ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΜΑ : “Γράφοντας, θέλω να γίνω η φωνή των πολλών που σώπασαν”

Το Λιθόστρατο (εκδόσεις Στερέωμα), είναι  ένα σπαραχτικό ημερολόγιο πόνου και οδύνης, που χαρτογραφεί την ανθρώπινη ψυχή στο πρόσωπο μιας τραγικής μάνας, η οποία βιώνει την απώλεια του παιδιού της. Έρωτας και θάνατος αναμετριούνται στο αλώνι της ζωής, με φόντο τον αγώνα για επιβίωση, σε μια κοινωνία που κοιτά από την κλειδαρότρυπα και πρωταγωνίστρια τη μητρική αγάπη, στην πιο τραγική της εκδοχή. Το πένθος. Ένα λογοτεχνικό κείμενο προσεκτικά «κεντημένο», που σε κρατά μέχρι την τελευταία του τελεία, αποδίδοντας με ευαισθησία και συνάμα ρεαλισμό, την ατμόσφαιρα, τα πρόσωπα και τους χαρακτήρες μιας ιστορίας, με συνεχείς ανατροπές και κινηματογραφική αφήγηση. Εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα ζωντανεύουν, μ’ αγγίζουν και προβάλλονται σαν ταινία στην οθόνη του μυαλού μου, διαβάζοντάς το. Άλλοτε ταυτίζομαι, άλλοτε προβληματίζομαι και σίγουρα συγκινούμαι. Ακόμη με ακολουθεί ο ήχος από γυναικεία τακούνια στα πλακάκια…

Η νουβέλα της Μαρία Τσιμά, Το Λιθόστρατο, μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Στερέωμα και η συνάντησή μου, με την ηθοποιό, βραβευμένη συγγραφέα και Αναπληρώτρια Καλλιτεχνική Διευθύντρια του ΚΘΒΕ, έγινε ανάμεσα στις πρόβες της, για την παράσταση Δηλητήριο της Λοτ Φέϊκεμανς. Μια παράσταση που αποτελεί παραγωγή του ΚΘΒΕ και ανεβαίνει 21 Απριλίου, στο Φουαγιέ της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου, με συμπρωταγωνιστή τον Ταξιάρχη Χάνο. Παίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, έχοντας  ήδη διαγράψει μια επιτυχημένη πορεία στις θεατρικές σκηνές του εξωτερικού και αφορά στην απώλεια ενός παιδιού και στη διαχείρισή της από τους γονείς του. Όπως παραδέχεται και η ίδια, αυτό είναι μια μεγάλη και ιδιαίτερη σύμπτωση.

«Και στη νουβέλα Το Λιθόστρατο και στην παράσταση Δηλητήριο, η ηρωίδα δεν έχει όνομα. Αναφέρεται ως «αυτή». Και στα δύο έργα, το καθοριστικό γεγονός είναι η απώλεια ενός παιδιού.

Στη μία περίπτωση, αυτή του βιβλίου, καταγράφεται, πώς βιώνει τον πόνο της απώλειας μια μάνα, η απεγνωσμένη προσπάθεια να βρει παρηγοριά και ανακούφιση, πότε στον έρωτα ή πότε στις θεολογικές αναζητήσεις, ακροβατώντας ανάμεσα στην τρέλα και στη λογική. Μια ζωντανή νεκρή που προσπαθεί ν’ αντέξει τον πόνο.

Το θεατρικό έργο έχει κερδίσει το βραβείο του καλύτερου ολλανδικού θεατρικού έργου που ανέβηκε την περίοδο 2009-2010 και είναι βασισμένο σε αληθινή ιστορία. Η σχέση του ζευγαριού καταρρέει με το θάνατο του παιδιού του και χωρίζει. «Αυτός» και «Αυτή» συναντιούνται έπειτα από εννέα χρόνια, με αφορμή την εκταφή του και με πρωτοβουλία της γυναίκας, που ίσως πιστεύει ενδόμυχα σε μια επανένωση. Αν και η επανένωση δεν προκύπτει, η συνάντησή τους γίνεται αφορμή για μια συζήτηση και λειτουργεί λυτρωτικά και για τους δύο. Το χιούμορ, αφού ξεπεράσουν την αρχική αμηχανία, γίνεται μέσο εκτόνωσης μιας κατάστασης που τους βαραίνει χρόνια. Είναι αυτό που λέμε, ότι τα περισσότερα γέλια γίνονται στις κηδείες.

