ΓΙΑΝΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Παραμένω εμπρηστής και δίνω πάντα γροθιά στο μαχαίρι

Η σκηνή άδειασε και στην κατάμεστη αίθουσα της  Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών, ακούω,  ανάμεσα στο παρατεταμένο χειροκρότημα και τις επευφημίες, ακόμη, την ηχώ των διαλόγων που προηγήθηκαν, σε ένα ρεσιτάλ ερμηνείας από μια ομάδα ηθοποιών που δέχτηκαν την πρόκληση και σήκωσαν το γάντι, όπως λέει στη συζήτησή μας, ο σκηνοθέτης  και σεναριογράφος της παράστασης Γιάννης Οικονομίδης. «Αυτοί είναι το Κράτος κι εγώ το Παρακράτος!» «Στέλλα, ξύπνα!». Το «Στέλλα κοιμήσου» φιλοξενήθηκε στις 5 και 6 Οκτωβρίου, στη Θεσσαλονίκη από το Κρατικό, στο πλαίσιο του φεστιβάλ των 52ων Δημητρίων, λίγο πριν την έναρξη των παραστάσεων στις 14 Οκτωβρίου στη σκηνή του Εθνικού, ανανεώνοντας το ραντεβού με το Αθηναϊκό κοινό, ως τις 21 Ιανουρίου 2018 (Κτίριο Τσίλλερ- Σκηνή: « Νίκος Κούρκουλος»).

Μια παράσταση που ο κινηματογράφος συναντά το θέατρο, μέσα από τη ματιά ενός από τους σύγχρονους κορυφαίους εκφραστές του. Μια παράσταση, χωρίς εκπτώσεις οποιασδήποτε μορφής, με εξαιρετική διανομή που σε κρατά σε ετοιμότητα με τον ρυθμό της, σου κόβει την ανάσα με τον ρεαλισμό της, σε λυτρώνει με το χιούμορ της, σε ματώνει με την αλήθεια της, σε μαγνητίζει με τον υπερνατουραλισμό της, συντονίζεται με τους χτύπους της καρδιάς σου και παίζει με το φως μεταφορικά και κυριολεκτικά, σε μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα.

Τη βλέπω και σκέφτομαι ως θεατής: «Ναι! Αυτό είναι θέατρο! Αυτό είναι Εθνικό! Αυτό είναι Οικονομίδης!». Ο άνθρωπος που έχει κάνει θα έλεγε κανείς αυτοσκοπό, καταδυόμενος στην ανθρώπινη ψυχή, να φωτίσει τις πλευρές της ζωής, της πραγματικότητας, της κοινωνίας, τις οποίες  αγνοούμε ή θέλουμε να τις αγνοούμε. Είτε από άρνηση, αφού ότι μας ενοχλεί ή μας «απογυμνώνει» από τη σκηνοθεσία του εαυτού και του περιβάλλοντός μας, μας φέρνει σε αμηχανία, είτε από άμυνα, αφού ότι δεν αντέχουμε ή δεν μας αφορά, δεν υπάρχει . Έτσι, ακούω βγαίνοντας τα σχόλια από διάφορες κυρίες, των οποίων τα χαρακτηριστικά είναι λίγο τραβηγμένα από το σοκ και το ύφος επικριτικό, προς τους φίλους που τις συνοδεύουν: «Υπερβολικό! Δεν χρειαζόταν να είναι τόσο σκληρό! Ποιός ο λόγος; Μα δεν είχε κανονικό σενάριο, ούτε διαλόγους! Άκουσα  μεγάλη επιτυχία του Εθνικού και ήρθα! Να μου θυμίσεις, ποιος επέμενε να ρθούμε!  Ήμαρτον!». Σίγουρα δεν είναι όλα για όλους και δεν είναι δυνατόν να αρέσεις στους πάντες και έτσι στα πηγαδάκια, ακούω επίσης: «Οικονομίδης! Τι άλλο; Πώς αλλιώς; Respect!». Τι λέει όμως, ο ίδιος; Ξέρετε, ότι κυκλοφορεί σύντομα το έργο σε βιβλίο;

«Η ενασχόληση με το θέατρο ήταν μια ιδέα που χρόνια έπαιζε στο μυαλό μου, αλλά δεν το τολμούσα γιατί δεν ένιωθα ακόμη έτοιμος. Η πρόταση του Εθνικού ήρθε σε μια εποχή που ήμουν ώριμος να το κάνω. Όταν ξεκίνησε η συζήτηση για το Στέλλα Βιολάντη του Ξενόπουλου, ξεκαθάρισα πως αν κάνω θέατρο θα είναι με τους δικούς μου όρους (μιλώντας για το δημιουργικό κομμάτι). Θα ήταν ένα έργο που θα ήταν δικό μου δημιούργημα και θα είχε την υπογραφή μου από κάθε άποψη, πιστό στη φιλοσοφία μου. Κράτησα τα ονόματα των ηρώων και τη σύγκρουση πατέρα κόρης και το πήγα εκεί που ήθελα, με την εμπιστοσύνη και τη συνδρομή εξαιρετικών συνεργατών.

