Γιάννης Παρασκευόπουλος: Ο σκηνοθέτης οφείλει να είναι τολμηρός και ο ηθοποιός διαθέσιμος

«Χρειάζεται ανήσυχη ματιά στην τέχνη. Μην περιμένετε τις προϋποθέσεις, δημιουργείστε τες. Τίποτα δεν είναι ικανό να σε σταματήσει, αν θες πραγματικά να δημιουργήσεις. Ακόμη και εδώ στη Θεσσαλονίκη»

Αυτή η δήλωση, του σκηνοθέτη και ηθοποιού Γιάννη Παρασκευόπουλου, που εκφράστηκε, μεταξύ άλλων, με θέρμη και αποφασιστικότητα, πριν λίγο καιρό, στην ημερίδα με θέμα τη θεατρική Θεσσαλονίκη του 21ου  αιώνα, συμπυκνώνει μεγάλο μέρος της συζήτησή μας, αλλά και της φιλοσοφίας του. Μια συνάντηση που πραγματοποιήθηκε, κατά την ολιγοήμερη παραμονή του στη Θεσσαλονίκη, αφού, αυτό το διάστημα, μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στη Ρουμανία, όπου ανεβάζει το «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» του Άκη Δήμου και τη Θεσσαλονίκη, όπου γίνονται οι τελευταίες προετοιμασίες για τη συμμετοχή  της επιτυχημένης παραγωγής του ΚΘΒΕ, Festen- Οικογενεική Γιορτή, στο Φεστιβάλ Αθηνών (6-9 Ιουλίου, Αίθουσα Εκδηλώσεων του Εθνικού), την οποία επίσης σκηνοθετεί. Μια παράσταση που  έκανε τη διαφορά την προηγούμενη σεζόν, για να συμπεριληφθεί και στο πρόγραμμα της νέας θεατρικής περιόδου.

Ιδρυτικό μέλος της θεατρικής ομάδας Νέες Μορφές και, επί σειρά ετών, καθηγητής υποκριτικής, σε Ελλάδα και εξωτερικό, είναι ένα ελεύθερο πνεύμα, που, όπως λέει και ίδιος στη συζήτησή μας, ήξερε από παιδί, ότι ο προορισμός του ήταν το θέατρο. Αν και τότε, θεωρούσε τον εαυτό του ανίκανο, να το πραγματοποιήσει. Αυτή η επιθυμία φάνταζε άπιαστο όνειρο, για ένα παιδί που ερχόταν από την Ορεστιάδα ( γιος μεταναστών, γεννημένος στη Γερμανία).

“Ήθελα να γίνω ηθοποιός, νιώθοντας την ανάγκη να δημιουργήσω και να επικοινωνήσω αυτό που είχα μέσα μου. Στην πορεία κατάλαβα, πως για να το κατακτήσεις αυτό, χρειάζεται να τολμήσεις να βάλεις το δάχτυλο βαθιά στην πληγή. Αυτό έγινε στις Νέες Μορφές. Ήταν τότε επίσης που στις πρόβες που κάναμε για τις  Δούλες, ένιωσα όπως όταν ήμουν μικρό παιδί και η μητέρα μου έφευγε έσβηνε το φως και με άφηνε μόνο μου. Ήμουν ευτυχής, ξέροντας πως μπορούσα να κάνω ότι θέλω. Θέλω, να μπορώ να νιώθω ελεύθερος. Να ξέρω, πως μπορώ να φτιάξω το παιχνίδι από την αρχή. Αυτό λέω και στους μαθητές μου: «Φανταστείτε, ότι έσβησε η μητέρα σας το φως και σας άφησε σε ένα δωμάτιο μόνους και ελεύθερους να παίξετε». Ακολούθησα τον δρόμο του σκηνοθέτη, θέλοντας να γίνω καλύτερος ηθοποιός. Ειλικρινά, δεν ξέρω, αν τo έχω καταφέρει”

Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος κάνει την αυτοκριτική του. Mιλάει, χωρίς υπερκφυγές, για τα λάθη, αλλά και τα πρόσωπα που τον καθόρισαν. Το πέρασμα από την αλαζονεία, στην ενσυναίσθηση. Την αγάπη για τη Θεσσαλονίκη, αλλά και για την οικογένειά του, που ξεπερνά τη στενή έννοια του όρου. Τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες του, όσον αφορά στο παρόν και στο μέλλον του Θεάτρου, την ελευθερία που τον κάνει να αναπνέει δημιουργικά, την γενναιοδωρία των άλλων. Το Festen, τη Λένα Κιτσοπούλου, τον Τσέχωφ, τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, άλλα και τα καλλιτεχνικά σχέδια του χειμώνα.

