Please enable JS

Βαγγέλης Κοσμίδης: ” Ελλάδα του 2019. Όνειρα, στόχοι, μέλλον και ένα μεγάλο μακάρι….”

 

Μίλησέ μας  για την παράσταση «ραντεβού».

Ραντεβού; σημαίνει συνάντηση, επαφή, 2 (συνήθως) ή και παραπάνω ανθρώπων σε ένα μέρος… είναι πολύ βιβλικό αυτό. Πως συναντιούνται αυτοί οι άνθρωποι, τι προετοιμασία κάνουν και τελικά πως φεύγουν μετά από την συνάντηση τους; 

Η παράσταση «ραντεβού;» έχει να κάνει με τον έρωτα σήμερα, και με το πώς επηρεάζεται από τα social media και από τα dating camps. Ο Έρωτας κάποτε σήμερα και πάντα. Ο έρωτας στο απόλυτο του. Η γενική αλήθεια, ότι η πληθώρα επιλογών είναι καλή, στην επιλογή συντρόφου μάλλον είναι αποπροσανατολιστική, καθώς ενώ παλαιότερα οι άνθρωποι ψάχνανε γύρω τους, στην γειτονιά, στο φιλικό περιβάλλον, τον/την επαρκή σύντροφο (“good enough”), που να την/τον δέχεται η οικογένεια, για να κάνουν σχέση και να παντρευτούν, τώρα, στη εποχή με τις άπειρες επιλογές ψάχνουν το τέλειο, το απόλυτο, την αδερφή ψυχή, σαν να ψάχνουν το πιο κατάλληλο προϊόν. Ο κόσμος ψάχνει- ψάχνει…

Είναι εννοιολογικό το όλο θέμα και εμείς για να βγούμε να πούμε τις πιο απλές ιστορίες, έχουμε κάνει πολλή έρευνα με επιστημονικούς συνεργάτες.

Όλο αυτό το δούλευα μέσα μου πολλά χρόνια. Ξεκίνησε ως διπλωματική στη σκηνοθεσία, στο Τμήμα Θεάτρου στη Θεσσαλονίκη πριν από δυόμιση- τρία χρόνια με επόπτη τον Μιχαήλ Μαρμαρινό. Για να φτιαχτεί το πρώτο σχεδίασμα τότε μελετούσα επιστημονικά άρθρα, φιλοσοφία, κοινωνιολογία, η δουλειά γραφείου που λέμε, για ένα χρόνο και έπειτα συστάθηκε η τότε ομάδα δημιουργίας με την οποία εργαζόμασταν άλλο ένα χρόνο μέχρι την τελική παρουσίαση της παράστασης.

Συνολικά σήμερα μπορώ να πω ότι αισίως κλείνω πέντε χρόνια ενασχόλησης με αυτό το πρότζεκτ.

Είχε πάει πολύ καλά τότε και έτσι παίξαμε και στο φεστιβάλ, το οποίο διοργάνωνε το θέατρο θησείον, το Reborn. Αφού έγινε με επιτυχία η παράσταση, ήθελα πολύ να συνεχίσω την έρευνα. Αισθανόμουν ότι ακόμα δεν είχαμε πει όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν. Από τότε μέχρι σήμερα δεν σταμάτησα να δουλεύω, ώστε να βγει ένα καινούργιο σχεδίασμα. Αυτή η παράσταση που παίζουμε τώρα πιστεύω ότι είναι πιο ολοκληρωμένη και ώριμη.

Όταν άλλαξε η διεύθυνση στο θησείον, και ανέλαβαν ο Νικόρέστης Χανιωτάκης και ο Γεράσιμος Σκαφίδας,  έγινε η συζήτηση και ήταν πάρα πολύ θετικοί.  Το ερώτημα ήτανε αρχικά στην πρώτη ομάδα: παιδιά, πόσοι θέλουμε πόσοι μπορούμε. Όσοι μπορούσαν συνέχισαν, την ίδια στιγμή όμως ανανεώθηκε όλο το cast. Ξεκινήσαμε τότε και ξαναπροσεγγίσαμε το ραντεβού; με άλλους συντελεστές και άλλους ηθοποιούς με αποτέλεσμα να ξαναγίνει έρευνα, να ξαναδουλευτεί το υλικό και να προκύψουν καινούργιες ιστορίες και τελικά το καινούριο σχεδίασμα.

