Please enable JS

Νικαίτη Κοντούρη : Στον Άρθουρ Μίλλερ οι άνθρωποι δεν είναι υπερήρωες – Εθνικό

Είναι μια περήφανη ηπειρώτισσα που διαθέτοντας το ανήσυχο πνεύμα  των προγόνων της, αποφασίζει στα 25 της χρόνια, έχοντας αποφοιτήσει από τη νομική και  τη σχολή του Εθνικού, να φύγει στην Αμερική για  να σπουδάσει. Μένει εκεί για έξι χρόνια, όπου και δουλεύει με επιτυχία, αν και η νοσταλγία για τη μάνα, την πατρίδα και τους δικούς της ανθρώπους υπερισχύει και έτσι επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου υπογράφει με επιτυχία σημαντικές παραστάσεις, ως σήμερα. Μια συζήτηση για τις διαδρομές της σκηνοθέτριας Νικαίτης Κοντούρη στη ζωή και την τέχνη, με αφορμή την επιτυχημένη παράσταση του Εθνικού, Ψηλά από τη γέφυρα του (δασκάλου της) Άρθουρ Μίλλερ, με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Κιμούλη που παρουσιάζεται ως 27 Μαΐου (Κεντρική Σκηνή Κτίριο Σίλλερ).

«Έφυγα θέλοντας να ανοίξω τους ορίζοντές μου και να φύγω καλλιτεχνικά από την πεπατημένη. Το master μου, πάνω στην οργάνωση παραγωγής με μηδενικό budget, ήταν το εισιτήριο συνεργασίας μου με τον Γιάννη Χουβαρδά και αργότερα η συνέχεια γνωστή, σε μια εποχή που τουλάχιστον οι παραγωγές, δεχόταν γενναίες χρηματοδοτήσεις, αν και η εσωστρέφεια δεν έπαψε να υπάρχει. Οι γνώσεις, όπως και η εμπειρία που αποκόμισα, από τα 25 ως τα 31 στην Αμερική, πολύτιμοι τροφοδότες για όλη μου τη ζωή. Αλλά και οι πολύ καλές φιλίες ανθεκτικές στον χρόνο, με συντροφεύουν ως τώρα. Εισέπραξα την αποδοχή και θαύμασα  την απλότητα και την σεμνότητα του ανθρώπων έχουν σφραγίσει με το μεγαλείο του έργου τους το θέατρο. Όταν έλεγα πως είμαι ηθοποιός, θυμάμαι πως μου έλεγαν «Είσαι γεννημένη σκηνοθέτης». Κάτι που τότε μου φαινόταν παράδοξο, άλλα είχαν δει αυτό που δεν έβλεπα ακόμη. Όντας εκεί, μάθαινες να στέκεσαι στα πόδια σου, να διεκδικείς, αλλά και να εφευρίσκεις τρόπους να πας τα πράγματα σε άλλο επίπεδο, όχι μόνο σε θεωρητικό, αλλά και σε πρακτικό, σε φρενήρεις ρυθμούς, έχοντας μια νέα ολοκληρωμένη αντίληψη.

Ένας από αυτούς και ο μεγάλος αξεπέραστος Άθρουρ Μίλλερ. Ο ζεστός, καθόλου επηρμένος άνθρωπος που ερχόταν πανύψηλος και λεπτός με τη ρεπούμπλικα και τη μακριά του καμπαρντίνα, πάντα στο πλευρό του η σύζυγός του και κάποιες φορές ένα κοριτσάκι γύρω τους, η μικρή Ρεμπέκα. Μια γοητευτική προσωπικότητα, θαυμαστής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, αντιμετώπιζε εμάς τους Έλληνες με έναν ιδιαίτερο σεβασμό, θεωρώντας μας a priori γνώστες και πρεσβευτές της και δεν έπαυε να μιλά με δέος για τη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία.  Δεν δίδασκε από την έδρα και την απόσταση που αυτή ορίζει. «Κατέβαινε»- κυριολεκτικά και μεταφορικά- και μοιραζόταν μαζί μας τον θησαυρό της γνώσης του, θέλοντας με την αμεσότητά του να μας κάνει να νιώσουμε καλά και έτσι ανοιχτοί να ρουφήξουμε το απόσταγμα της τέχνης που υπηρετούσε. Δοτικός, ανθρώπινος, στοχαστής- παρατηρητής της ανθρώπινης ψυχής και της πραγματικότητας που ήταν αδύνατον να αγνοήσει. Κορυφαίος- κλασικός, θα λέγαμε, στον χώρο του ψυχολογικού θεάτρου, χτίζει έργα- σύγχρονες τραγωδίες εξαιρετικής δομής.

