή του Λεωνίδα Τριβιζά που είχε επιστρέψει στην Ελλάδα, με ένα νέο καλλιτεχνικό όραμα, συγκεντρώνοντας,  τα χρόνια της μεταπολίτευσης, στο Θέατρο Πορεία,  ονόματα που έχουν αφήσει εποχή στον χώρο.  Φασουλής, Καλογεροπούλου, Φέρτης, Λυμπεροπούλου και τόσοι άλλοι σημαντικοί κι ανεπανάληπτοι καλλιτέχνες, μοναδικές προσωπικότητες και ξεχωριστές ιδιοσυγκρασίες, που μου δώσαν, ο καθένας με τον τρόπο του, είτε ως δάσκαλοι, είτε ως συνεργάτες,  πολύτιμα εφόδια και συμβουλές. Εργαλεία, που με βοήθησαν να είμαι αυτός που είμαι ως ηθοποιός. Πολλά από αυτά τα συνειδητοποίησα στην ουσία τους, με την πορεία του χρόνου. Είναι οι στιγμές αργότερα, που έλεγα π.χ. καθώς δούλευα έναν ρόλο: «Αυτό εννοούσε, τότε, ο Σταμάτης!».

Στο 2ο έτος είχα τη χαρά να συνυπάρχω σκηνικά με τη Ντόρα Γιαννακοπούλου και τον Αντώνη Αντύπα στη «Ζούγκλα των Πόλεων» του Μπρέχτ. Ήταν η τελευταία τους εμφάνιση ως ηθοποιοί, αφού έπειτα η Ντόρα ασχολήθηκε με τη συγγραφή και ο Αντώνης με τη σκηνοθεσία. Είχα, τότε, μια κωμικοτραγική εμπειρία που μ’ έκανε στιγμιαία να σκεφτώ, πως μάλλον δεν το χω. Είχα βουβό ρόλο. Εμφανιζόμουν στη σκηνή με μια ταμπέλα. Έπρεπε να κάνω 5 βήματα αριστερά και να τοποθετήσω την ταμπέλα. Αυτό και μόνο… Στη γενική πρόβα, ανεβαίνω στη σκηνή με την ταμπέλα, κάνω τα πέντε βήματα και πέφτω στην πλατεία. Είχα μετρήσει λάθος…

Έμαθα, πως ο Σπύρος Ευαγγελάτος έκανε οντισιόν πήγα και με πήρε στον χορό στην Επίδαυρο. Στη συνέχεια ο Τσιάνος που με ήξερε από τη σχολή, με κάλεσε στο Θεσσαλικό Θέατρο, όπου σκηνοθετούσε. Εκεί ο Κηλαηδόνης μου λέει τραγουδάς καλά, ζητούν άτομα σαν και σένα στην Ελεύθερη Σκηνή και το ένα έφερε το άλλο. Αυτό όμως, δεν άρεσε στον Τριβιζά που δεν ήθελε να παίζουμε με άλλους θιάσους εκτός σχολής και έτσι, ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στη σχολή Θεοδοσιάδη. Η τύχη του να είσαι στον χώρο το ’80 και να συνεργάζεσαι με Βολανάκη, Φασουλή, Βουτσινά, Λυμπεροπούλου και όλους τους μεγάλους αυτής της τέχνης,. σε κορυφαία έργα και ρόλους της ξένης και εγχώριας δραματουργίας και να παρακολουθείς τα σεμινάριά τους ήταν δώρο και ευλογία».

Θα ξεχώριζες κάποιους ηθοποιούς  που θεωρείς μεγάλο σχολείο;

«Είναι πολλοί και μπορεί να τους αδικώ αν δεν τους αναφέρω. Αυτοί, που πρώτοι μου έρχονται στο μυαλό αυτή τη στιγμή, είναι ο Βασίλης Διαμαντόπουλος και η Δέσποινα Μπεμπεδέλη. Μεγάλο σχολείο να δουλεύεις μαζί τους και να παρακολουθείς τις πρόβες τους, το χτίσιμο του κάθε ρόλου που οδηγούσε στη μοναδική αυτή και μεγαλειώδη τελική του ερμηνεία. Να βλέπεις τον Διαμαντόπουλο, σε κάθε πρόβα να περνά από φαινομενικά άσχετες διεργασίες και διαδρομές, για να κατακτήσει τα στοιχεία που θα απογειώσουν την ερμηνεία και θα αποκωδικοποιήσουν τον ρόλο. Ακούραστοι εργάτες της τέχνης τους.