Υποστηρίζεις με πάθος την επιλογή να κάνει κάποιος τέχνη και συγκεκριμένα Θέατρο στη Θεσσαλονίκη. Κάτι, που έμπρακτα αποδεικνύεις και ο ίδιος, αφού ζεις εδώ, έχοντάς τη έδρα των δραστηριοτήτων σου.

«Δεν μπορώ εύκολα να φανταστώ τον εαυτό μου μακριά από αυτή, σε μόνιμη βάση. Πάνω κι από το θέατρο, βάζω την ποιότητα ζωής  που μου παρέχει αυτή η πόλη και είναι σημαντική για μένα, ως άνθρωπο. Είναι η οικογένεια μου και η ποιότητα ζωής μας, αυτό που θέτω ως πρώτη προτεραιότητα. Εδώ, έχω την αίσθηση, της δυνατότητας των αβίαστων επιλογών.

Όμως, οικογένεια για μένα είναι και οι συνεργάτες μου, με τους οποίους  είμαστε χρόνια μαζί και θα τους δεις να μπαινοβγαίνουν σε αυτό το σπίτι και να αποτελούν μέρος της ζωής και της καθημερινότητάς μου, έχοντας δημιουργήσει ισχυρούς δεσμούς και ουσιαστικές σχέσεις, με βάση την εμπιστοσύνη, την ειλικρίνεια, τη συνεργασία, την ομαδικότητα, την αλληλεπίδραση, παρέχοντας μέσα από ένα περιβάλλον  «ασφάλειας», τη δυνατότητα να εμβαθύνουμε στα πράγματα, να εξελιχθούμε, σε ανθρώπινο και καλλιτεχνικό επίπεδο. Τι να πω για τη Μαγδαληνή Μπεκρή ή τη Σοφία Παπαδοπούλου, τη σκηνογράφο μου και τόσους άλλους. Είναι σημαντικό να μοιράζεσαι τις χαρές και τις αγωνίες της δουλειάς σου, αλλά και να μη μένεις μόνο σ’ αυτό. Αυτές οι σχέσεις,  ποτέ δεν ξέρεις που θα σε πάνε σε προσωπικό επίπεδο. Έρχεται πάντα η στιγμή, που έχεις ανάγκη ν’ ακουμπήσεις στον δικό σου άνθρωπο. Αυτό για μένα αποτελεί μεγάλο κεφάλαιο και παρακαταθήκη, για όλα τα πεδία της ζωής μου και νιώθω τυχερός, κάθε φορά που ένα ακόμη μέλος, μπαίνει σε αυτό τον  κύκλο υπέροχων ανθρώπων.

Δεν ξεχνώ, τη γενναιοδωρία, την οποία έχω εισπράξει από τα πρώτα μου βήματα ως σπουδαστής, αλλά και ως συνεργάτης του ΚΘΒΕ. Η Θεσσαλονίκη είναι το μέρος, όπου το όνειρο μου, μέσα από τη σχολή του Κρατικού, άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Τότε, επί Δημήτρη Βάγια, και δίπλα, σε επίσης  εξαιρετικούς δασκάλους, πήρα την πολύτιμη γνώση και την κλασσική παιδεία, που αποτέλεσε βάση για την καλλιτεχνική μου εξέλιξη. Η εμπιστοσύνη του Ν. Τσακίρογλου, η  συνεργασία π.χ. με τη Νικαίτη Κοντούρη που σε έπιανε από τα μαλλιά και με μπουνιές και κλωτσιές (μεταφορικά μιλώντας), σ’ έσπρωχνε, σε βουτούσε στο θέατρο, να κολυμπήσεις, να δοκιμάσεις. Η απόλυτη ελευθερία και εμπιστοσύνη, που μου παρείχε ο Γάννης Αναστασάκης, ως καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ, ο οποίος εκτός άλλων προϋποθέσεων που έθεσα, σεβάστηκε και την επιθυμία μου να μην ξεπερνούν οι θεατές τους 50, στο Φουαγιέ της ΕΜΣ, για την παράσταση FESTEN. Η ελευθερία για μένα είναι βασική προϋπόθεση καλλιτεχνικής δημιουργίας. Όταν νιώθω ελεύθερος, ξέρω πως μπορώ να πάω τα πράγματα παρά πέρα, να καταθέσω άποψη, χωρίς να ανακυκλώσω τον εαυτό μου ή απλά να διεκπεραιώσω μια παράσταση.