Ένα έργο που φωτίζει την αληθινή και βαθιά αγάπη δύο ανθρώπων, που έζησαν μαζί και αν και έχουν πάρει πλέον διαφορετικούς δρόμους, είναι αυτή που τους δίνει τη δύναμη να επικοινωνήσουν εκ νέου με ειλικρίνεια και να κλείσουν τις πληγές τους.  Θεραπευμένοι, έχοντας αποδεχτεί την πραγματικότητα, συνεχίζουν ο καθένας τη ζωή του μακριά από τον άλλο, αλλά  ενδυναμωμένοι από την αόρατη σύνδεση της αγάπης που τους είχε ενώσει» εξηγεί.

Η ιστορία του βιβλίου σας εξελίσσεται στην Κεφαλονιά, τον τόπο καταγωγής σας. Οι λεπτομερείς ατμοσφαιρικές περιγραφές των χώρων και των τοπίων έχουν έντονη τη γεύση της νοσταλγίας και της αναπόλησης προσωπικών στιγμών.

«Αγαπώ τον τόπο μου. Η Κεφαλονιά είναι σημείο αναφοράς για μένα, όπως και η οικογένειά μου, οι δικοί μου άνθρωποι. Το Λιθόστρατο είναι μέρος της καθημερινότητας στο Αργοστόλι. Το σημείο, όπως συμβαίνει σε μια πλατεία ενός χωριού ή μιας μικρής πόλης, που αποτελεί το μέρος συνάντησης των κατοίκων της και καθημερινό πέρασμα. Το σημείο που όλοι και όλα συζητιούνται, αλλά και όλα καταγράφονται από τους άγρυπνους «παρατηρητές» της καθημερινότητάς τους, οι οποίοι συχνά αδιάκριτα και υπόγεια εισβάλουν στις ζωές τους. Μία να πας, μια να γυρίσεις, όπως γράφω.

Στην  παραλία, του χωριού Χοργονά, την οποία  περιγράφω, όπου η Ιθάκη μοιάζει τόσο κοντά που μπορείς να την αγγίξεις, τα τελευταία χρόνια υπάρχει το καλλιτεχνικό καφενείο του αδερφού μου. Αυτή η απόμερη μαγευτική άκρη στεριάς αποτελεί κάθε καλοκαίρι, πόλο έλξης ανθρώπων, Ελλήνων και ξένων, οι οποίοι μένουν ως αργά τη νύχτα. Γινόμαστε μια παρέα, επικοινωνούμε απλά κι ανθρώπινα, μοιραζόμαστε ιστορίες κι αναμνήσεις του τόπου μας. Εκεί, κάτω από τις μουριές, τα καλοκαιρινά βράδια δίπλα στη θάλασσα, ακούω αφηγήσεις που αφορούν σε ιστορικά γεγονότα που έχουν περάσει στα ψιλά κι έχουν ξεχαστεί, αλλά και σε ιστορίες ανθρώπων της διπλανής πόρτας.

Αυτό που θέλω να πετύχω γράφοντας, είναι να βγάλω από το νερό ανθρώπους και ιστορίες και να τους κάνω να κολυμπήσουν στην επιφάνεια. Να γίνω η  φωνή των πολλών που σώπασαν. Δεν γίνεται να έχουν φωνή μόνο οι νικητές. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το διήγημα που έχω ολοκληρώσει πρόσφατα και αφορά τον Πεπίνο, έναν Ιταλό στρατιώτη από την Τοσκάνη και  την ιστορία του. Μια ιστορία που διαδραματίζεται στην Κεφαλονιά, κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι Γερμανοί διέταξαν την εκτέλεση όλων των Ιταλών στρατιωτικών στο νησί, ενώ ήδη επεξεργάζομαι ένα θέμα που αφορά σε μια ιστορία, η οποία εξελίσσεται τα χρόνια του εμφυλίου, στο χωριό μου. Όλα με αφορμή αληθινές ιστορίες».

