ΚΩΣΤΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΓΛΟΥ: “Μου αρέσει το σινεμά επί σκηνής, το θέατρο χωρίς σκηνικά όρια”

“Ποιός ο λόγος να γράφεις και τα έργα σου να μην παίζονται;”

“Το έργο δεν ανήκει πλέον στον συγγραφέα, ανήκει στο θέατρο!”

“Δεν μπορώ να βρω μία και μόνο φράση που να αντιπροσωπεύει όλη την δυναμική του έργου. Το παιγνιώδες ύφος και η σαρκαστική διάθεση του Μπουλγκάκωφ φαίνεται στη σύνθεση των προτάσεών του. Οι παραπάνω είναι μερικές από αυτές», αναφέρει ο σκηνοθέτης Κώστας Φιλίππογλου, στη συζήτησή μας, με αφορμή την επιτυχημένη παράσταση «Μαύρο Χίονι- Το ημερολόγιο ενός μακαρίτη» που παρουσιάζεται στη σκηνή του Θεάτρου Άνετον, 12 και 13 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο του προγράμματος του Φεστιβάλ των 52ων Δημητρίων, στη Θεσσαλονίκη.

Μια συζήτηση για το έργο, αλλά και το θέατρο σε Ελλάδα και εξωτερικό, τις προσωπικές και καλλιτεχνικές του ανησυχίες και προβληματισμούς και τους νέους του στόχους. «Σε μια τραγική στιγμή για τη χώρα, δεν θα μπορούσα να παρακολουθώ ότι συμβαίνει από μακριά, ως απλός θεατής, μέσα στην ασφάλεια, την οποία θα μπορούσα να έχω στο εξωτερικό» απαντά μεταξύ άλλων στο ερώτημα: Τί κάνει αυτόν τον καταξιωμένο διεθνώς Έλληνα καλλιτέχνη, να επιστρέφει στην πατρίδα του, στην πιο δύσκολη στιγμή της; «Στο εξωτερικό υπάρχει στόχος και οργάνωση. Στην Ελλάδα ο στόχος γίνεται επιθυμία και καταλήγει στον συμβιβασμό», συνεχίζει, για να αποκαλύψει ποια παράσταση τον έκανε να κλάψει.

«Το Μαύρο Χιόνι, είναι ένα έργο που αποτελεί ουσιαστικά την αυτοβιογραφία του συγγραφέα του Μιχαήλ Μπουλγκάκωφ, που το έγραφε παράλληλα με το Μαιτρ και Μαργαρίτα και άφησε λόγω του θανάτου του ημιτελές. Ο συγγραφέας του έργου, αντιμετωπίζοντας τα γρανάζια της γραφειοκρατίας και τη διαμάχη των Στανισλάβσκι και Νεμίροβιτς-Ντατσένκο στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας επί Στάλιν, βρίσκεται σε αδιέξοδο.

Όταν γύρω στο 1999 έπεσε στα χέρια μου, καθρέφτιζε αυτό που ζούσα κι αντιμετώπιζα ως καλλιτέχνης εκείνη την περίοδο, σε ένα ενδιαφέρον κείμενο που εμπεριείχε τόση αλήθεια για το θέατρο και την τέχνη, γραμμένο με απολαυστικά αστείο τρόπο. Αυτή την εσωτερική πάλη, αμφισβήτηση και αναζήτηση στην οποία με οδηγούσε η συνειδητοποίηση, πως ήμουν εγκλωβισμένος εδώ στην Ελλάδα, όπου κυριαρχούσε ο νεποτισμός στον καλλιτεχνικό χώρο. Η αξιοκρατία ήταν άγνωστη λέξη και η ευνοιοκρατία πρωταγωνιστούσε. Δεν μπορούσα να βρω χώρο να εκφραστώ. Με χρήματα που μαζεύαμε ρεφενέ ήρθε να μας διδάξει σωματικό θέατρο ο Πήτερ Μπρουκ . Αν τότε ταυτιζόμουν με τον Μπουλγκάκωφ, τώρα, νιώθω πλήρης και, μεταξύ μας, ζω με τον φόβο μην καταλήξω να γίνω ο Στανισλάφσκι, που τον κάνει να υποφέρει και του φέρεται σκληρά.»