Άρα οι ηθοποιοί δουλεύουν πάνω στην δραματουργία και όχι μόνο πάνω στον ρόλο τους.

 

Εκατό τοις εκατό. Η παράσταση εντάσσεται στο φάσμα του devised theater, και σε σημεία της στο θέατρο ντοκιμαντέρ και ντοκουμέντο. Όπως σημειώνει και ο Πρόδρομος Τσινικόρης:

“Στο θέατρο-ντοκουμέντο, ηθοποιοί καλούνται να ερμηνεύσουν ιστορίες που έχουν καταγράψει ή διαβάσει και πρόσωπα, τα οποία έχουν συναντήσει και από τα οποία πήραν συνέντευξη στο θέατρο-ντοκιμαντέρ, αυτοί που βρίσκονται πάνω στη σκηνή δεν είναι ηθοποιοί, αλλά άνθρωποι στον πραγματικό κοινωνικό τους ρόλο, οι οποίοι διηγούνται και αναπαριστούν τις προσωπικές τους εμπειρίες”.

Εμείς στην δουλειά μας συνοψίζουμε στοιχεία και από τα δύο είδη. Οι ηθοποιοί ή οι κοντινοί τους, μπορεί και οι φίλοι τους, είναι αυτοί που ζήσανε τις ιστορίες και έτσι έρχονται ως πρώτες ύλες. Βέβαια δεν μας απασχολεί, ποιος έζησε την ιστορία, αλλά το ίδιο το γεγονός ως γεγονός. Έρχονται τα γεγονότα στην πρόβα, τα οποία ο κάθε ηθοποιός προτείνει και αρχίζουμε να δουλεύουμε πάνω σε αυτά με έναν ιδιαίτερο τρόπο αυτοσχεδιασμού. Σε κάθε ιστορία ψάχνουμε τον πυρήνα της: ας πούμε αυτή είναι μία ιστορία βιασμού, ή αυτή είναι μία ιστορία απόλυτου έρωτα, που θα καταλήγει έτσι και συνεχίζουμε με τα μικρό- γεγονότα, τα οποία έχουν να κάνουν με το πολύ προσωπικό και από τα οποία βλέπουμε σε δεύτερο χρόνο ποια εξυπηρετούν να υπάρχουν επί σκηνής. Όλα αυτά τα κάνουμε μαζί με τους ηθοποιούς. Αυτός που φέρνει την ιστορία είναι δημιουργός και ταυτόχρονα πρόσωπο που παθαίνει στην σκηνή.

Από τη μία λοιπόν, είναι οι πραγματικές ιστορίες και οι μαρτυρίες, οι οποίες έχουν κάπως μετακινηθεί και παραποιηθεί. Και από την άλλη είναι η λογοτεχνία, η φιλοσοφία και η κοινωνιολογία, με τις οποίες μπολιάζονται οι μαρτυρίες, αγκαλιάζουν όλο αυτό το υλικό και καταλήγουν οι ιστορίες να εμφανίζουν αιχμές μυθοπλασίας.

Έτσι θα μπορούσε κανείς να πει ότι είμαστε επηρεασμένοι από το θέατρο των ειδικών και από την δουλειά των Rimini Protokoll .

