Please enable JS

Κώστας Παπακωνσταντίνου: “Το θέατρο είναι η τέχνη του εφήμερου, όταν τελειώσει η παράσταση τελειώνει & το έργο τέχνης.”

Επιμέλεια συνέντευξης Λία Τσεκούρα

 

Ποιες σκέψεις σας γέννησαν την επιθυμία του Woyzeck;

Ο Βόυτσεκ γράφτηκε το 1836 χωρίς ποτέ να ολοκληρωθεί από τον συγγραφέα του. Θεωρείται το έργο που επηρέασε όλη τη σύγχρονη θεατρική δραματουργία και αποτέλεσε τον πρόδρομο πολλών λογοτεχνικών ρευμάτων όπως του νατουραλισμού, του εξπρεσιονισμού, του σουρεαλισμού έως και του επικού θεάτρου του Μπρεχτ. Πρωτοδιάβασα το έργο Βόυτσεκ όταν ήμουν στη δραματική σχολή και με γοήτευσε έντονα. Ένιωθα στο έργο μια ισχυρή πνοή αντιεξουσίας. Πριν δύο χρόνια, όταν ανακοινώθηκαν οι επιχορηγήσεις του υπουργείου πολιτισμού, ως ομάδα, κάναμε μια αίτηση η οποία απορρίφθηκε. Πέρυσι, βρεθήκαμε στο δίλλημα αν θα κάνουμε και πάλι αίτηση. Περιμένοντας να μας απορρίψουν ξανά, σκεφτήκαμε να προτείνουμε ένα κλασικό έργο το οποίο αν δεν παίρναμε  επιχορήγηση, δύσκολα θα  καταπιανόμασταν με αυτό. Προτείναμε τον Βόυτσεκ, η αίτηση εγκρίθηκε κι έτσι φέτος είμαστε εδώ παίζοντας Βόυτσεκ.

Ποια είναι τα καινοτομικά στοιχεία που προσφέρει  η σκηνοθετική σας οπτική;

Για την παράσταση έγινε νέα μετάφραση από τον ποιητή Αλέξη Μάινα, ο οποίος επιμελήθηκε και τη δραματουργική πρόταση της ομάδας για το ανέβασμα του έργου. Στο έργο δεν υπάρχει συγκεκριμένη σειρά στις σκηνές καθώς ο συγγραφέας πεθαίνοντας πολύ νέος δεν πρόλαβε να δώσει την τελική σειρά. Εμείς προτείνουμε μία σειρά σκηνών η οποία πρώτη φορά παρουσιάζεται στην Ελλάδα. Το θέατρο είναι η τέχνη του εφήμερου, όταν τελειώσει η παράσταση τελειώνει και το έργο τέχνης. Θέλαμε μετά από αυτήν την παράσταση να μείνει κάτι και στους επόμενους. Αυτό το κάτι είναι η μετάφραση του Αλέξη Μάινα και η σπουδαία δραματουργική δουλειά που έχει κάνει πάνω στο κείμενο. Σκηνοθετικά επειδή, για να το πω απλά, είμαι πιο Μπρεχτικός και προσπαθώ να κατευθύνω τον θεατή να εστιάσει στην ιστορία και όχι να ταυτιστεί συναισθηματικά με τους ρόλους, δοκίμασα το εξής: στην αρχή της παράστασης προσθέσαμε την ανακοίνωση του τέλους του πραγματικού προσώπου Βόυτσεκ, η υπόθεση του οποίου ενέπνευσε τον Μπύχνερ να γράψει το έργο. «Το 1824 ο στρατιώτης Βόυτσεκ αποκεφαλίζεται στην κεντρική πλατεία της πόλης για τον φόνο της ερωμένης του.» Έτσι, όλοι οι θεατές ξέρουν απ’ την αρχή την κατάληξη του Φραντς Βόυτσεκ και της Μαρίας. Το έγκλημα έχει προαναγγελθεί και παρατηρούμε όλα όσα συμβάλλουν σε αυτό. Ο θεατής δεν έχει την αγωνία του τέλους, το γνωρίζει, είναι αναπόφευκτο, και εστιάζει στο να κρίνει τι επηρεάζει περισσότερο ή λιγότερο το αποτέλεσμα,  ποιες είναι  οι πραγματικές αιτίες.