Εδώ, σε αυτή την πόλη, γεννήθηκαν και άνθισαν οι Νέες Μορφές. Ένα ακόμη μεγάλο κεφάλαιο για μένα. Ένα εγχείρημα , στο οποίο οφείλω να πω ότι προχώρησα, εμπνευσμένος από μια  σημαντική μορφή του θεάτρου, έναν μεγάλο δάσκαλο, τον Μιχαήλ Μαρμαρινό και του το έχω πει. Παρακολουθώντας το σεμινάριό του, άνοιξε ένας νέος κόσμος μέσα από αυτό το μασίφ των ιδεών του, το οποίο σου μετέφερε τη φωτιά που χρειάζεται το θέατρο. Μου έδειξε τον δρόμο και μ’ έκανε να ανακαλύψω τις άπειρες δυνατότητες που έχει το ανθρώπινο σώμα, την απόλυτη ελευθερία σώματος. Αντιλήφθηκα από εκείνη τη στιγμή το σώμα ως όργανο».

Στο Festen τόλμησες και κέρδισες το στοίχημα. Μια παράσταση που σε όλα τα επίπεδα μας εξέπληξε, μας άγγιξε, μας μετακίνησε. Είδαμε ίσως, μία από τις πιο ώριμες ερμηνείες του Χρίστου Στιλιανού, έναν Κωνσταντίνο Χατζησάββα που ξεπέρασε τον εαυτό του και καταλάβαινες, ότι απολαμβάνει τον ρόλο του, μια ομάδα που λειτουργούσε άψογα, μια μουσική από τον Μάνο Μυλωνάκη, που είχε ρόλο.

«Βασική μου αρχή είναι να είναι και να νιώθουν όλοι ισότιμοι, άσχετα με το ποιος είναι ο ρόλος τους, τα καθήκοντά τους στην παράσταση. Κανείς δεν είναι πιο πάνω από τον άλλο. Θέλω να νιώθουν ότι είμαι εκεί και τους στηρίζω. Να ξέρουν, ότι υπάρχω χωρίς να το υπενθυμίζω. Αυτό είναι κάτι, που το κατέκτησα με τον καιρό. Κάποια στιγμή, στο παρελθόν, είχα δυστυχώς ξεφύγει. Υπήρξα πιεστικός, έχοντας την ανάγκη να είμαι σημαντικός. Όταν το αντιλήφθηκα, αποφάσισα να απέχω για έναν χρόνο από το θέατρο, προκειμένου να βρω ξανά το μέτρο. Το φαινόμενο, το οποίο αποτελεί συχνά παθογένεια-αρρώστια, για το θέατρο, είναι η ύπαρξη της προσωπικής φιλοδοξίας των συντελεστών μιας παράστασης. Η υπερίσχυση του εγώ, του σκηνογράφου, του ηθοποιού κ.λ.π., που θέλει να κάνει αισθητή την παρουσία του και τη συνεισφορά του σε αυτή. Δουλειά μου είναι ως σκηνοθέτης αν εντοπίσω αυτά τα στοιχεία, να φιλτράρω τις τάσεις και τις συμπεριφορές και να κάνω την ομάδα να λειτουργήσει, ως ένα σώμα, χωρίς πρώτους και δεύτερους. Ο στόχος είναι μια καλή παράσταση που τη μοιράζεσαι με τον θεατή. Χωρίς τον θεατή, χωρίς αυτό το μοίρασμα, δεν υπάρχει για μένα λόγος να κάνω θέατρο.

Καθορίζω λοιπόν το πλαίσιο, στο οποίο θέλω να κινηθούν και τους αφήνω ελεύθερους να μου δώσουν τη δική τους ματιά μέσα σε αυτό. Δεν μου αρέσει να μιλώ πολύ, να αναλώνομαι σε πολύωρες συζητήσεις και εξηγήσεις. Λέω «Κάν’το! Δείξε μου!» και πάνω σε αυτό που μου παρουσιάζουν επεμβαίνω, διορθώνω, αποδέχομαι ή απορρίπτω, όπου και σε ότι κρίνω, πως χρειάζεται. Ο Χρίστος ένιωσα πως ο ρόλος τον ταρακούνησε και έδωσε το αποτέλεσμα που είχα διακρίνει ότι μπορεί δώσει, από τότε που τον είχα μαθητή στη σχολή και προσπαθούσα να βρω τον τρόπο να το ξεκλειδώσω και να βγει στην επιφάνεια. Ο Κωνσταντίνος απαλλάχθηκε επιτέλους, από το να κρίνει τον εαυτό του και βούτηξε επικίνδυνα στον ρόλο, διαρκώς εκτεθειμένος, χωρίς προστασία, όπως και η Τσερασέλα Ιωσηφέσκου ( Η Ρουμάνα ηθοποιός που υποδύεται την Καραπάνου, στο «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης»). Κάτι τέτοιο, έχω δει λίγους να κάνουν και μία από αυτούς είναι η Αμαλία Μουτούση.  Ο Μάνος, με τον οποίο έχει αναπτυχθεί μια μοναδική φιλία και η  καλλιτεχνική χημεία που μας ενώνει, μας βοηθάει χωρίς πολλές κουβέντες να συνεργαστούμε, δημιούργησε σε αυτή την παράσταση, το ιδανικό ηχητικό περιβάλλον, που ήταν μουσική, σκηνικό και ρόλος. Εκμεταλλεύτηκε, με χειρουργική ακρίβεια, τα κενά και τις παύσεις, σε έναν αντισυμβατικό σκηνικό χώρο, με λιτό φωτισμό και τους θεατές συμμέτοχους και παρατηρητές (ίσως και συνένοχους).