Δεν είναι τυχαίο το ότι τα έργα του διαθέτουν μια διαχρονική δύναμη, όπως ο Θάνατος του εμποράκου ή το Ψηλά από τη γέφυρα, που συναντιέμαι αυτή τη χρονιά μαζί του μαζί του για δεύτερη φορά» λέει στη συζήτησή μας η σκηνοθέτης Νικαίτη Κοντούρη. «Η πρώτη ήταν πριν 23 χρόνια, με τους: Χ. Διαβάτη, Ν. Τσακίρογλου, Α. Γλέτσο, Σταθακόπουλο, Δ. Μαυρόπουλο» συνεχίζει, με τη γάργαρη δυνατή φωνή της να θαμπώνει, όταν κάποια στιγμή η κουβέντα μας πάει στον Γιώργο Πάτσα, τον κατξιωμένο Έλληνα σκηνογράφο, σύντροφό της ζωής της και την πρόσφατη απώλεια του. Δούλευαν συχνά μαζί και η καλλιτεχνική υπογραφή του είναι εμφανής, στη φετινή παράσταση που το κοινό συνεχίζει να παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον.

«Στο έργο αυτό, για μια ακόμη φορά ο Άρθουρ Μίλλερ, για μια ακόμη φορά, γράφει χρησιμοποιώντας καθημερινό λόγο και με αμεσότητα αναφέρεται σε ομάδες ανθρώπων που η αντιστοιχία τους στο σήμερα- το κάθε σήμερα- δεν χάνουν την αλήθεια, τη δυναμική τους, σε ένα καλά δομημένο κείμενο που γεννά συναισθήματα, χωρίς να θέλει να θολώσει τα νερά. Συναισθήματα που τα βλέπεις να εκδηλώνονται ζωντανά, αυθόρμητα από τους θεατές, σε κάθε παράσταση. Ίσως η ευρωπαϊκή-Εβραϊκή καταγωγή του να έχει παίξει τον ρόλο της σε αυτό. Πάντα να τον απασχολεί το κοινωνικό σύνολο και η προσωπική του ευθύνη απέναντι σε αυτό, προκειμένου να αναδείξει θέματα εμπνευσμένα από την πραγματική ζωή, σε μια συνεχή επαφή με την κοινωνία της εποχής (’50), όπως και τα όρια και οι συνέπειες όταν αυτά καταρρίπτονται και χάνεται το μέτρο. Έτσι, τα έργα του γίνονται πιο ισχυρά μέσα στον χρόνο. Έργα, όπου οι άνθρωποι δεν είναι υπερήρωες, αλλά αδύναμοι παρασύρονται από τα αχαλίνωτα, ανεξέλεγκτα πλέον πάθη τους που οδηγούν στον αφανισμό τους.