Μια παράσταση με ιδιαίτερα κινηματογραφική αισθητική, θα μπορούσε να πει κάποιος και έντονα στοιχεία σωματικού θεάτρου. Τί σας κάνει να υιοθετείτε αυτόν τον τρόπο προσέγγισης;

«Μου αρέσει ο κινηματογράφος και μου αρέσει το σινεμά επί σκηνής. Έχω συνειδητοποιήσει ως θεατής, αλλά και ως μαθητής και συνεργάτης του Πήτερ Μπρουκ, πως αν έχεις τον σκηνικό χώρο «κεκλεισμένο» είναι σαν να δημιουργείς μια φυλακή. Μου αρέσει το θέατρο χωρίς σκηνικά όρια. Το ότι οι θεατρικοί συγγραφείς περιορίζουν τον χώρο, στον οποίο διαδραματίζεται ένα έργο σε τέσσερις τοίχους και έτσι, αλλάζουν, συνήθως, μόνο δύο σκηνικά εσωτερικών χώρων σε μια παράσταση είναι για να γίνει πιο εύκολη η ζωή των συντελεστών μιας παραγωγής. Αυτό συμβαίνει και στις διασκευές κυρίως μυθιστορημάτων, όπου κόβονται και προσαρμόζονται μέσω διαφορετικών ευρημάτων σκηνές και εναλλαγές που διαδραματίζονται σε εξωτερικούς χώρους και πολλά εντέχνως μεταφέρονται σε εσωτερικούς.

Μου ήταν αδιανόητο να περιορίσω τον Μπουλγκάκωφ στο σπίτι και στο γραφείο του, όταν στο έργο κινείται συνεχώς. Χρησιμοποίησα λοιπόν τεχνικές σωματικού θεάτρου προκειμένου να βοηθήσω τη φαντασία του θεατή, έτσι ώστε να ζήσει τη μαγεία του να δημιουργείς φανταστικά τοπία, με τέτοιο τρόπο που να γίνονται πιστευτά. Έτσι ενώ όλοι οι ηθοποιοί παίζουμε 3-4 ρόλους ο καθένας κι έναν κεντρικό, είναι απόλυτα ξεκάθαρο ποιος είναι ποιος κάθε φορά, χωρίς αλλαγή μεταμφίεσης. Με τον ίδιο τρόπο, ο θεατής έχει την αίσθηση ότι είναι στον δρόμο, στο βουνό ή άλλου. Νιώθει τη βροχή ή τον αέρα και την ατμόσφαιρα κάθε σκηνής και στιγμής. Και ξέρετε; Αυτό το έκανε και ο ίδιος ο Σαίξπηρ, πριν 400 χρόνια! Μαζί με τη Δήμητρα Κονδυλάκη χτίσαμε μια αρχική δομή και δουλέψαμε τις πρώτες σκηνές. Στη συνέχεια ερχόταν μαζί μας στις πρόβες και επί τόπου διαμορφώναμε το τελικό κείμενο και την σκηνική του απόδοση. Σε αυτό συμμέτοχοι ήταν και οι ίδιοι οι  ηθοποιοί, για τους οποίους είμαι υπερήφανος και τους έχω εκπαιδεύσει προσωπικά, ως δάσκαλός τους. Κατασκευάζαμε-δημιουργούσαμε, επί τόπου, όλοι μαζί και εντοπίζαμε από νωρίς τα λάθη κι αυτό ήταν καθοριστικό.

Συχνά ακούω το σχόλιο, πως χρησιμοποιώ το σωματικό θέατρο, γιατί έτσι εξοικονομώ χρήματα, από σκηνικά και κοστούμια. Εδώ λοιπόν, θα πρέπει να τονίσω πως ο σκηνογράφος πληρώνεται έτσι κι αλλιώς και για να αντικατασταθούν σκηνικά, κοστούμια και να αποδοθούν πειστικά οι σκηνές, χρειάζεται πολύ καλός φωτισμός, σκηνογράφος και γενικά πολύ καλοί συντελεστές, γνώστες του αντικειμένου τους, που φυσικά πληρώνονται ανάλογα και μεγάλη προσπάθεια και ταλέντο.

Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει μη σωματικό θέατρο, αλλά θέλοντας να ορίσουμε τι σημαίνει o όρος αυτός, θα λέγαμε ότι είναι η μη συμβατική χρήση του σώματος και της κίνησής του για τη δημιουργία, έκφραση, αναπαράσταση και απεικόνιση συναισθημάτων, καταστάσεων, τοπίων. Οι «σχολές» που το υπηρετούν και έχουν διαμορφώσει την αισθητική του είναι ποικίλες, ανάλογα με την προσέγγιση και τον χώρο από τον οποίο προέρχονται, διαμορφώνοντας μια ευρύ πεδίο, το οποίο αποτελεί ουσιαστικά μια σκηνική performance με πολλές αναφορές. Ανάμεσά τους η  Pina Bausch, η αισθητική προσέγγιση του Τερζόπουλου, η σωματική προσέγγιση του Γκροτόφσκι, του Complicité με τον Jacque Lecoq ,  της Arian Bruskin που έχει επιρροές και στοιχεία από το ανατολίτικο σωματικό θέατρο, το Μπαλί, τις πολεμικές τέχνες και την όπερα του Πεκίνου».

Φύγατε από την Ελλάδα την περίοδο με τις παχιές αγελάδες και επιστρέψατε την περίοδο των ισχνών. Ακούγεται παράδοξο.

«Αυτή η αίσθηση του αδιέξοδου, στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως, έφερε την τάση μου για φυγή και ξύπνησε τον «τυχοδιωκτισμό» μου. Έφυγα διψασμένος για νέα πράγματα και καθαρή τέχνη και, όπως αποδείχθηκε, έκανα τη σωστή επιλογή. Χρόνια στο Παρίσι και το Λονδίνο και όχι μόνο και ένα πήγαιν’ έλα που άρχισε να γίνεται πιο συχνό τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Διδάχτηκα από κορυφαίες προσωπικότητες του χώρου, συμμετείχα και συνεργάστηκα σε μοναδικές για την ποιότητα, καλλιτεχνική αρτιότητα πρωτοποριακές παραγωγές, οι οποίες ήταν πολύ μπροστά για τα ελληνικά δεδομένα, εκείνη ειδικά την εποχή, παίζοντας για παράδειγμα στο National Theater του Λονδίνου ή στο Bouffes du Nord του Πήτερ Μπρουκ, αλλά το μεγάλο μου σχολείο όλα αυτά τα χρόνια είναι το θέατρο Complicité στο Λονδίνο, η αγαπημένη μου αυτή ομάδα με την οποία γυρίσαμε Ευρώπη και Αμερική. Αυτό που χρειαζόταν για να δουλέψω εκεί ήταν γνώση, δουλειά και ταλέντο, σε ένα περιβάλλον που υπήρχε στόχος, χρονοδιάγραμμα, οργάνωση κι αξέχαστη ομαδικότητα, πέραν άλλων βασικών προϋποθέσεων, όπως προϋπολογισμός ή τεχνολογικός εξοπλισμός (αυτά τα δύο βέβαια είναι αλληλένδετα).

Γύρισα χορτάτος και δεν μετανιώνω γι’ αυτή την απόφαση κι ούτε μπαίνω σε συγκρίσεις. Αυτό που ίσως μου λείπει χωρίς αμφιβολία, αλλά και χωρίς να θεωρηθεί παράπονο ή μιζέρια είναι το ένθερμο συνειδητοποιημένο θεατρόφιλο κοινό της Αγγλίας. Μιλάμε για ένα κοινό που πέραν της γνώσης και της κουλτούρας που διαθέτει έχει και μια αξιοθαύμαστη ποσόστωση. Όταν στην Ελλάδα υπολογίζω πως κατά προσέγγιση το καθαρά θεατρόφιλο κοινό είναι στην Αθήνα 10.000 και στη Θεσσαλονίκη 2.000. Και σε αυτό φέρουμε ευθύνη όλοι εμείς που είμαστε στον χώρο και πρέπει να το εκπαιδεύσουμε, αλλά και η πολιτεία. Ακούω συχνά πως φταίει η τηλεόραση, το ένα ή το άλλο. Και ρωτάω ποιος κάνει τηλεόραση; Σκηνοθέτες, ηθοποιοί και σεναριογράφοι. Δηλαδή εμείς. Αφού λοιπόν κάνουμε εκπτώσεις γιατί έχουμε απαιτήσεις; Αφού ο λαϊκισμός και η εμπορικότητα έχουν υπερισχύσει του καλλιτεχνικού οράματος, γιατί παραπονούμαστε; Στο χέρι μας είναι και η συνδρομή της πολιτείας σαφώς σημαντική.