Πως έγινε η συνεργασία με την Λένα Πλάτωνος;

 

Με τη Λένα Πλάτωνος μεγάλωσα, την άκουγα από μωρό, γαλουχήθηκα με τη μουσική  της. Οπότε ήταν όνειρό μου να δουλέψω μαζί της. Το λέω και γελάω από τη χαρά μου, που συμβαίνει αυτό το πράγμα. Την πήρα ένα τηλέφωνο και της είπα για την παράσταση και μου απάντησε «είναι τέλειο, θέλω και εγώ να δουλέψουμε πάνω σε αυτό το υλικό και να γράψω χορευτικά κομμάτια». Οπότε κάναμε τη πρώτη μας συνάντηση και ήμασταν πάρα πολύ ενθουσιασμένοι, με το ότι βρήκαμε ένας τον άλλον. Η επαφή έγινε μέσω μιας πολύ καλής μου φίλης και συνεργάτιδας, της σκηνοθέτη και ηθοποιού Ελένης Ευθυμίου, η οποία είχε συνεργαστεί και αυτή με τη Λένα πριν κάποια χρόνια.

Η Λένα είναι τρομερός άνθρωπος, πάρα πολύ δοτική, ευγενική και με πολλή αγάπη για τους νέους καλλιτέχνες. Ενώ δεν με ήξερε, μάλλον είδε κάτι σε εμένα και σε αυτό που της πρότεινα και είπε ότι θα το κάνει. Έτσι ξεκινήσαμε να δουλεύουμε, να της δίνω κείμενα να τα διαβάζει, να ενθουσιάζεται και να ενθουσιάζομαι κι εγώ με τις ιδέες της, με τις λούπες και τις μελωδίες που σκεφτόταν. Από εκείνη την πρώτη μας συνάντηση είχε πολύ συγκεκριμένες ιδέες: μου είπε ότι σκέφτεται δυνατή χορευτική τρανς μουσική με βασικά θέματα από τον Τσαϊκόφσκι, διευρύνοντας έτσι κι άλλο τα όρια των ειδών και φτιάχνοντας νέες Avant-Garde συνθέσεις.

Τελικά φτιάξαμε και εμφανίζουμε στην παράσταση έναν καινούργιο κόσμο, ένα πολύ ιδιαίτερο περιβάλλον: μέσα στη θύελλα των εφαρμογών, των μπλίνκ και των σχέσεων εμφανίζεται ο έρωτας ως κάτι το απόλυτο. Σαν κάτι που μπορείς να ακουμπήσεις, σαν ένα νανούρισμα που λέει η μάνα στο παιδί και το ηρεμεί: lullaby in a storm. Ο έρωτας έρχεται σαν κάτι, που σε αγκαλιάζει και σε βοηθάει να υπάρξεις. Και έτσι η Λένα φτιάχνει ένα κόσμο από πολύ έντονους ήχους- καθαρή trance- αλλά με την ψυχή του Τσαϊκόφσκι.

 

Πώς θες να φύγει ο θεατής από την παράσταση;

 

Εμείς δεν παίρνουμε θέση για τα μέσα, τα applications, τα dating apps και γενικότερα τον έρωτα. Αυτό που κάνουμε, είναι να δείχνουμε τα γεγονότα έτσι όπως εμείς τα έχουμε δει, όπως τα φανταστήκαμε και όπως τα αισθανθήκαμε μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια έρευνας και αναζήτησης. Κινούμαστε απο ένα μεγάλο ερώτημα: τι είναι τελικά σχέση, τι είναι έρωτας, πώς και αν βγαίνει ο κόσμος ραντεβού.

Μένεις σε μία άρση, στην οποία ο καθένας βάζει και τον δικό του κόσμο και δίνει τις δικές του απαντήσεις. Αποτέλεσμα: ο θεατής να φεύγει με μία κάπως γλυκόπικρη γεύση. Έτσι δεν είναι και ο έρωτας;

 

Τι σκέφτεσαι για την Ελλάδα του 2019.

Όνειρα, στόχοι, μέλλον και ένα μεγάλο μακάρι….

 

 

 

 

 

Πληροφορίες για την παράσταση “Ραντεβού;  -Θέλω…  -Αντέχεις…;” στο θησείον, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ    ΕΔΩ



Art & Press

AD BLOCKER DETECTED

We have noticed that you have an adblocker enabled which restricts ads served on the site.

Please disable it to continue reading Art & Press.