Μια εργατική οικογένεια μεταναστών ζει την καθημερινότητά της με κυρίαρχη προσωπικότητα τον πατέρα Έντι Καρμπόνε (Γιώργο Κιμούλη) που σαφώς είναι η αναφορά του συγγραφέα στον γερουσιαστή Μακάρθι.  Ένας δύστροπος, μονοκόμματος και σκληρός Ιταλός μετανάστης που, ως Αμερικανός πολίτης πλέον, νιώθει υπερασπιστής και φύλακας του αμερικανικού ιδεώδους. Εργάζεται στο λιμάνι και ζει με τη γυναίκα του Μπεατρίς (Μαρία Κεχαγιόγλου) και την νεαρή ανιψιά του Κάθριν (Ηλιάνα Μαυρομάτη), καθώς βασανίζεται από τον κρυφό του πόθο του για αυτή. Οι «αθώες» αγκαλιές τους έχουν για αυτόν άλλο νόημα και αρνείται στη συνέχεια να της δώσει την ελευθερία που έχει ανάγκη. Όταν αντιλαμβάνεται τα τιτιβίσματα του έρωτά της με τον νεαρό Ιταλό λαθρομετανάστη τον τρώει η λύσσα της ζήλιας και το πάθος διογκώνεται  κάτω από το βάρος ενός θυμού που θολώνει το μυαλό. Γίνεται χαφιές, καταδίδει τον Ροντόλφο (Αλέξανδρο Μαυρόπουλο) προκειμένου να τον συλλάβουν, αφού η προσπάθεια να τον χαρακτηρίσει ως ομοφυλόφυλο (δεν διστάζει να τον φιλήσει ο ίδιος στο στόμα) αποτυγχάνει.

Σε μια παράσταση που είναι έτσι χορογραφημένη, ώστε η δυναμική των σωμάτων να είναι αναφορά σε μια εποχή και μια κατάσταση που βιώνουμε ως χώρα και όχι μόνο. Ισχυροποίησα την ομάδα των μεταναστών που βρίσκονται παράνομα στη χώρα και την σύγκρουση του «νοικοκύρη» που θέλει να διατηρήσει την τάξη των πραγμάτων. Είναι μια αναφορά στο «σπίτι» και ότι αυτό συνεπάγεται, σε μια εποχή που οι πόλεμοι συνεχίζονται μας αγγίζουν οι πένητες. Οι άνθρωποι που χωρίς να έχουν άλλη επιλογή ξεριζώνονται αναζητώντας δουλειά, στέγη, ψωμί. Η γέφυρα δεν είναι μόνο ρεαλιστικό στοιχείο του έργου. Είναι η γέφυρα που χωρίζει και ενώνει το Μανχάταν με το Μπρούκλιν. Το πέρασμα από τη μια περιοχή στην άλλη, είναι το όνειρο των νέων αυτών ανθρώπων να ενταχθούν σε μια νέα κοινωνία, ξεφεύγοντας από το γκέτο. Σκηνές του σήμερα με παιδιά που κρέμονται με τα δάχτυλά τους από σύρματα, αναζητώντας ουρανό χωρίς βόμβες, ζωντανοί κρατούμενοι με καύσιμο την ελπίδα.

Ο Α.Μίλλερ πέραν της κοινωνικοπολιτικής θεώρησής του πραγματεύεται τη μάταιη προσπάθεια να τιθασεύσεις την ανθρώπινη φύση. Το ερωτικό πάθος που φουντώνει και οδηγεί σε ακραίες- άλογες πράξεις και όπως στις τραγωδίες -με αποστασιοποιημένο αφηγητή και δικηγόρο Αλφιέρι τον Νίκο Χατζόπουλο- έρχεται η ύβρις και η κάθαρση, η τιμωρία του Έντι που σκοτώνεται με το ίδιο του το μαχαίρι κατά τη συμπλοκή με τον Μάρκο (Στάθη Παναγιωτίδη), αδελφό του Ροντόλφο κι αυτό φέρνει την ισορροπία. Ο έρωτας κι ο θάνατος, οι καταλυτικές δυνάμεις που διέπουν τη ζωή. (Τη συνολική αυτή θεώρηση συναντά κανείς και στην «Αυλή των θαυμάτων¨του Ι. Καμπανέλη).