Το Λιθόστρατο είναι κι αυτό βασισμένο σε αληθινά γεγονότα;

«Πράγματι. Συγκλονίστηκα,  όταν κατά την επίσκεψη μου στο νησί, έμαθα πως ένα μικρό παιδί είχε χάσει τη ζωή του εκεί, στο αγαπημένο, από πάντα, γαλήνιο σημείο του λιμανιού. Αυτή η είδηση έγινε αφορμή, να γίνει η συγγραφή η δημιουργική διέξοδος για  ένα θέμα που με απασχολούσε. Για κάποια χρόνια είχα ταλαιπωρηθεί από μια περιπέτεια υγείας, η οποία με έκανε να επαναπροσδιοριστώ ως άνθρωπος. Μέσα από μακροχρόνιες εσωτερικές διαδικασίες, έχοντας αναμετρηθεί με τον θάνατο, την αβεβαιότητα της ύπαρξης και τον φόβο της απώλειας, εκτίμησα το δώρο της ζωής. Γιατί αυτό είναι η ζωή. Είναι δώρο.

Ξεκίνησα αμέσως λοιπόν να γράφω και ολοκλήρωσα την ιστορία, βάζοντας αρχικά, την τελική τελεία, στο σημείο που συμβαίνει ο  πνιγμός. Ένα κείμενο που έμεινε στο συρτάρι για μήνες, μέχρι που σε μια συζήτηση, η ανιψιά μου, μου ανέφερε την αληθινή ιστορία του αγάλματος  Η Κοιμωμένη του Φιλιππότη, στο κοιμητήριο Δράπανο, στο Αργοστόλι. Κάτι έλαμψε μέσα μου. Πήγα στο σημείο που βρίσκεται το άγαλμα και «συνομίλησα» μαζί του. Σκέφτηκα: «Μόνο οι άνθρωποι βλέπουν ακίνητα τ’ αγάλματα» κι αναρωτήθηκα , πόση να είναι άραγε η απόσταση ως την πόρτα της εκκλησίας από αυτό, ποια απόσταση μπορεί να διανύει αν κάποιες φορές ζωντανεύει. Μέτρησα την απόσταση με τα βήματά μου. Ήταν 33. «Τα χρόνια του Χριστού», είπα μέσα μου κι έτσι αναφέρομαι στα 33 βήματα και στις 33 εικόνες. Σε δέκα μέρες έγραψα τη συνέχεια της υπόθεσης. Πάλεψα πολύ με τις λέξεις. Τις μέτρησα, τις ζύγισα, ξανά και ξανά, θέλοντας να κρατήσω την ουσία σε έναν περιεκτικό λόγο. Είχα την τύχη να φοιτήσω στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, δίπλα σε μεγάλους δασκάλους, όπως ο Ευτύχης Μπιτσάκης, ο Κακριδής, η Σόνια Ιλίνσκαγια, ο Γιάννης Δάλλας και τόσοι άλλοι φωτισμένοι άνθρωποι και η γνώση που πήρα από αυτούς αποδεικνύεται κάθε φορά, πολύτιμη.

Το βιβλίο αυτό έχει αναδειχθεί σε οικογενειακή υπόθεση, αφού η φωτογραφία εξωφύλλου, όπου απεικονίζεται το άγαλμα της Κοιμωμένης, είναι έργο του ανιψιού μου, Θεόφιλου Τσιμά, επαγγελματία φωτογράφου. Ήταν  επίσης τιμή μου, να εκδοθεί από τις εκδόσεις Στερέωμα (που πρώτη φορά εκδίδουν έργο Έλληνα συγγραφέα), καθώς και το ότι την επιμέλεια είχε η Κατερίνα Σχοινά.

-Το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου σπουδάσατε Ιστορία και Αρχαιολογία, υπήρξε η αφορμή της γνωριμίας σας με τον κο Γιάννη Αναστασάκη, φιλόλογο, ηθοποιό, σκηνοθέτη και Καλλιτεχνικό Διευθυντή του ΚΘΒΕ.

« Με τον Γιάννη έχουμε σχέση ζωής, βασισμένη σε βαθιά φιλία και εκτίμηση, σε καλλιτεχνικό και ανθρώπινο επίπεδο. Κοινή πορεία, ανησυχίες, αγώνες. Έχουμε μοιραστεί ένα κοινό όραμα, χαρές, αλλά και δύσκολες προσωπικές στιγμές. Είναι φίλος, αδερφός, οικογένεια για μένα και τον έχω παντρέψει. Στα Ιωάννινα, το μικρόβιο του θεάτρου που έγινε άσβεστο πάθος, ήταν η αφορμή της συνύπαρξής μας στη ΘΕΣΠΙΣ και στην ίδρυση του Θεατρικού Οργανισμού Στιγμή, όταν κατεβήκαμε Αθήνα και μαζί διασκευάσαμε το μυθιστόρημα Τα 13 ρολόγια του Τζέημς Θέρμπερ και την Τρελλοβγενιώ της Ινές Κανιατί.

