ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΥΡΑΓΑΝΗ: Στην Τέχνη χρειάζεται ταπεινότητα γιατί κυρίως αποτυγχάνεις

Συναντηθήκαμε λίγες μέρες πριν η παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος «Γκιακ», του Δημοσθένη Παπαμάρκου, πάρει τον δρόμο για την Αθήνα, αφού από τις 5 έως τις 8 Οκτωβρίου, θα παρουσιαστεί στο Εθνικό Θέατρο, στη Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», Κτίριο Τσίλλερ. Ήταν, σαν να συνεχίσαμε, με τη σκηνοθέτιδα Γεωργία Μαυραγάνη, τη συζήτηση που είχε ξεκινήσει λίγο πριν την πρεμιέρα του ίδιου αυτού έργου, στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών, στη Θεσσαλονίκη, όπου και θα επιστρέψει, για τη νέα θεατρική σεζόν. Μιλήσαμε για τη νέα οπτική της στο έργο, αλλά και τα νέα της project, σε μια κουβέντα για το μέγεθος και ύψος της θεατρικής ερμηνείας, τα προαπαιτούμενα της υποκριτικής τέχνης, τη μαγεία, αλλά και την σκληρή της πραγματικότητα.

« Μετά από τόσες παραστάσεις, νιώθω πως ανανεώθηκε η σχέση μου με το «Γκιακ». Στη δεύτερη μας σεζόν το διήγημα Γυάλινο Μάτι, βρίσκει πρωταγωνιστή τον Παναγιώτη Παπαιωάννου, που δίνει μια νέα διάσταση στον ρόλο. Όλοι οι συντελεστές όμως της παράστασης έχουν πλέον δουλέψει, και μέσα τους, τόσο πολύ το έργο που το χουν κάνει δικό τους, δίνοντας νέα στοιχεία και ενέργεια, με αποτέλεσμα να το απογειώνουν. Επίσης, τώρα συνειδητοποιώ, πως η σχέση όλων των παραστάσεων, τις οποίες έχω δουλέψει μέχρι στιγμής, έχουν ως κοινό τόπο τη μνήμη. Τα Καπνά, Το Γήρας, το Γκιακ, είναι μια επιστροφή στο παρελθόν. Κι αν στην πρώτη μου προσέγγιση ήταν το τραύμα και η αφήγησή του ως υπενθύμιση και κατηγορώ, που το δίνω ωμό, σκληρό στον θεατή, μου αποκαλύφθηκε εκ νέου και προχώρησα σε μια άλλη, νέα εκδοχή.

Παρακολουθούμε λοιπόν, την αφήγηση εφτά ανθρώπων που ξαναζούν στιγμές του παρελθόντος τους στη λεπτομέρεια τους, προκειμένου να απαλύνουν, να λειάνουν, το συμβάν, έχοντας την ανάγκη της «αγκαλιάς», το τρυφερό άγγιγμα της μνήμης, που ίσως επουλώσει την πληγή και κάνει καλύτερο και λιγότερο επώδυνο το σήμερα, σε μια επιστροφή στο μέλλον. Χωρίς να μένουν μόνο στην αναπαράσταση, οι ήρωες έχουν την ανάγκη να ξαναδούν τη ζωή τους και να  συμπονέσουν το ίδιο τους τον εαυτό. Στη νέα εκδοχή λοιπόν, κεντρικό θέμα είναι η μνήμη. Το ξανακοίταγμα σ’ αυτή, που, αν και εξαντλητικό, σε κάνει να βρίσκεις πράγματα που νόμιζες πως δεν υπήρχαν. Η ματιά σε έναν εσωστρεφή βίο, που νιώθεις πως δεν υπάρχει.

Το «Γκιακ» είναι μια παράσταση που, από την αρχή, τη δούλεψα χωρίς εκπτώσεις και χαίρομαι που αυτό εκτιμήθηκε και αναγνωρίστηκε από τον κόσμο. Έλαβα αμέτρητη, πολύτιμη στήριξη και αγάπη δουλεύοντας με το Κρατικό στη Θεσσαλονίκη και χαίρομαι που αυτή η δουλειά μας, μετά την επιτυχία της εδώ, πήρε το εισιτήριο και για την Αθήνα και έχει ανοίξει η όρεξη και για άλλα πράγματα».

