Please enable JS

Κώστας Κονταράτος: “Προτιμώ να νιώθω την Ελλάδα της καρδιάς μου, έτσι όπως την καταλαβαίνω εγώ.”

Τι σκέφτηκες όταν σου πρότεινε ο σκηνοθέτης  Σπύρος Μιχαλόπουλος να παίξεις στο Tango Bar του Περικλή Κοροβέση;

Δεν πρόλαβα να σκεφτώ. Περισσότερο ένιωσα. Μην με ρωτήσεις τι ακριβώς γιατί δεν μπορώ να σου απαντήσω με ακρίβεια. Τόσο πολύ με ενθουσίασε η ιδέα, που κάποια στιγμή, αφού είχαμε μιλήσει και είχαμε συμφωνήσει, ξαναρώτησα τον Σπύρο αν είναι σίγουρος πως θέλει εμένα για τον ρόλο. Τόσο «πολύ καλό για να ‘ναι αληθινο» μου φαινόταν το όλο σκηνικό!

Και αυτό διότι είναι για μένα μεγάλη πρόκληση και ιδιαίτερη χαρά κάθε φορά που μου δίνεται η δυνατότητα να αναμετρηθώ μ’ ένα έργο και έναν χαρακτήρα του νεοελληνικού ρεπερτορίου.

Η πρόκληση και η χαρά ήταν ακόμα μεγαλύτερη όταν έμαθα ότι πρόκειται για Περικλή Κοροβέση που όλοι ξέρουμε την ιστορία που κουβαλάει, όχι μόνο σαν συγγραφέας και δημοσιογράφος, αλλά κυρίως ως άνθρωπος και ως προσωπικότητα.   

Γνώριζα το “Tango Bar”, όπως γνώριζα και τον άνθρωπο που θα το «χορεύαμε».

Τον συμπαίκτη μου τον Χρήστο τον Αυλωνίτη με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί δυο φορές και στο παρελθόν και γνωριζόμασταν καλλιτεχνικά. Όχι, λοιπόν, δεν πρόλαβα να σκεφτώ ή να επεξεργαστώ λογικά κάτι. Δεν νομίζω ότι χρειαζόταν άλλωστε.

 

 

Μίλησε μας για το κείμενο και τον ρόλο σου.

Το έργο διαδραματίζεται σ’ ένα μπαρ στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και βάζει στο μικροσκόπιο τις ψυχές δύο παιδικών φίλων, του Φώντα και του Λάκη. Ο Λάκης, πενηντάρης πια όπως και ο Φώντας, ένας αποτυχημένος θεατρικός συγγραφέας, πολλά υποσχόμενος και μεγάλο ταλέντο στα νιάτα του. Ο Φώντας είναι ο ιδιοκτήτης του μπαρ και αποτυχημένος ηθοποιός, πολλά υποσχόμενος και μεγάλο ταλέντο στα νιάτα του και αυτός. Εγώ, όπως καταλαβαίνεις, παίζω τον Φώντα. Ο Λάκης δεν έχει κανέναν στον κόσμο πάρα μόνο τον αγαπημένο του φίλο και έρχεται στο μαγαζί την ώρα που όλοι οι πελάτες έχουν φύγει και ο Φώντας ετοιμάζεται να κλείσει και να πάει στο σπίτι και στην οικογένειά του. Από τη στιγμή αυτή και μετά ξεκινάει η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο άντρες και είναι τόσο αμείλικτη και ταυτόχρονα πικρά κωμική, όσο αμείλικτη και κωμική είναι η σύγκρουση του «πρέπει» με το «εγώ» του καθένα από εμάς. Ένα ταγκό συναισθημάτων, ονείρων, αναμνήσεων και μια μάχη επικράτησης ανάμεσα στην λογική και την καρδιά μέσα από ένα σύγχρονο και καλογραμμένο κείμενο καθημερινού λόγου από τον Περικλή Κοροβέση.

Υπήρξαν δυσκολίες στην προσέγγιση του ρόλου που σε προβλημάτισαν;

Όταν ένας ηθοποιός καταπιάνεται με ένα ελληνικό έργο βρίσκεται αυτόματα αντιμέτωπος με μια βασική δυσκολία. Ο ρόλος που ενσαρκώνει δεν είναι κάτι ξένο στους θεατές. Όλοι ξέρουν περίπου τον Φώντα, τον Λάκη, τον Μήτσο ή τον Μπάμπη που βρίσκεται πάνω στη σκηνή. Όταν έχεις να κάνεις με τον Μαλβόλιο, για παράδειγμα του Σαίξπηρ, ή με κάποιον ήρωα του Ίψεν κρυμμένο μέσα σε κάποιο νορβηγικό φιόρδ έχεις μεν να αντιμετωπίσεις άλλες δυσκολίες, αλλά κανένας από τους ανθρώπους που θα δουν την παράσταση δεν θα γνωρίζουν από πρώτο χέρι, αν θέλεις, τις ιδιαιτερότητες και το ταπεραμέντο των χαρακτήρων αυτών. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τους δικούς μας. Όταν παίζεις έναν Φώντα, αν δεν καταθέσεις την αλήθεια σου πάνω στη σκηνή, ακόμα και ένας λάθος τονισμός φαντάζει ως παραφωνία.