Δίνοντας τις κατευθύνσεις μαζί με τον Βαγγέλη Μουρίκη, ο οποίος έχει την επιμέλεια, πετάξαμε το μπαλάκι στους ηθοποιούς κι αυτοί κάναν το δικό τους «παιχνίδι», απελευθερώνοντας ενέργειες και ξεδιπλώνοντας πτυχές των χαρακτήρων, σωματικά, εκφραστικά, ψυχικά. Όμως, το κύριο ζητούμενο από αυτούς ήταν να σκέφτονται όπως οι ήρωες τους οποίους υποδύονται. Να μπουν στο μυαλό τους, να σκέφτονται, να αντιδρούν, να λειτουργούν όπως αυτοί σε αυτό το περιβάλλον, τη δεδομένη στιγμή. Μια παράσταση χωρίς κείμενο. Μια πρόκληση που τη δέχτηκαν πρόθυμα, σηκώνοντας το γάντι και δουλεύοντας σκληρά γι’ αυτό. Έτσι, καμιά παράσταση δεν είναι ίδια με κάποια άλλη. Οι ρόλοι και οι σκηνές δεν παίζονται, αλλά βιώνονται πάνω στη σκηνή. Είναι σαν να ζεις τη Μέρα της Μαρμότας, με παραλλαγές στην κάθε εκδοχή της επανάληψής της. Τη νέα σεζόν, η αντικατάσταση  του Αλέξανδρου Μαυρόπουλου από τον Γιάννη Μυλωνά, λόγω  του διαφορετικού σωματότυπου κα φυσιογνωμίας, αλλάζει το βάρος του ρόλου του Μάριου, αλλάζουν οι  ενέργειες στην σκηνή. Προβάλλεται  μια πιο στιβαρή αντιπαράθεση απέναντι στον πατέρα (Στάθης Σταμουλακάτος).

Ξέρω πως κατηγορούμαι από κάποιους για υπερβολή και στην παρουσίαση των σκηνών και στις λεκτικές εκφράσεις και θέτω το ερώτημα: «Βλέπουν στη σκηνή κάποιον, ο οποίος πηγαίνει στο περίπτερο να πάρει τσιγάρα κι αντί να πει καλημέρα, ρίχνει Χριστοπαναγίες στον περιπτερά, έτσι από το πουθενά;». Οι διάλογοι και η γλώσσα που χρησιμοποιείται σε αυτούς, έχει σχέση με το κοινωνικό, πολιτισμικό, ταξικό, οικονομικό υπόβαθρο, το πλαίσιο της ζωής και της καταβολής  των πρωταγωνιστών και τη θερμοκρασία της στιγμής. Επίσης, δεν έχω δει πολλούς ανθρώπους, όταν είναι εκτός εαυτού να σκέφτονται το λεξικό της ελληνικής γλώσσας και την κοσμιότητα του λόγου τους. Εκτός εαυτού, σημαίνει εκτός της κατάστασης στην οποία είμαι, υπό φυσιολογικές συνθήκες. Είτε μιλάμε για το περιθώριο, είτε όχι, ο άνθρωπος δεν παύει να κουβαλά μέσα του πρωτόγονα ένστικτα, τα οποία μπορεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες και προϋποθέσεις ν’ απασφαλίσει. Πόσο μάλλον, στην οικογένεια του πανίσχυρου οικονομικά, βασιλιά της νύχτας και του υποκόσμου, νεόπλουτου, Αντώνη Γερακάρη, του αυτοδημιούργητου με την ταπεινή καταγωγή. Για μένα τέχνη σημαίνει αλήθεια. Είτε αυτό είναι κινηματογράφος, είτε θέατρο».