Η αφορμή για την επιστροφή ήταν η γέννηση του γιου μου το 2010 που με έκανε να σκεφτώ, πως πρέπει να μεγαλώσει εδώ κι ας πηγαινοέρχομαι όταν χρειάζεται στο Λονδίνο. Έτσι από το 2013 η έδρα μου είναι εδώ. Επίσης τα πρώτα χρόνια έξω, με γοήτευε, και ίσως με απελευθέρωνε, η χρήση της ξένης γλώσσας και η απόδοση του λόγου και των εννοιών στην καθημερινότητα και τη δουλειά, μέσα από ένα απλό λεξιλόγιο, μένοντας στην ουσία. Στην πορεία ένιωσα, πως μου έλειπε η μητρική μου γλώσσα στην επικοινωνία. Μια εσωτερική ανάγκη επανασύνδεσης με τις ρίζες. Η ανάγκη να αφηγηθώ την ιστορία στη γλώσσα μου.

Ξέρεις είχα αναλάβει ένα project στη Λωζάνη. Εξαιρετικές συνθήκες, μισθός, διαμέρισμα, περιβάλλον. Σε ένα μήνα παραιτήθηκα. Όλα ήταν υπέροχα και τακτοποιημένα και ήρεμα που δεν υπήρχε κανένα δημιουργικό ερέθισμα! Όσο κι αν ακούγεται για κάποιους τρελό προτίμησα να επιστρέψω εδώ κοντά στους γονείς μου που βίωναν μια σοκαριστική, τραγική πραγματικότητα. Τους φίλους που ήταν σε απόγνωση για τα δάνεια τους και τα σπίτια και τις δουλειές που έχαναν. Δεν μπορούσα να δεχτώ από τον εαυτό μου να είμαι θεατής αυτής της κατάστασης, σε ένα πληρωμένο διαμέρισμα στη Λοζάνη ή στο Λονδίνο, μακριά από όσα συμβαίνουν. Αυτή τη στιγμή στη χώρα μας έχουμε πόλεμο και κανείς δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια. Δεν μπορούσα να αδιαφορήσω και γύρισα να το ζήσω, να το μοιραστώ και να προσφέρω με τρόπο που ξέρω, το θέατρο, προσπαθώντας να προσφέρω στο κοινό μια καλή παράσταση. Ομολογώ, πως αν και πέρασαν μόνο 3-4 χρόνια, είναι τέτοιος ο όγκος της δουλειάς που έγινε, που ο αριθμός των παραστάσεων που αγαπήθηκαν στις θεατρικές σκηνές και την Επίδαυρο, με κάνει να νιώθω πως πέρασαν δέκα. Δεν το νιώθω σαν κάτι τόσο πρόσφατο».

-Μιλάτε για στόχο στο θέατρο. Τί σημαίνει αυτό για εσάς;

«Στόχος είναι να αποφασίσεις ποια παράσταση θες να κάνεις δύο χρόνια πριν και όλα και όλοι να δουλεύουν μόνο για αυτό, με χρονοδιάγραμμα, οργάνωση και ομαδικότητα, χωρίς απόκλιση από την αρχική ιδέα και σύλληψη. Εσύ ασχολείσαι μόνο με το καλλιτεχνικό σου κομμάτι και το γραφείο με όλα τα υπόλοιπα πρακτικά θέματα. Στην Ελλάδα ο στόχος γίνεται επιθυμία και καταλήγει στον συμβιβασμό. Γιατί αρχίζεις να κάνεις συμβιβασμούς και υποχωρήσεις σε κάθε εμπλεκόμενο στη διαδικασία παραγωγής, είτε αφορά το έργο, το κείμενο, τους ηθοποιούς , το budget. Το να πρέπει εγώ να κάνω budget παράστασης και να το παρουσιάζω δεν είναι το καλύτερό μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά.

Το Μαύρο Χιόνι είναι η παράσταση που χαίρομαι, γιατί έκανα τους λιγότερους συμβιβασμούς. Το διάβασα το 1999 και ξεκίνησε ως επιθυμία, έγινε στόχος για μένα το 2014 και αφού πέρασε αρχικά κι αυτό μια περιπέτεια, μέσα από το Πόρτα και τη συνεργασία που έχουμε τον Θωμά Μοσχόπουλο, και τη στήριξη της GoodHeart Productions εκπληρώνει τον στόχο με επιτυχία και μεγάλη ανταπόκριση από το κοινό. Χαίρομαι που συνεχίζουμε και αυτή τη σεζόν δυναμικά και απ’ ότι προβλέπεται θα αργήσει να κλείσει τον κύκλο του».