Όλα αυτά με το μαγικό κλαρινέτο του Χρήστου Καλκάνη, σε σύνθεση Σοφίας Καμαγιάννη επί σκηνής και μια σειρά εξαιρετικών συνεργατών πέραν αυτών που ήδη αναφέρθηκαν: Κώστας Φαλελάκης, Πάρις Θωμόπουλος, Τάσος Πυργιέρης, Νικόλας Χανακούλας, Ίλια Αλγκάερ, Κώστας Κοράκης, Θάλεια Γρίβα, Γιώργος Ματζιάρης, Αναστάσης Συμεών Λαουλάκος, σε ένα κείμενο που τη μετάφραση συνυπογράψαμε με τον Γιώργο Κιμούλη που σφραγίζεται από το εκτόπισμα της ερμηνείας του. Πάντα η ποίηση βρίσκεται πίσω από την σκληρή καθημερινότητα και μια άλλη δυναμική ορίζει τα πάθη, οδηγώντας σε μια κατάσταση μη αναστρέψιμη, πέρα από τις δυνάμεις της λογικής, ασκώντας μια γοητεία για έναν κόσμο που δεν μπορείς να ελέγξεις. Μια διαδρομή στον έρωτα, τη βία και την τρέλα, σε νερά αβαθή».

«Είναι η τελευταία δουλειά του Γιώργου (Πάτσα). Ήμασταν μαζί σ’ αυτό ταξίδι από νωρίς. Ο Γιώργος (Κιμούλης) ερχόταν στο σπίτι να δουλέψουμε και όλο το καλοκαίρι διάβαζε ξανά και ξανά την κάθε σκηνή, κομμάτι –κομμάτι, θέλοντας να κατανοήσει τι θέλω να κάνω και να πω και να ανταποκριθεί σ’ αυτό. Έτσι, προέκυψε μια ιδέα ποιητική. 50 μεταλλικοί γάντζοι αιωρούνται με αλυσίδες στο πατάρι μια σχεδία ενώνεται ως τις σιδεριές της σκηνής. Δημιουργεί αυτόματα τον χώρο, το βιομηχανικό τοπίο του λιμανιού, αλλά και αλληγορικά τους περιορισμούς, τις αγκυλώσεις μας, τις αδυναμίες μας, όπως και το ταξίδι της μετανάστευσης.  Αυτό είναι ένα αντίο που θα κρατήσω μέσα μου, μαζί με τόσα άλλα που έχουμε μοιραστεί, μετά από 25 χρόνια κοινής πορείας και έναν έφηβο γιο που θέλει σαφώς δίπλα του τη δυνατή, δημιουργική μητέρα που ξέρει. Ο χρόνος δυναμώνει την απώλεια και πρέπει να μάθω να ζω πλέον μ’ αυτή.

Συνεχίζω, λοιπόν, αυτό που αγαπώ, το θέατρο. Όπου η διαδικασία της πρόβας είναι η πιο ευτυχής διαδικασία για μένα. Πιστεύω στην ομάδα και τις συνεργασίες με έναν στόχο και μόνο, την παράσταση, προσπερνώντας οποιουδήποτε είδους σκοπέλους, ως δημιουργός-ισορροπιστής. Αυτό που με στενοχωρεί είναι η ελλιπής παιδεία στον χώρο της θεατρικής τέχνης, διαπιστώνοντας πως συμπορεύεται με την πορεία της χώρας. Χωρίς συνέχεια, συνέπεια, διάρκεια. Θα τολμήσω να πω, πως η εμπειρία μου, κατά τη διάρκεια μιας συνεργασίας με το ΚΕΘΕΑ, μου θύμισε την αντίληψη της γενιάς μας που βλέπαμε θέατρο επί της ουσίας. Ένα πρόγραμμα στο οποίο συμμετείχαν και οι γονείς των παιδιών, ανταλλάσσοντας απόψεις και προβληματισμούς μέσα από την αγωνία τους να αντιληφθούν, να ταυτιστούν με το κείμενο μέσα από την εμπειρία της ζωής, συζητώντας, ακούγοντας και θέτοντας ερωτήματα».

@Μαρία Μαυρίδου

Φωτογραφία πορτραίτο : Σάκης Αναστασόπουλος

https://www.n-t.gr/el/events/repertory/Aviewfromthebridge



Art & Press

AD BLOCKER DETECTED

We have noticed that you have an adblocker enabled which restricts ads served on the site.

Please disable it to continue reading Art & Press.