Το τηλεφώνημά του, το καλοκαίρι του 2015, προτείνοντάς μου, τη θέση της Αναπληρώτριας Καλλιτεχνικής Διευθύντριας (αφού μου ανέφερε τα οικονομικά προβλήματα και την κατάσταση που είχαμε να αντιμετωπίσουμε), με βρήκε στην Κεφαλονιά. Αρνήθηκα χωρίς δεύτερη σκέψη. Οι τίτλοι σκέφτηκα, δεν είναι για μένα. Πάλι όμως, η οικογένειά μου έπαιξε το ρόλο της. Ο αδερφός μου με παρότρυνε να δεχτώ. «Εσύ δεν είσαι που λες, πως πρέπει να αλλάξουν τα πράγματα και να βάλουν όλοι πλάτη στον χώρο του πολιτισμού; Τώρα έχεις την ευκαιρία να κάνεις  τη θεωρία-πράξη» μου είπε και είχε δίκιο.

Στην αρχή αντιμετωπίσαμε ένα εχθρικό κλίμα, από ανθρώπους που διέδιδαν πως ήρθαμε να διώξουμε κόσμο, να κλείσουμε το θέατρο και πολλά άλλα που αν και μας πίκραναν, δεν μας εμπόδισαν να δουλέψουμε. Το κύριο βάρος έχει πέσει φυσικά, στον Γιάννη Αναστασάκη. Είναι αλήθεια, πως προκειμένου να ανταπεξέλθει με συνέπεια, σε όλες τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα της θέσης του, κοιμάται ελάχιστα. Εγώ έχω αναλάβει το δίκτυο δράσεων και συνεργασιών με φορείς, μουσεία, οργανισμούς.

Κλείνοντας την τριετία της θητείας μας, ο στόχος είναι να αφήσουμε ένα θετικό πρόσημο στο θέατρο, έχοντας δημιουργήσει μια νέα κουλτούρα, βασισμένη στην κοινή προσπάθεια όλων τον εμπλεκομένων, σε αυτό που λέγεται ΚΘΒΕ. Αυτό προϋποθέτει ομαδικό πνεύμα και απαγκίστρωση από τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία.

Η επιτυχία των παραστάσεων και των παραγωγών του ΚΘΒΕ, η συνεργασία με καταξιωμένους σκηνοθέτες, ηθοποιούς και δημιουργούς, η εκμετάλλευση του αξιόλογου ανθρώπινου δυναμικού μας, η τιμολογιακή πολιτική και η στήριξη ευπαθών ομάδων, που δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν θέατρο 2.500 άτομα, σε μια μέρα, στο σύνολο των παραστάσεων, ο αγώνας για τις συλλογικές συμβάσεις, οι κινητοποίηση πολιτών και φορέων για τη χρηματοδότηση της συντήρησης του Θεάτρου Δάσους, η εξωστρέφεια και η παρουσία μας σε φεστιβάλ του εξωτερικού, είναι μόνο μερικά από όσα έχουν επιτευχθεί μέχρι σήμερα, με την υποστήριξη συνεργατών, φορέων αλλά και πολιτών που πλέον νιώθουν το θέατρο μέρος της καθημερινότητας τους. Δεν επαναπαυόμαστε. Υπάρχουν πολλά ακόμη για να γίνουν, βάσει του σχεδιασμού που έχουμε εκπονήσει και ευχόμαστε, η προσπάθεια αυτή να βρει άξιους συνεχιστές».

Η συζήτησή μας συνεχίστηκε για ώρα και ίσως κάποιο άγαλμα ψιθυρίσει κάποτε τα μυστικά της…

Το Δηλητήριο

https://www.facebook.com/events/277226519364941/

Βιογραφικό της Μαρίας Τσιμά

http://www.ntng.gr/default.aspx?lang=el-GR&page=64&item=40922

Φωτογραφίες συνέντευξης και βιβλίου Μαρία Μαυρίδου

Φωτογραφία πρόβας από το Δηλητήριο Τάσος Θώμογλου

Φωτογραφία από την παράσταση 50 λέξεις του Weller, σε σκην. Γιώργου Παλούμπη, με το Χρήστο Σαπουτζή, παραχωρήθηκε από το αρχείο της Μαρίας Τσιμά