-Ποιοί άλλοι στόχοι βρίσκονται σε εξέλιξη;

«Τον Νοέμβριο ξεκινάμε με Νεκρή Ζώνη του Χάρολντ Πίντερ, στο Θέατρο Θησείον με Γιώργο Αρμένη, Αλέκο Συσσοβίτη, Αντώνη Καρυστινό και Γιάννη Στεφόπουλο. Έρχεται το Δεσποινίς Τζούλια με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου και οι Βάτραχοι για την Επίδαυρο. Ωστόσο κάποια στιγμή θα ήθελα να ανεβάσω δύο έργα που η ιδέα τους γεννήθηκε από δύο βιβλία επιστημονικού περιεχομένου. Το ένα έχει τίτλο «Οι 7 κόρες της Εύας» και πραγματεύεται την κοινή παγκόσμια καταγωγή του ανθρώπου. Όπου άσχετα με το τι πιστεύουμε ή τι θέλουμε να πιστεύουμε, είμαστε όλοι ξαδέρφια, προερχόμενοι από 7 κοινές μητέρες. Πολλές, ευνόητα, οι προεκτάσεις, οι αλληγορίες και οι αναφορές σε καυτά επίκαιρα ζητήματα, όσον αφορά στην καθαρότητα της φυλής, την καταγωγή, την ξενοφοβία, τις ακραίες πεποιθήσεις και όχι μόνο. Το δεύτερο έχει σχέση με τη νευρολογία του εγκεφάλου και πως λειτουργεί η μνήμη. Δυο project που χρειάζονται μεγάλη υποστήριξη οικονομικά για να υλοποιηθούν και απαιτούν εκτός άλλων μεγάλη έρευνα».

-Αναφερθήκατε σε καλές παραστάσεις. Τι κάνει μια παράσταση καλή;

«Προσωπικά, όταν παρακολουθώ μια παράσταση, χαλαρώνω και την απολαμβάνω σαν απλός θεατής, χωρίς ν’ αφήνω τη «διαστροφή» του επαγγέλματος να με επηρεάσει. Δεν ξέρω αν υπάρχει συγκεκριμένη συνταγή, γιατί τότε όλοι θα το κάναμε και θα ανεβάζαμε μόνο επιτυχίες. Θα μπορούσα να πω λοιπόν, πως σίγουρα χρειάζεται καλή πρόθεση, με απαραίτητα βασικά στοιχεία την ομαδικότητα, τον στόχο, καλό ρυθμό, κείμενο, σκηνοθέτη και ηθοποιούς. Αν και όλοι οι υπόλοιποι συντελεστές της παράστασης είναι σε αυτό το επίπεδο, τότε είναι μια ευτυχής συγκυρία και μάλλον μια καλή παράσταση. Η τελική κριτική από τον θεατή έχει σχέση με το αισθητικό κριτήριο του κάθε ανθρώπου και κατά συνέπεια, δεν υπάρχει ίσως αντικειμενικά καλή παράσταση. Έτσι, μένω στην καλή πρόθεση, γνωρίζοντας το πόσο παλεύουν, επενδύουν και πονάνε (με την έννοια του πονήματος) οι άνθρωποι του θεάτρου.

Όμως, η τελευταία καλή παράσταση που έχει χαραχτεί στη μνήμη μου και με έκανε να συγκινηθώ  και να κλαίω σαν μικρό παιδί, πέραν αυτών των στοιχείων, είχε τη συμμετοχή στη σκηνή εθελοντών από το κοινό που είχαν εκπαιδευτεί στα παρασκήνια της παράστασης του FC Bergman που παρουσιάστηκε στη Στέγη. Πέραν της χρήσης κινηματογραφικών μέσων και τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών η ολοκλήρωση αυτής της παράστασης με αυτό τον τρόπο, έδωσε ένα Βακχικό χαρακτήρα που οδήγησε σε μια αναπάντεχη κορύφωση και δημιούργησε συγκινησιακή φόρτιση που ξεπέρασε το κείμενο, τον σκηνοθέτη, τον ηθοποιό. Και ναι! Αυτή ήταν μια καλή παράσταση που έδωσε ένα πρωτόγνωρο βίωμα στον θεατή και δεν έχει σχέση με προκαθορισμένες συνταγές».