 

Υπάρχουν στοιχεία του χαρακτήρα που υποδύεσαι τα οποία υιοθετείς ή έχεις;

Όπως σου είπα ο Φώντας είναι ένας ηθοποιός από αυτούς που ονομάζουμε «αποτυχημένους».  Έχει παρατήσει χρόνια το επάγγελμα και έχει ανοίξει ένα μπαρ για να ζήσει σαν άνθρωπος με την γυναίκα και τα παιδιά του. Επομένως, το πρώτο και οφθαλμοφανές κοινό στοιχείο που έχω με τον Φώντα είναι ότι είμαστε και οι δύο ηθοποιοί. Όπως ξέρεις το επάγγελμα του ηθοποιού στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται περίπου ως χόμπι. Και λέω περίπου γιατί ένας χομπίστας χαίρει μεγαλύτερης εκτίμησης απ’ ότι ένας επαγγελματίας ηθοποιός. Αυτό ισχύει για όλα τα καλλιτεχνικά επαγγέλματα. Πολλοί καλλιτέχνες, λοιπόν, ηθοποιοί, μουσικοί, χορευτές, ζωγράφοι κλπ, αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να κρύψουν τα όνειρα, τις φιλοδοξίες και τα θέλω τους κάτω από το χαλάκι της εισόδου του σπιτιού τους, ιδίως όταν θελήσουν κάποια στιγμή να κάνουν οικογένεια. Το κρυφό σαράκι που τρώει την ψυχή του Φώντα μπορώ να το καταλάβω και να το νιώσω. Με τον χαρακτήρα που υποδύομαι γίναμε πολύ καλοί φίλοι από την πρώτη ανάγνωση.

Ποιες σκέψεις μπορεί να έχει ο θεατής αφήνοντας πίσω τη σκηνή του θεάτρου;

Ένας θεατής πηγαίνει στο θέατρο για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Άλλος πηγαίνει για να ξεσκάσει, άλλος για να δει από κοντά κάποιον ηθοποιό που συμπαθεί, άλλος πηγαίνει γιατί το έχει τάξει εδώ και κάτι μήνες στην γυναίκα του κλπ…  Μια θεατρική παράσταση όμως οφείλει από την στιγμή που θα χτυπήσει τρίτο κουδούνι να σηκώσει ένα τεράστιο STOP στις ζωές των θεατών. Να επιβραδύνει τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς της καθημερινότητας και να αναδείξει σε αργή κίνηση πόσα πράγματα συμβαίνουν στη ζωή ενός ανθρώπου, που αν και είναι σημαντικά, πολλές φορές λόγω των… διαδικτυακών ταχυτήτων με τις οποίες ζούμε δεν τα αντιλαμβανόμαστε καν και τα περνάμε στο ντούκου.  Μια θεατρική παράσταση οφείλει, ασχέτως για ποιον λόγο και με ποια διάθεση έχει έρθει ένας θεατής, να τον πάρει μαζί της. Να τον ταξιδέψει, να κοντράρει τους φόβους, τις ανησυχίες και τα ελαττώματά του και να αναδείξει την ουσία. Να φέρει στην επιφάνια το σπουδαίο και να βυθίσει το κατακάθι. Να δείξει και στον πλέον ανυποψίαστο θεατή τον πραγματικό λόγο που βγήκε από την κοιλιά της μάνας του. Να ποιήσει Ήθος. Τόσο σημαντικό και απαραίτητο είναι το θέατρο. Και θα το επαναλάβω, πως το λειτούργημα που μόλις περιέγραψα στην Ελλάδα θεωρείται… χόμπι!

 

Τι σκέφτεσαι για την Ελλάδα του 2019;

Αν μου έκανες την ίδια ερώτηση το 1819 θα σου έδινα την ίδια απάντηση ασχέτως αν τότε δεν υπήρχε επισήμως η Ελλάδα. Σήμερα υπάρχει, αλλά υπάρχει μόνο στα χαρτιά. Το να έχεις μια σημαία για σύμβολο, έναν εθνικό ύμνο και σύνορα ζωγραφισμένα πάνω σ’ έναν χάρτη, δεν σε κάνει ανεξάρτητο κράτος. Ανεξάρτητο κράτος είσαι όταν έχεις μια γλώσσα την οποία τιμάς και σέβεσαι, όταν παράγεις πολιτισμό και όταν οι αξίες των πολιτών δεν μετριούνται σε ευρώ.  Ανεξάρτητο κράτος- και μάλιστα με όνομα βαρύ όπως η Ελλάδα- είσαι όταν έχεις κάτι να προσφέρεις στην ανθρωπότητα. Όταν περιμένει ο Πλανήτης κάτι από εσένα. Αν λοιπόν το μόνο που έχουμε να προσφέρουμε και να μεταλαμπαδεύσουμε στους άλλους είναι ο… τουρισμός, δεν είσαι κράτος. Είσαι ένα τεράστιο ξενοδοχείο με ψηλά βουνά και γύρω γύρω θάλασσα. Αν αυτή είναι η οπτική ορισμένων για την Ελλάδα τότε λυπάμαι.   Προτιμώ να μην σκέφτομαι για την Ελλάδα του 2019. Προτιμώ να νιώθω την Ελλάδα της καρδιάς μου, έτσι όπως την καταλαβαίνω εγώ.

 

Πληροφορίες για την πάρασταση Tango Bar του Περικλή Κοροβέση στο Θέατρο Άβατον ΕΔΩ

 



Art & Press

AD BLOCKER DETECTED

We have noticed that you have an adblocker enabled which restricts ads served on the site.

Please disable it to continue reading Art & Press.