Με εξοργίζει το φαινόμενο συναδέλφων σε παραστάσεις, στις οποίες η αντίδραση του κοινού είναι χλιαρή, αντί να πεισμώσουν και να δοθούν επί σκηνής, για να κερδίσουν και τον τελευταίο θεατή, αρκούνται στο σχόλιο: «Έχουμε Γερμανούς απόψε». Δεν είναι το κοινό που φταίει, αν εσύ αντί να δίνεις κάθε μέρα το 100%, απλά κάνεις διεκπεραίωση ρόλου. Αυτό είναι το καθημερινό μας στοίχημα κι όποιος βαριέται, καλύτερα να βρει άλλη δουλειά ή να ξεκουραστεί για λίγο, μέχρι να ξαναβρεί την ταυτότητά του. Ναι δουλεύουμε κάτω από δύσκολες συνθήκες, τρελά ωράρια, μικρές απολαβές και ένα σωρό δικά μας προσωπικά θέματα, αλλά δεν μας έκανε κανείς ηθοποιούς με το ζόρι. Ήταν δική μας απόφαση και επιθυμία και όπως και σε κάθε δουλειά, είμαστε υποχρεωμένοι να είμαστε τίμιοι απέναντι σε αυτούς που πλήρωσαν για την υπηρεσία μας. Οι δικαιολογίες μας δεν τους αφορούν. Το κοινό “ακούει” τα αισθήματα και τις σκέψεις μας πάνω στη σκηνή, περισσότερο κι από τα λόγια μας».

Το κείμενο μιλά για τους ρομαντικούς ποιητές που θυσιάστηκαν για το όραμά τους και για τους ρομαντικούς επαναστάτες –ποιητές που δολοφονήθηκαν υπηρετώντας ένα όραμα, παρασυρόμενοι από λαοπλάνους κατωτέρας υποστάθμης. Νιώθεις ή ένιωσες κάποια στιγμή ρομαντικός, επαναστάτης, αλλά και εξαπατημένος;

«Η δολοφονία, στην οποία αναφέρεται ο Μάνος, είναι, όπως μου εξήγησε ο ίδιος αναφορά στον Λαμπράκη.  Ρομαντικός, ναι, σχεδόν πάντα. Επαναστάτης, ειδικά στην εποχή της νεότητας που το αίμα βράζει και η δίψα για αλλαγή, ανατροπή και επανάσταση σε καίει, είναι ένα στάδιο που το έζησα. Αυτό, είναι ένα στάδιο που μπορεί πολλοί να εκμεταλλευτούν  στους νέους και να τους χειραγωγήσουν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, προς ίδιον όφελος. Ζούμε σε επικίνδυνους καιρούς κι αυτό το βλέπουμε να παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, να οδηγεί στη βία, τον εκφασισμό κάθε είδους κι είναι σίγουρα ανησυχητικό. Εδώ, μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο η παιδεία και η ανάπτυξη μιας κριτικής ικανότητας που θα μπορέσει να φιλτράρει και να αξιολογήσει τις διάφορες ιδεολογίες, πριν τις υιοθετήσει.

Περνώντας τα χρόνια, είμαι πιο ήπιος στις εκφράσεις  και τις τοποθετήσεις μου, τις οποίες μοιράζομαι με πραγματικά δικούς μου ανθρώπους. Έχοντας ζήσει την περίοδο της πόλωσης που προέκυψε πριν δυο χρόνια, πήρα ανοιχτά θέση και δυστυχώς συγκρούστηκα με ανθρώπους που μέχρι τότε ήμασταν φίλοι. Αυτό με συγκλόνισε. Οι σχέσεις με τον καιρό αποκαταστάθηκαν με τους περισσότερους και οι τόνοι έπεσαν, αλλά δεν θέλω να επαναληφθεί. Αυτό που θέλω, είναι να κρίνομαι στη σκηνή ως ηθοποιός και μόνο γι αυτό και όχι για τις όποιες απόψεις μου».