Η σκηνική ειλικρίνεια ήταν αδιαπραγμάτευτη. Οι θεατρινισμοί απαγορευτικοί. Είχαμε καταλήξει, στο ότι πάμε να φτιάξουμε το δικό μας δόγμα, χωρίς να εγκλωβιστούμε στο “δόγμα του ’95” και την ομότιτλη ταινία του Τόμας Βίντενμπεργκ. Μελετώντας τη μεταφορά του έργου σε διάφορες χώρες του εξωτερικού, έβλεπα πως κυρίαρχο ήταν το τραπέζι, όπου όλα διαδραματιζόταν γύρω από αυτό.  Μόνη εκδοχή που με εντυπωσίασε, ήταν αυτή που ένα τεράστιο τραπέζι ήταν πάνω στη σκηνή, οι θεατές καθόταν γύρω του ως καλεσμένοι και οι ηθοποιοί έπαιζαν πάνω σε αυτό. Εγώ σκέφτηκα να το εντάξω στην τελευταία σκηνή, απαραίτητο για την κορύφωση και τη δημιουργία της ατμόσφαιρας του πρωινού, υπογραμμίζοντας την υποκρισία, τα κρυμμένα μυστικά, την αποσιώπηση και την εσωτερική ένταση και σύγκρουση των ηρώων.

Η παράσταση δεν ήταν ποτέ η ίδια, ακόμη και για τον ίδιο τον θεατή, γιατί είχε άλλη αντίληψη και αίσθηση, ανάλογα με τη θέση από την οποία την παρακολουθούσε. Η οπτική του γωνία καθόριζε και την οπτική του στο έργο και τους χαρακτήρες. Εξελισσόμασταν και εμείς με τις συζητήσεις που ακολουθούσαν με το κοινό, πάνω στο θέμα. Μοιραζόμασταν τα ερωτηματικά και τους προβληματισμούς τους. Επίσης, μέχρι την πρεμιέρα, δεχόμασταν σταδιακά όλο και περισσότερα άτομα στις πρόβες, προκειμένου να ακούσω την άποψη και τις επισημάνσεις τους.  Πρώτα 3-4 άτομα και κάθε φορά περισσότερα. Αυτό το κάνω πάντα, αλλά μόνο αφού νιώσω τη σιγουριά, ότι έχω φτάσει την παράσταση σε αυτό που από την αρχή είχα ξεκάθαρα στο μυαλό μου και το έχω ασφαλίσει. Το λέω αυτό, γιατί όταν είχα ανεβάσει το “Συνέβη και του χρόνου”, του Άλαν Εϊκμπορν, άφησα να με επηρεάσουν γνώμες, σε μια στιγμή που δεν ήμουν ακόμη έτοιμος  να υπερασπιστώ την αρχική μου ιδέα, φοβήθηκα και δεν επέμεινα, με αποτέλεσμα, να αποκλίνω από αυτή και να μη με ικανοποιεί το αποτέλεσμα. Αυτό έγινε μάθημα πλέον και προσέχω”.