«Η Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» είναι ο τίτλος της νέας (5ης) ταινίας σου και «ακούγεται» ροκ, αλλά και ρομαντική. Σε πιο πλαίσιο κινείσαι αυτή τη φορά;

«Είναι όντως ροκ, ως αναρχικό ροκ. Έχει κρυφά πάθη, αγάπη, καψούρα, όλες τις ποιότητες. Ερωτικά τρίγωνα, αίμα, πολύ και δηλητηριώδες χιούμορ, δράση, αλλά και την αντιπαράθεση χεβιμεταλλάδων και λαϊκών, με φόντο την ελληνική επαρχία, το περιθώριο και τη νεόπλουτη πτυχή της.  Μια μαύρη κωμωδία, με πολλές ανατροπές. Πρόκειται για μια διεθνή συμπαραγωγή μεταξύ Ελλάδας (Faliro House, Αργοναύτες ΑΕ), Γαλλίας (EZ Films), Γερμανίας (Sutor Kolonko) και Κύπρου (Y.E. Films Ltd), που εξασφάλισε η Film Office, σε συνεργασία με το Hellenic Film Office. Τα γυρίσματα ξεκινούν άνοιξη του 2018 με σκοπό να ολοκληρωθεί, ως το καλοκαίρι, με μια εξαιρετική διανομή, αφού μαζί μου θα είναι οι: Γιάννης Τσορτέκης, Βίκυ Παπαδοπούλου, Βασίλης Μπισμπίκης, Γιώργος Γιαννόπουλος, Στάθης Σταμουλακάτος και Βαγγέλης Μουρίκης.

Είναι η πρώτη μου ταινία που θα γυριστεί εξ ολοκλήρου εκτός Αττικής, αφού  η Λαμία και η ευρύτερη περιοχή της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας,αποτελούν το ιδανικό σκηνικό δράσης γι’ αυτή, στο πλαίσιο μιας κινηματογραφικής αποκέντρωσης. Αυτό που πάντα επιδιώκω είναι να στήσω μια δραματουργία με τέτοια ακρίβεια που να με πείθει με την αλήθεια της. Σε αυτό συνεισέφεραν και δύο νέοι πολύτιμοι και ταλαντούχοι  συνεργάτες: ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Χάρης Λαγκούσης. Το καλό της υπόθεσης ήταν, ότι εκτός από ταλαντούχοι ήταν και διαθέσιμοι τη χρονική στιγμή που τους προσέγγισα. Χαίρομαι γι’ αυτή τη συνάντηση, γιατί είναι σημαντικό, να βρίσκεις ανθρώπους που αντιλαμβάνονται τα πράγματα όπως εσύ και μπορούν να κινηθούν, με γνώμονα την ιδέα σου. Ο Δημοσθένης θυμάμαι μου είχε δείξει τα κείμενα του Γκιακ, λίγο πριν εκδοθεί, σε μια προβολή της ταινίας μου στην Καβάλα και τον ήξερα από τον χώρο του κόμικ, όπως και τον Χάρη. Εδώ, θα κάνω και μία παρένθεση, για να πω πως ο Χάρης έχει κάνει και το εξώφυλλο για το «Στέλλα κοιμήσου», το βιβλίο της ομώνυμης παράστασης που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες, από τις εκδόσεις Αντίποδες”.

Έχεις αλλάξει, από το «Σπιρτόκουτο», ως σήμερα με την «Μπαλάντα»;

«Τότε  ήμουν στα γκάζια. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Ζούσα τη διαδικασία σαν να μην υπάρχει αύριο. Δοσμένος ολοκληρωτικά. Τώρα, απλά είμαι πιο ψύχραιμος στη διαχείρηση, αλλά παραμένω εμπρηστής. Δίνω πάντα γροθιά στο μαχαίρι. Είναι όμως αστεία η ερώτηση που δέχομαι συχνά, για το αν οι ιστορίες, τα σενάριά μου αποτελούν την αποτύπωση προσωπικών βιωμάτων, αυτή η ταύτιση με τους χαρακτήρες των ταινιών μου με κάνει να γελάω. Σκέφτομαι, πως αν τα είχα περάσει όλα αυτά δεν θα έστεκα και πολύ καλά σήμερα και ευτυχώς νιώθω, ακόμη τουλάχιστον, ψυχικά υγιής. Η κατανόηση και αποτύπωση της αλήθειας, έρχεται με την παρατήρηση της ζωής και της πραγματικότητάς της, χωρίς παρωπίδες.