Ποιά είναι λοιπόν, τα νέα καλλιτεχνικά εγχειρήματα που έρχονται;

«Ένα από αυτά για τα οποία μπορώ να μιλήσω, προς το παρόν, είναι η συνεργασία με την Ελληνική Αντικαρκινική Εταιρία και αφορά τις γυναίκες και τον καρκίνο, ξεκινώντας από τον καρκίνο του μαστού,  αλλά και άλλες μορφές της νόσου που μαστίζουν τον γυναικείο πληθυσμό. Μια συνεργασία που ξεκίνησε έπειτα από την πρόταση και επιμονή του ψυχίατρου (στον Αγ. Σάββα) Γιάννη Ντίνου να το αναλάβω. Η επιμονή του με έκανε να ξεπεράσω τις αρχικές μου αμφιβολίες, για το αν ήμουν η κατάλληλη να ανταπεξέλθω, σε ένα τέτοιο project.

Είμαι στο στάδιο έρευνας και συλλογής υλικού. Παρευρίσκομαι σε εβδομαδιαίες συναντήσεις  γυναικών, οι οποίες βιώνουν ή βίωσαν αυτή την εμπειρία. Ομολογώ, πως το πρώτο διάστημα έφευγα από αυτές γεμάτη λύπη. Στην πορεία, γνωρίζοντάς τες, παίρνω κάθε φορά και περισσότερη δύναμη και αισιοδοξία για τη ζωή, από μια παρέα που κυριαρχεί το γέλιο, συνειδητοποιώντας τα πραγματικά σημαντικά πράγματα που έχουν αξία τριγύρω μας. Οι συνεντεύξεις αυτές θα αποτελέσουν το βασικό περιεχόμενο μιας παράστασης με τον προσωρινό τίτλο «Παρ’ όλα αυτά…» που υπολογίζεται να παρουσιαστεί στο κοινό τον Φεβρουάριο του 2018 και τους ρόλους θα ερμηνεύσουν γυναίκες που έχουν νοσήσει κι όχι επαγγελματίες ηθοποιοί.

Στο πρόγραμμα είναι επίσης το Ονειρόδραμα του Στρίντγκπεργκ  και νομίζω, πως θα ήθελα έναν Τ. Ουίλιαμς ακόμη, όπως το Γυάλινος Κόσμος».

Γυρνώντας στο καλοκαίρι που πέρασε και την παράσταση «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» του Τ. Ουίλιαμς που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, θα άλλαζες κάτι;

«Θα αφηνόμουν πιο ελεύθερη. Μιλάμε για ένα δύσκολο κείμενο. Θα έκανα τις εσωτερικές εντάσεις πιο έκδηλες. Δυσκολεύτηκα  να βρω την ισορροπία σ’ αυτό και δεν τόλμησα, όσο θα έπρεπε. Χρειαζόταν να γίνω πιο προκλητική σε κάποιες στιγμές αυτής της παράστασης. Αυτό που δεν θα άλλαζα με τίποτα, και νιώθω ευγνώμων για αυτή τη συνάντηση, είναι οι μεγάλοι, σπουδαίοι αυτοί ηθοποιοί που οι ερμηνείες και η προσέγγισή τους στους ρόλους ήταν πραγματικό μάθημα για μένα. Πήρα τόση γνώση από καλλιτέχνες όπως π.χ. η Μαρία Κεχαγιόγλου! Είναι από τις στιγμές, στην πορεία μου, που στάθηκα με απίστευτο δέος και σεβασμό, μπροστά σε καλλιτεχνικές μορφές και τον τρόπο που υπηρετούν την τέχνη του θεάτρου. Θεωρώ σημαντικό να λες: Δεν ξέρω. Δείξε μου. Να παίρνεις, να ζητάς βοήθεια, να μοιράζεσαι, να συνεργάζεσαι. Μόνο συνειδητοποιώντας πως δεν γίνεται να τα ξέρεις όλα, μπορείς να προχωρήσεις και να εξελιχθείς, απαλλαγμένος από ανεδαφικές ενοχές και κόμπλεξ που το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να σε αγχώσουν και να σε φρενάρουν».