-Πόσο εύκολο είναι να ξεφύγει κάποιος, όπως προανέφερες;

“Ειδικά στον χώρο μας είναι πολύ εύκολο και εξαρτάται από τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου, αν και πότε θα το αντιληφθείς, θα το παραδεχτείς και θα κάνεις κάτι, για να επανέλθεις, να ανακτήσεις την ισορροπία σου, να ξαναβρείς την ουσία στη ζωή σου και τις πραγματικές σταθερές αξίες σου πρώτα ως άνθρωπος και μετά σαν καλλιτέχνης. Κάτι, που ήταν θεμέλιος λίθος στις Νέες Μορφές, ήταν η ανοιχτή, ακομπλεξάριστη και ειλικρινής σχέση μεταξύ μας. Ήμασταν μια ομάδα που δεν θα διστάζαμε να χαστουκίσουμε ο ένας τον άλλον, για να τον συνεφέρουμε, όπως είχα πει κάποτε.

Θυμάμαι, πως με ρώτησε κάποιος, όταν αποφασίσαμε να κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο, γιατί το κάνουμε τώρα που είμαστε στο ζενίθ της επιτυχίας μας και του απάντησα, πως το θέατρο, δεν είναι σούπερ μάρκετ. Πρέπει να έχεις την ψυχραιμία να το δεις και να καταλάβεις, πότε είναι η σωστή στιγμή να σταματήσεις, πριν φθαρείς και χωρίς να το αντιληφθείς επαναλαμβάνεις τον εαυτό σου. Δεν υφιστάμεθα ως νομική μορφή, αλλά θα συνεχίσουμε τις εμφανίσεις μας, στο Ζώγια, τον χειμώνα με τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α  Πράσινό μου φουστανάκι, της Λένας Κιτσοπούλου“.

-Ποια είναι η γνώμη σου για τη Λένα Κιτσοπούλου και τι απαντάς, σε αυτούς που λένε, ότι δεν υπάρχουν πολλά καλά ελληνικά θεατρικά έργα;

“Για μένα η Λένα είναι η φωνή της απενοχοποίησής μου, σε καλλιτεχνικό και προσωπικό επίπεδο. Κατά διάρκεια μιας πρόβας, της έστειλα sms: “Αυτή τη στιγμή κάνω ντουζ απενοχοποίησης”. Τώρα, όσον αφορά τα ελληνικά θεατρικά έργα και την ύπαρξη νέων θεατρικών συγγραφέων, πιστεύω, πως απλά βαριόμαστε να διαβάσουμε. Επίσης, δεν είμαστε εμείς , οι σκηνοθέτες, αυτοί που θα κρίνουμε, ποιος είναι καλός συγγραφέας και θα απορρίψουμε, όποιον δεν ταιριάζει με τη δική μας φιλοσοφία και άποψη για το θέατρο. Επειδή σε εμάς δεν κάνει ένα έργο, δεν σημαίνει πως δεν αξίζει. Αυτό το κρίνει το κοινό. Φυσικά, τι να πεις, για συγγραφείς όπως ο Άκης Δήμου, ο Θανάσης Τριαρίδης και τόσοι άλλοι. Η γενίκευση είναι επιζήμια και άδικη”.

Η Θεσσαλονίκη γκρινιάζει. Νέοι καλλιτέχνες λένε, πως τους υποτιμούν ή δεν τους δίνουν χώρο. Παλαιότεροι, ότι ζούμε μια παρακμή ή στασιμότητα, όταν κάποιοι μιλούν για νέα πραγματικότητα, στον χώρο του θεάτρου. Ποιά είναι η δική σου άποψη;

“Το θέμα είναι, πως οι νέοι (με την νέα του καινούριου) σκηνοθέτες δεν τολμούν να πειραματιστούν και να πάνε τα πράγματα παρά πέρα. Δεν δίνουν τη δική τους νέα ανάγνωση και συγκεκριμένη σκηνοθετική άποψη, αλλά μένουν σε πρακτικές εντυπωσιασμού, ανακυκλώνουν τον εαυτό τους ή αντιγράφουν κάτι που είδαν π.χ. στο εξωτερικό, μέσω διαδικτύου και αυτό, χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να το εξελίξουν, το φυτεύουν στην παράσταση, ενώ στην προσπάθεια να καινοτομήσουν, χάνουν τον δρόμο και το μέτρο. Ναι, υπάρχουν εναλλακτικοί χώροι και πολύ υλικό, ανθρώπινο κεφάλαιο, το οποίο περιμένω να με εκπλήξει ευχάριστα. Περιμένω, οι νέοι να μας κλείσουν το στόμα, να μας ξεπεράσουν, να μας καθηλώσουν. Να πούμε με δέος και θαυμασμό: «Πώς δεν το είχα σκεφτεί;»