Αυτό θα ήταν και μια συμβουλή σε νέους κινηματογραφιστές που θέλουν να περάσουν στις ταινίες μεγάλου μήκους. Πέραν των τεχνικών γνώσεων, αυτό που χρειάζεται είναι υπομονή. Δεν χρειάζεται να βιάζονται και να τολμήσουν έχοντας πρώτα ζήσει και συλλέξει εμπειρίες, εικόνες και πείρα. Να το κάνουν όταν είναι πράγματι έτοιμοι  κι έχουν το μπουκάλι τους γεμάτο με όλα αυτά. Είναι δύσκολο πράγμα το σινεμά και πρέπει πάνω απ’ όλα να το σέβεσαι. Για μένα προσωπικά, ο κινηματογράφος είναι κάτι που δεν θέλω να τελειώσει ποτέ! Θέλω να ζω μέσα του για πάντα».

Θυμάμαι είχες δηλώσει σε παλαιότερη συνάντησή μας, την αδυναμία σου στο μυθιστόρημα και μάλιστα στους συγγραφείς του 19ου αιώνα. Θα σκεφτόσουν κάποιο από αυτά ως θεατρικό εγχείρημα;

«Πράγματι με γοητεύει το μυθιστόρημα, γιατί  εμπεριέχει τη συμπύκνωση της ανθρώπινης ιστορίας. Είναι η αφήγηση της ιστορίας της κοινωνίας και της ψυχολογίας του ανθρώπου. Αυτό που θα ήθελα κάποια στιγμή να ανεβάσω στο θέατρο, αν μου δοθεί η ευκαιρία, είναι το «Κάτω από το Ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λάουρι.   Βρήκα και το βιβλίο και την ταινία συναρπαστικά».

Θα σε δούμε τον Νοέμβριο, ως ηθοποιό,  στη νέα ταινία του Φατίχ Ακίν, η οποία προβάλλεται στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;

«Ο Φατίχ Ακίν με διάλεξε για τον ρόλο ενός χρυσαυγίτη. Η φυσιογνωμία μου, όπως βλέπεις, εμπνέει, ετσι; (γελάει) Τον ενημέρωσαν ότι  είμαι σκηνοθέτης και αυτό έκανε τα πράγματα ακόμη πιο εύκολα στη συνεργασία μας. Φυσικά σε πιάνει η καρδιά σου, όταν βλέπεις πως δουλεύουν και με ποιες προϋποθέσεις στο εξωτερικό. Δεν είναι τυχαίο, πως έχουν τη δυνατότητα να κάνουν μια ταινία τον χρόνο, όταν εγώ για παράδειγμα, χρειάζομαι  5  χρόνια για να φτάσω να υλοποιήσω το project μιας ταινίας, όπως στην περίπτωση της ταινίας «Η Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς».

Η γενναία χρηματοδότηση είναι κάτι που λείπει από τον χώρο του κινηματογράφου, αλλά αυτό δεν με πτοεί. Θα κάνω σινεμά για πάντα. Είναι μονόδρομος!»

Αυθεντικός κι αληθινός, ζει, παρατηρεί, δημιουργεί και υπηρετεί παθιασμένος τον κινηματογράφο με επιτυχία (κι όπως αποδείχθηκε και το θέατρο), σε μια προσπάθεια να τρυπώσει και να εξερευνήσει, κάθε γωνιά της ανθρώπινης υπόστασης και να την κάνει εικόνα για μας. Τον αποχαιρετώ, ως το επόμενο ραντεβού στη Θεσσαλονίκη.

***Φωτογραφίες συνέντευξης: Μαρία Μαυρίδου

“Στέλλα κοιμήσου”

Ταυτότητα παράστασης

Συγγραφή – Σκηνοθεσία : Γιάννης Οικονομίδης

Επιμέλεια κειμένου: Βαγγέλης Μουρίκης

Σχεδιασμός φωτισμών : Bασίλης Κλωτσοτήρας

Βοηθός σκηνοθέτη/επιμέλεια κίνησης: Αντώνης Ιορδάνου

Σκηνογραφία : Ioυλία Σταυρίδου

Ενδυματολόγος : Γιούλα Ζωιοπούλου

Μουσική : Μπάμπης Παπαδόπουλος

 

 

Διανομή με αλφαβητική σειρά:

Θείος Τάκης: Αντώνης Ιορδάνου

Στέλλα Γερακάρη: Ιωάννα Κολλιοπούλου

Θεία Βάσω: Μάγια Κώνστα

Μάριος Αγγελής: Γιάννης Μυλωνάς

Ελενη Γερακάρη: Καλλιρρόη Μυριαγκού

Γιώργος Γερακάρης: Γιάννης Νιάρρος

Αντώνης Γερακάρης: Στάθης Σταμουλακάτος

Ανθή Γερακάρη: Ελλη Τρίγγου

 

Η παράσταση είναι κατάλληλη για άνω των 15 ετών