Μιλώντας για δέος, τί είναι αυτό που προκαλεί αυτή την αίσθηση και γίνεται ευσεβής πόθος σκηνοθετών και ηθοποιών, η Επίδαυρος;

«Μιλάμε για έναν χώρο που κατά βάση πρωταγωνιστεί το αρχαίο δράμα. Το αρχαίο δράμα που σε για να συνδιαλλαγείς μαζί του, οφείλεις να βουτήξεις σε αυτό και την έννοια του χορού. Να κατανοήσεις τι είναι ο χορός και ποιος ο ρόλος του. Να θέσεις ενδιαφέροντα ερωτήματα και να ανακαλύψεις τις απαντήσεις που προκύπτουν από αυτά. Αυτό το είδαμε από τον Τερζόπουλο, με τον ήρωα να είναι μέρος του χορού, να βγαίνει μέσα από αυτόν για να επιστρέψει. Στην Επίδαυρο, περνάς από την καθημερινότητα του θεάτρου, σε άλλα επίπεδα ύπαρξης, εσωτερικά ζωώδη πράγματα, αποδίδοντας το τραγικό και ποιητικό μέγεθος της αφήγησης. Σημαντικό κομμάτι η μετάφραση. Η μετάφραση που αποτελεί το όργανο, μέσω του οποίου ο ηθοποιός αρθρώνει τον λόγο ως καθαρός φορέας του ποιητικού μεγέθους. Για να φτάσεις το έργο, δεν θα το μικραίνεις για να το φέρεις στα μέτρα σου, θα του δώσεις το μέγεθος που αυτό απαιτεί, συνειδητοποιώντας πως βρίσκεσαι σε έναν χώρο και ένα γεγονός που αποτελεί μια συνάθροιση ψυχών.

Η Επίδαυρος είναι ένας μεγαλειώδης χώρος, φιλικός για τους ηθοποιούς. Η θέασή του, σηκώνοντας το βλέμμα τους από τη σκηνή, δίνει την αίσθηση πως το ίδιο το θέατρο τους αγκαλιάζει και να τους ανεβάζει, σε ένα σύμπαν φτιαγμένο γι’ αυτούς, πέραν της ενέργειας που εισπράττουν από τους θεατές. Είναι κατά μία έννοια, η θέαση της ανθρωπότητας όλης. Το τελευταίο που θα αφήσεις να σε επηρεάσει είναι το άγχος. Αυτό που θα κάνεις είναι να είσαι εκεί, ειλικρινής, έχοντας με κόπο δουλέψει, για να δώσεις αυτό που μπορείς (δεν σημαίνει πως πάντα είσαι τέλειος σε αυτό), υπηρετώντας αρχετυπικούς μύθους και τους χαρακτήρες τους. Αναγκάζεσαι ν’ ανέβεις σ’ ένα ύψος!».

-«Περί ύψους» και ο τίτλος του σεμιναρίου για ηθοποιούς που πραγματοποιείς τον Νοέμβριο στο Θέατρο Τ, δουλεύοντας πάνω στο ομώνυμο ποίημα του Εγγονόπουλου.

«Η Περί Ύψους πραγματεία, είναι ένα κείμενο που αποδίδεται στον Λογκίνο και είναι ίσως το πρώτο σπουδαίο κείμενο κριτικής. Ενδεικτικά θα αναφερθώ σε δύο, από τις πολλές αναφορές του, οι οποίες πραγματεύονται το δραματικό ύψος από τον ηθοποιό. Η μία είναι ο Οδυσσέας που κατεβαίνει στον Άδη και στη συνάντησή του με τον Αίαντα τον κοιτά, αλλά δεν του μιλά. (Πώς αποδίδεται το μέγεθος, το ύψος αυτής της στιγμής;). Η άλλη είναι το ποίημα της Σαπφούς:

«Θεὸς μοῦ φαίνεται στ ἀλήθεια ἐμένα κεῖνος

ὁ ἄντρας ποὺ κάθεται ἀντικρύ σου κι ἀπὸ

κοντὰ τὴ γλύκα τῆς φωνῆς σου ἀπολαμβάνει

καὶ τὸ γέλιο σου ἂχ ποὺ ξελογιάζει

καὶ ποὺ λιώνει στὸ στῆθος τὴν καρδιά μου

σοῦ τ ὁρκίζομαι` γιατὶ μόλις ποὺ πάω νὰ

σὲ κοιτάξω νιώθω ξάφνου μοῦ κόβεται ἡ μιλιά μου»

Το ποίημα «Περί Ύψους» του Εγγονόπουλου, εμπνευσμένο από αυτό το κείμενο, αποτελεί masterclass υποκριτικής τέχνης. Είναι το βασικό αλφαβητάρι του θεάτρου. Είναι ένα περίεργο παραμύθι που σε καλεί να γυρίσεις στον εαυτό σου, να δεις και να αποδεχτείς την αλήθεια σου και να την αφηγηθείς. Να σταθείς στο ύψος της performance που αυτό απαιτεί».

Τι θέλει το θέατρο από τον ηθοποιό;

« Όπως έλεγε κι ο Βουτσινάς, το θέατρο δεν έχει ανάγκη κανέναν, εμείς το έχουμε. Μας αποκαλύπτει τη μαγεία που υπάρχει στα απλά μικρά πράγματα και λεπτομέρειες που προσπερνάμε. Μας κάνει να πιστέψουμε στην αξία, τη σημαντικότητα κάθε στιγμής, αντιμετωπίζοντάς την ως ένα μεγάλο συμβάν. Έτσι μας επιστρέφει τη ζωή , όπως μας αξίζει.

Χρειάζεται να είσαι ανοιχτός και έτοιμος να εκτεθείς. Δεν είναι μόνο η τεχνική που θα σε κάνει ηθοποιό, αλλά και η κατανόηση και βίωση κάθε ψυχικής κατάστασης την οποία στη σκηνή καλείσαι να ερμηνεύσεις. Οφείλεις να ρίξεις τις άμυνές σου, να βρεις όλες τις πτυχές του εαυτού σου, να τις αναγνωρίσεις, να τις αποδεχτείς και να τις φέρεις στο φως, με ακρίβεια, ρυθμό, ως φορέας ποίησης. Σε όλους μας υπάρχει η «καλή» και η «κακή» πλευρά μας.  Όσο το αρνείσαι, τόσο δεν παίζεις καλά. Όταν είσαι στη σκηνή, στον ρόλο του ερωτευμένου, δεν σκέφτεσαι πως είναι και λειτουργεί, ένας ερωτευμένος. Ερωτεύεσαι! Είσαι ερωτευμένος, το ζεις και το δείχνεις.

Αυτό σου δίνει το θέατρο. Πολλά συμπυκνωμένα πράγματα!

Πρέπει όμως να είσαι προετοιμασμένος να ζήσεις την σκληρή του πραγματικότητα, γιατί λεφτά δεν θα βγάλεις. Στο Θέατρο και γενικά στην Τέχνη, χρειάζεται ταπεινότητα, γιατί κυρίως αποτυγχάνεις και τις λίγες φορές που φτάνεις στην επιτυχία πρέπει να ξέρεις και να μπορείς να τη διαχειρίζεσαι, γιατί αλλιώς το έχεις χάσει!».

 

Δύο ΕΚΤΑΚΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ εξαιτίας της μεγάλης ανταπόκρισης του κοινού για το Γκιακ που κατεβαίνει Αθήνα 5 – 8 Οκτωβρίου!

Κλείστε θέση έγκαιρα > http://bit.ly/2xLVLkN

Φωτογραφίες Γκιάκ Τάσος Θώμογλου

Φωτογραφίες Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι- cover Μαριλένα Σταφυλίδου