Πηγαίνω συχνά στο εξωτερικό και βλέπω παραστάσεις. Αν και κρίνω, συχνά, ότι δεν θα με ενδιέφερε να δουλέψω με τον ίδιο τρόπο, θαυμάζω την ανάγνωσή τους, το ό,τι δεν θα σκεφτόμουν ποτέ έτσι. Οι νέοι  σκηνοθέτες πρέπει να καταλάβουν πώς χρειάζεται να διαβάσουν το έργο και να παρουσιάσουν την παράστασή τους, έχοντας  μία συγκεκριμένη, ξεκάθαρη, συνολική σκηνοθετική, αλλά και αισθητική πρόταση, καλλιτεχνικά ολοκληρωμένη. Αυτό είναι κάτι που στα πρώτα μου βήματα έκανα κι εγώ και κατάλαβα το λάθος μου από ανάγκη. Όταν θα ανέβαζα τον Γλάρο έψαξα στο ίντερνετ να δω που το «πήγαν» στο παρελθόν σκηνοθέτες σε άλλες χώρες, για να βρω τη δική μου ματιά στο έργο. Να κάνω τα δικά μου βήματα, χωρίς να εγκλωβιστώ σε ότι έχει ειπωθεί, αλλά έχοντας κοιτάξει πρώτα πίσω. Είναι κάτι που βοηθάει πολύ.

Ο λόγος που μου αρέσει πολύ να διδάσκω, είναι ακριβώς η εσωτερική μου ανάγκη, να δουλέψω με αυτό το υπέροχο υλικό. Να κάνω τα νέα παιδιά, να πάνε παρά πέρα, να μεταδώσω τη φλόγα που θα ανάψει τη μεγάλη φωτιά μέσα τους. Τη φωτιά που θα τους κάνει να ξεπεράσουν τις ανασφάλειές τους και να πειραματιστούν, να γίνουν τολμηροί. Είναι μια απολαυστική, αλλά εξουθενωτική διαδικασία. Ο σκηνοθέτης οφείλει να είναι τολμηρός και ο ηθοποιός διαθέσιμος. Ήταν υπέροχη η εμπειρία να  διδάσκω π.χ. στη ΧΑΝΘ, όπου δούλευα με μια ομάδα ερασιτεχνών που ήταν έτοιμοι, ανά πάσα στιγμή, να δοκιμάσουν νέα πράγματα, να βγουν από τη ζώνη της ασφάλειας και να συνεργαστούν.

Διαπιστώνω συχνά, πως λείπει η διδασκαλία του ρόλου, από τον σκηνοθέτη. Ο σκηνοθέτης, ακόμη κι αν στην πορεία διαπιστώνει, πως έχει κάνει λάθος επιλογές συνεργατών (ηθοποιοί, σκηνογράφοι κλπ), οφείλει να βρει τον τρόπο που θα τους κάνει να υπηρετήσουν την αρχική του ιδέα, προκειμένου να φτάσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η ευθύνη για αυτό βαραίνει τον ίδιο. Ο ηθοποιός, είναι  εργαλείο στα χέρια του σκηνοθέτη. Επίσης, ελπίζω να σταματήσουμε να βλέπουμε παραστάσεις, όπου με το άλλοθι του μινιμαλισμού, όλα διαδραματίζονται σε μια άδεια σκηνή, με μια καρέκλα, χωρίς αυτό να αποτελεί στοιχείο και αποτέλεσμα της ανάγνωσης του έργου».

Η συνεργασία σου με το Εθνικό Θέατρο της Κραϊόβας στη Ρουμανία κρατάει πάνω από δέκα χρόνια, όπως και οι δουλειές με ρουμάνικους θιάσους και στο Βουκουρέστι. Πώς προέκυψε αυτό;

“Συμμετείχαμε το 2003, με το ΚΘΒΕ, στο Διεθνές Εργαστήριο Δραματικών Σχολών (Unesco Σινάια-Ρουμανία), και στη συνέχεια στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Δραματικών Σχολών (Unesco Ταμπίκο- Μεξικό, Ιούνιος 2004). Εκεί, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου της  Κραϊόβας μου έκανε πρόταση να συνεργαστούμε, δίνοντας μου γενναιόδωρα απόλυτη ελευθερία και εμπιστοσύνη. Το ό,τι είχα τη δυνατότητα, να επιλέγω τα έργα που εγώ ήθελα, ήταν για μένα η ευκαιρία, να πραγματοποιήσω εκτός άλλων, το όνειρό μου και να σκηνοθετήσω «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» και τον «Γλάρο» του Τσέχωφ».