Επιτυχίες στο θέατρο και την τηλεόραση που σου έχουν δώσει την ετικέτα του εμπορικού ηθοποιού κι αυτό,  συχνά για κάποιους, όχι με την καλή έννοια. Πως το αντιμετωπίζεις;

«Γελάω. Με κάνει υπερήφανο αυτός ο χαρακτηρισμός και τον θεωρώ μεγάλη τιμή και κατάκτηση, στα 38 χρόνια ανελλιπούς παρουσίας μου, υπηρετώντας όλα τα είδη. Είναι παράσημο να ξέρεις, ότι τόσος κόσμος ξυπνάει το πρωί με τη χαρά, πως θα περάσει το βράδυ του, παρακολουθώντας την «εμπορική» σου δουλειά. Αυτή η κατηγοριοποίηση υπάρχει κυρίως στην Ελλάδα και έχει δημιουργηθεί από δημοσιογραφικούς κύκλους, χωρίς να θέλω να αναλύσω το ποιός και γιατί, αφού είναι κάτι με αφήνει αδιάφορο. Ο Ταχτσής  το έλεγε χαρακτηριστικά: «Ιερατείο των δημοσιογράφων». Υπάρχει καλό και κακό θέατρο και μόνο, τίποτε άλλο».

-Τι σε αποφορτίζει και σε ανατροφοδοτεί;

«Η ενασχόληση με τη γη, η επαφή με τη φύση κάθε φορά που δραπετεύω, ως το κτήμα που έχουμε, με τη Βίκυ, στη Μάνη. Εκεί, ασχολούμαι με το μποστάνι μας, απολαμβάνω την ηρεμία του τοπίου, μακριά από κάθε στοιχείο πολιτισμού που θα δηλητηρίαζε αυτή την  αρχέγονη ανάγκη της γείωσης, της επαφής με το χώμα, της εξοικείωσης, όπως τη λέει η Κική Δημουλά. Φίλοι, ταξίδια και  θεατρικές παραστάσεις στο Λονδίνο (τώρα  με την κρίση λιγότερο συχνά). Δεν θα ξεχάσω στη ζωή μου, τη συγκλονιστική ερμηνεία του Ίαν Μακ Κέλεν , στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» πριν 4-5 χρόνια. Μια ανεπανάληπτη, μεγαλειώδη ερμηνεία σε ένα εμβληματικό έργο, του θεάτρου του παραλόγου, το οποίο έχει επηρεάσει το σύγχρονο ελληνικό θέατρο και ένα κοινό 1.500 ατόμων που παραληρούσε, γελούσε και απολάμβανε έναν απόλυτα ακομπλεξάριστο μεγάλο ηθοποιό, ο οποίος απολάμβανε, εξίσου, την παράσταση.

Έχω μια ζωή γεμάτη εμπειρίες, στην πιο ακραία τους μορφή και δεν θα σταματήσω να το κάνω. Είναι πολύτιμη κάθε στιγμή μας και  δεν πρέπει να την αφήνουμε να περνάει ανεκμετάλλευτη. Αυτό, με κάνει να νιώθω ελεύθερος, πλήρης, ευτυχής».

Τον ευχαριστώ για τη  ζεστασιά της επικοινωνίας και το άνοιγμα ψυχής. Είναι μια ακόμη στιγμή της ζωής που άξιζε να τη ζήσεις, λέω, ασπαζόμενη απολύτως τη φιλοσοφία της ζωής του.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΑΜΛΕΤ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Θοδωρής Γκόνης

Βοηθοί σκηνοθέτη: Μιχάλης Αγγελίδης, Δημήτρης Καντάς

Ερμηνεία: Χρήστος Χατζηπαναγιώτης

Σκηνικά-Κοστούμια: Ανδρέας Γεωργιάδης

Σχεδιασμός φωτισμών: Τάσος Παλαιορούτας

Παραγωγή: Μικρή Άρκτος & Χρήστος Χατζηπαναγιώτης

Οργάνωση περιοδείας: Μικρή Άρκτος, Βιβή Γερολυμάτου, Απόστολος Παπαδόπουλος

Θέατρο «Αθήναιον»

Βασ. Όλγας 35 Θεσσαλονίκη

Τηλέφωνο: 2310 832 060

Ημέρες & ώρες παραστάσεων:

Δευτέρα 25 έως Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017 στις 21.00

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου έως Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018 στις 21.00

(εκτός Τετάρτης 3 Ιανουαρίου)

Διάρκεια παράστασης: 70’ (χωρίς διάλειμμα)

 

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ:

Προπώληση μέχρι 3/12: 8 Γενική είσοδος, 6