-Διδαχθήκατε και διδάσκετε. Πόσο σημαντικός είναι ο δάσκαλος;

«Με φωνάζουν δάσκαλο οι μαθητές μου και ντρέπομαι. Είναι τόσο βαρύς τίτλος. Δάσκαλος είναι ο άνθρωπος που διαθέτει γνώση και μεράκι γι αυτό που κάνει και την ικανότητα να μεταδώσει την αλήθεια του. Είναι σημαντικός ο ρόλος του γιατί διαμορφώνει από νωρίς την πορεία σου. Δάσκαλοι για μένα ήταν ο Πήτερ Μπρουκ και η ομάδα του, όπου είχα τις πρώτες μου θεατρικές εμπειρίες, ο Simon Mc Burney στην Complicité, ο Β. Παπαβασιλείου, ο Λευτέρης Βογιατζής που οι γνώσεις που πήρα από αυτόν διαμόρφωσαν την αισθητική μου στο θέατρο.

Αυτό που σίγουρα είναι ευχάριστο στις μέρες μας είναι, πως οι νέοι ηθοποιοί στην Ελλάδα εκτός από ταλέντο έχουν πλέον πολύ καλύτερους δασκάλους από εμάς και περισσότερες γνώσεις και ικανότητες. Για  να προχωρήσουν όμως χρειάζεται αφοσίωση. Δεν γίνεται να φτάσεις στον στόχο σου, όταν διασπάσαι σε πολλά πράγματα ταυτόχρονα, τα οποία δεν έχουν σύνδεση μεταξύ τους και κοινό αντικείμενο. Καταλαβαίνω, πως, στον αγώνα για επιβίωση, παράλληλα απασχολούνται σε διάφορες δουλειές και πόστα που δεν έχουν σχέση με την τέχνη τους κι αυτό σίγουρα είναι τροχοπέδη στην εξέλιξή τους. Πρέπει ξεκινήσουν έχοντας ξεκαθαρίσει τι θέλουν, να εκπαιδευτούν και να αφοσιωθούν. Ο ηθοποιός είναι το απαραίτητο στοιχείο του θεάτρου. Χωρίς αυτόν δεν υπάρχει θέατρο».

«Η βροχή ξέπλυνε την Μόσχα και γέμισε ευωδιές ο αέρας και κάπως μαλάκωσε η ψυχή και ήθελες να ζήσεις!»

(Μαύρο Χιόνι- Το ημερολόγιο ενός μακαρίτη)

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Η παράσταση ανεβαίνει στο πλαίσιο των 52ων  Δημητρίων, στο Θέατρο Άνετον (Παρασκευοπούλου 42 & Κωνσταντινουπόλεως –  Τηλέφωνο 2310 869 869)

Παραστάσεις:

Πέμπτη 12  Οκτωβρίου, στις 21:00 και

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου, στις 19:00 & στις 21:00 (διπλή παράσταση)

Διάρκεια: 100’ (με διάλειμμα)

Τιμές εισιτηρίων: 15 ευρώ (κανονικό), 12 ευρώ (φοιτητικό – πολυτέκνων), 10 ευρώ (ομαδικό άνω των 15 ατόμων), 8 ευρώ (ανέργων – ατέλειες).

Προπώληση:  Στα εκδοτήρια του Δήμου Θεσσαλονίκης  (Πλατεία Αριστοτέλους, τηλέφωνο 2310 236 990). Ωράριο λειτουργίας: Δευτέρα, Τετάρτη, Σάββατο 10:00 – 15:00 και Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή 10:00 – 14:00 & 17:00 – 21:00.

Στο Café Bar Σάρωθρον (Κατούνη 17 – Λαδάδικα, τηλέφωνο 2310 538282)

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία:  Κώστας Φιλίππογλου

Διασκευή:  Δήμητρα Κονδυλάκη, Κώστας Φιλίππογλου

Σκηνικά:  Όλγα Μπρούμα

Κοστούμια:  Μαργαρίτα Δοσούλα

Συνεργάτης σκηνογράφος:  Μιχαήλα Πλιαπλιά

Κατασκευή σκηνικού:  Παναγιώτης Μπλάνας

Σχεδιασμός φωτισμών:  Σάκης Μπιρμπίλης
Μουσική:  Lost Bodies
Βοηθός σκηνοθέτη:  Γιώτα Σερεμέτη

Β’ Βοηθός σκηνοθέτη:  Σίλια Κόη

Φωτογραφίες :  Βαγγέλης Πουλής

Παραγωγή: GoodHeart Productions / www.goodheart.gr

 

Με τους: Εύα Αγγελοπούλου,  Γιάννη Γιαννούλη, Τάσο Δημητρόπουλο, Δημήτρη Δρόσο, Εύα Οικονόμου Βαμβακά, Γιάννη Στεφόπουλο και  Κώστα Φιλίππογλου