Μου αρέσει πολύ ο τρόπος που δουλεύουν εκεί. Άλλη παιδεία και λογική. Είναι απίστευτο το εναλλασσόμενο ρεπερτόριό τους, όπου μπορεί να παίζουν κάθε μέρα κι άλλο έργο και ταυτόχρονα να κάνουν πρόβα για άλλο, η ταχύτητα παραγωγής είναι εντυπωσιακή και οι ηθοποιοί το απόλυτο εργαλείο. Ξεκίνησα με διερμηνέα, αλλά οι ηθοποιοί μου ζήτησαν σύντομα να τους μιλώ ο ίδιος με τα όσα αγγλικά γνωρίζω. Αυτό με έκανε να είμαι ακόμη πιο συγκεκριμένος στις οδηγίες μου λιγότερο φλύαρος από ποτέ, οικονομία λόγου και χρόνου που λειτουργεί αποτελεσματικά. Πλέον τα αγγλικά μου έχουν βελτιωθεί και καταλαβαίνω τα ρουμανικά. Είναι αστείο το σκηνικό που μπορεί να δει κάποιος στις πρόβες μας, όπου εγώ μιλάω αγγλικά, αυτοί απαντούν στη γλώσσα τους και συνεννοούμαστε πλήρως. Τώρα ανεβάζουμε το «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» του Άκη Δήμου, στο Βουκουρέστι. Πρέπει δε να σου ομολογήσω, πως το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» και οποιοδήποτε έργο του Τσέχωφ, είναι κάτι που θέλω να ανεβάσω και στην Ελλάδα κάποια στιγμή”.

Ο λόγος;

«Το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» είναι η πιο όμορφη ιστορία αγάπης και κάθε φορά αντανακλά στην εποχή που παίζεται. Με ενδιαφέρει να ερευνώ μέσα από το έργο, πόσο αγνός μπορεί να παραμένει ο έρωτας δυο νέων ανθρώπων, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Ο Τσέχωφ από την άλλη είναι ένας συγγραφέας πολύ πυκνός και μου επιτρέπει να προχωράω μαζί του μέσα στην τέχνη. Μου αρέσει να ερευνώ, σε ποια επίπεδα αφαίρεσης μπορώ να φτάσω, δουλεύοντας μαζί με τους ηθοποιούς και επικοινωνώντας με το σύμπαν του».

-Άλλο όνειρο;

“Η δημιουργία ενός θερινού ινστιτούτο θεάτρου, με μια ομάδα σκηνοθετών, με στόχο να εμφυσήσουμε στους νέους τη φλόγα και να δώσουμε τα εφόδια και τη γνώση που απαιτείται σε αυτό τον τομέα, για να κάνουν το βήμα μπροστά και να μπει νέος αέρας. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτή τη στιγμή όλοι μας είμαστε αυτοδίδακτοι και καλό είναι κάποια στιγμή να δημιουργηθούν  και να διαδοθούν οι κώδικες που θα αποτελούν την ουσία της τέχνης της σκηνοθεσίας στο θέατρο. Αυτό θα ήταν ίσως το μοναδικό κίνητρο, που θα με έκανε να αφήσω τη Θεσσαλονίκη, αν και μεταξύ μας, θα προσπαθούσα να είμαι όσο πιο κοντά γίνεται σε αυτή”

Κατεβαίνετε με το Festen Αθήνα. Μιλάμε όντως για διαφορετικό κοινό; Θα σκεφτόσουν να πας εκεί μόνιμα;

“Για το κοινό θα σου απαντήσω όταν επιστρέψω. Η μεγάλη συζήτηση που έχει γίνει για αυτή την παράσταση, με αγχώνει λίγο, γιατί σκέφτομαι, πως ίσως δημιουργεί υπερβολικές προσδοκίες και αυτό είναι συχνά επίφοβο. Επίσης η αίθουσα τελετών του Εθνικού είναι μεγαλύτερη από το φουαγιέ της ΕΜΣ και έτσι οι θεατές θα είναι 100. Μια ακόμη πρόκληση για μένα, αλλά και την ομάδα λοιπόν. Έχω συνεργαστεί στο παρελθόν σε δουλειές στην Αθήνα. Είναι όμως ένα περιβάλλον, στο οποίο δεν θα ήθελα να ενταχθώ, χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς τους λόγους. Ίσως γιατί στα μάτια μου φαντάζει απόμακρη και άγνωστη ακόμη. Ίσως, αν αναπτυχθεί μια νέα σχέση μαζί της, βασισμένη στη γενναιοδωρία και την οικειότητα, να αλλάξω γνώμη”

-Τι καινούριο ετοιμάζεις;

“Είναι έργο της Ρουμάνας συγγραφέα Ελίζε Βιλκ και λέγεται “Πράσινη Γάτα”. Θα ανέβει τον χειμώνα στην κεντρική σκηνή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης. Ένα κοινωνικό δράμα, πολύ δυνατό για το νεανικό κοινό και όχι μόνο, το οποίο ο Μάνος Μυλωνάκης ντύνει μουσικά. Η “Πράσινη Γάτα” αφηγείται την ιστορία έξι εφήβων που σ’ ένα Σαββατόβραδο αλλάζει η ζωή τους. Ένας φόνος μιας έφηβης και η αναζήτηση της αλήθειας γύρω από το περιστατικό δίνουν ώθηση στην πλοκή και ξετυλίγουν το νήμα που θα οδηγήσει στην αλήθεια. Το έργο μιλά για την ευαίσθητη ηλικία της εφηβείας, για την αγάπη, τη φιλία και τη δύναμη της φαντασίας, αυτό το μοναδικό όπλο μας για να ξεφύγουμε από τον γκρίζο, αλλόκοτο κόσμο μας”.

Τι απάντησες στην κόρη σου όταν εξέφρασε την επιθυμία να ασχοληθεί με το θέατρο;

“Είναι 17 χρόνων και έχει γεννηθεί μέσα στο θέατρο. Δεν θα εμπόδιζα κανέναν άνθρωπο που θέλει να ασχοληθεί με αυτό ή ότι είναι τέχνη, να το κάνει. Αρκεί να ξέρει βαθιά μέσα του πόσο πολύ το θέλει. Όχι μόνο για να γίνει ηθοποιός, σκηνοθέτης κ.λ.π., αλλά γιατί μέσα από αυτό μπορεί να γίνει η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του, να καταλάβει τη δύναμη της ομάδας και την απόλαυση της δημιουργίας, αλλά και να του ανοιχτούν δρόμοι ακόμη και σε άλλους τομείς και κόσμους, που δεν είχε αντιληφθεί μέχρι τότε. Είναι μια κατάδυση στη ζωή, στην ανθρώπινη φύση και την αυτογνωσία. Της ζητώ συχνά να έρχεται στις πρόβες, γιατί η άφθαρτη νεανική ματιά της μου είναι πολύτιμη”.

Θέλει τόλμη η ελευθερία, αλλά και η δημιουργία. Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος το λέει και το πράττει. Το Festen παρουσιάζεται 6-9 Ιουλίου στην Αθήνα και το κοινό του Φεστιβάλ Αθηνών θα πάρει μια γεύση από αυτό.

Πληροφορίες:

http://greekfestival.gr/gr/events/view/giannis-paraskeuopoulos-%E2%80%93-kthve-2017

*φωτογραφίες συνέντευξης Μαρία Μαυρίδου (οι λοιπές είναι από το αρχείο του Γ.Παρασκευόπουλου)

 

«ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΓΙΟΡΤΗ»

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση: Αλίκη Δανέζη Κνούτσεν, Μανώλης Δούνιας

Ελεύθερη απόδοση στίχων: Μαγδαληνή Μπεκρή

Σκηνοθεσία: Γιάννης Παρασκευόπουλος

Σκηνικά-Κοστούμια: Σοφία Παπαδοπούλου

Μουσική: Μάνος Μυλωνάκης

Κίνηση: Αλέξης Τσιάμογλου

Φωτισμοί: Στράτος Κουτράκης

Α΄ Βοηθός σκηνοθέτη: Άρης Νινίκας

Β΄ Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Χιώτης

Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Δανάη Πανά

Βοηθοί φωτιστή:  Ιφιγένεια Γιαννιού, Αθανασία Λάζου, Σταματία Σαπατόρη

Οργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη

ΔΙΑΝΟΜΗ (με σειρά εμφάνισης):

Χρίστος Στυλιανού (Κρίστιαν), Στεφανία Ζώρα (Το μικρό κοριτσάκι), Κωνσταντίνος Χατζησάββας (Μίκαελ), Σταυρούλα Αραμπατζόγλου (Μέττε), Κωνσταντίνος Λιάρος (Λαρς), Ιωάννα Παγιατάκη (Ελένε), Γιολάντα Μπαλαούρα (Έλσι), Βασίλης Σπυρόπουλος (Χέλγκε), Κλειώ-Δανάη Οθωναίου (Πία), Νίκος Καπέλιος (Χέλμουντ), Αλέξανδρος Τσακίρης (Παππούς), Νεφέλη Ανθοπούλου (Πάουλα), Γιάννης Παρασκευόπουλος (Κιμ), Βασίλης Παπαγεωργίου (Μπάτοκαϊ).