Υπήρχαν σημεία που σας προβλημάτισαν στην προσέγγιση αυτής της σκηνοθετικής οπτικής;

Δεν με προβλημάτισε η σκηνοθετική προσέγγιση όσο η πρόκληση του εγχειρήματος να ανεβάσουμε τον Βόυτσεκ. Είναι το πιο δύσκολο έργο που έχω σκηνοθετήσει. Αποτελείται από πολλές μικρές σκηνές, εμείς χρησιμοποιούμε 28 σκηνές στην παράσταση που σημαίνει ότι σκηνοθετικά είχα να διαχειριστώ 27 αλλαγές σκηνών. Είναι όλο ένα έργο γρίφος, κάθε φράση του ενέχει και μια αναφορά στη φιλοσοφία, στην αγία γραφή ή στην λογοτεχνία. Επίσης, ο λόγος του είναι τόσο ελλειπτικός που σε αρκετά σημεία μοιάζει με  σημειώσεις και όχι με κατανοητό κείμενο. Τόση αγωνία και λαχτάρα πριν την πρεμιέρα είχα να νιώσω από την πρώτη μου σκηνοθεσία.

 

Τι μας λέει σήμερα ο Buechner και η εποχή του;

Ο Μπύχνερ στον Βόυτσεκ, χρησιμοποιεί για πρώτη φορά ως κεντρικά πρόσωπα αντιήρωες. Η νέα κοινωνική πραγματικότητα του 19ου αιώνα απαιτούσε νέα θεατρικά μέσα για να φωτιστούν οι σκιές του σύγχρονου κόσμου. Ο φτωχός στρατιώτης Βόυτσεκ μοιάζει διαρκώς κυνηγημένος, ξυρίζει το λοχαγό του, εκτελεί την υπηρεσία του και συμπληρώνει τον ελάχιστο μισθό του συμμετέχοντας στο πείραμα μονοφαγίας του γιατρού, τρώγοντας για μήνες μόνο μπιζέλια. Έχει ένα παιδί εκτός γάμου με τη Μαρία. Ως αποτέλεσμα του πειράματος αρχίζει να χάνει σταδιακά την υγεία σώματος και μυαλού. Όταν η Μαρία τον απατά με άλλον άντρα, τη σκοτώνει. Οι αντιήρωες Βόυτσεκ και Μαρία εκπροσωπούν τη συστημική φτωχοποίηση και τις συνέπειες της ανθρώπινης απαξίωσης. Εμείς, παρουσιάζουμε και τη Μαρία ως κεντρική ηρωίδα σ’ ένα έργο που θα μπορούσε να λέγεται «Φραντς και Μαρία». Άλλωστε ο τίτλος Βόυτσεκ είναι μεταγενέστερος, δεν είχε δοθεί από τον συγγραφέα.

 

Ποια είναι η διαφορά, για εσάς, μεταξύ αρχαίου και σύγχρονου θεάτρου;

Ο Βόυτσεκ θεωρείται από πολλούς το πρώτο θεατρικό έργο της σύγχρονης εποχής. Εκ τότε έχουν γραφτεί καλύτερα θεατρικά έργα, πιο εναργή ως προς τους κώδικες και τη φόρμα τους. Όμως ο Βόυτσεκ είναι ένα έργο αρχετυπικό, είναι να σαν να επιστρέφεις πάλι στην πηγή, εκεί από όπου ξεκίνησαν όλα. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με το αρχαίο δράμα. Υπάρχουν μεταγενέστερα θεατρικά κείμενα που μας είναι πιο προσιτά και κατανοητά, αλλά επιστρέφουμε σε αυτά τα αρχετυπικά έργα για να κατανοήσουμε καλύτερα τον κόσμο και τον εαυτό μας.

 

Υπάρχει κόκκινη γραμμή στη σκηνοθετική οπτική μιας παράστασης αρχαίου θεάτρου;

Δεν έχω σκηνοθετήσει ακόμη αρχαίο κείμενο. Θα το ήθελα πάρα πολύ, άλλωστε η στιγμή που είπα μέσα μου ως έφηβος ότι θέλω να ασχοληθώ επαγγελματικά με το θέατρο, ήταν όταν είδα πρώτη φορά παράσταση στην Επίδαυρο. Πιστεύω πως κάποια στιγμή, ελπίζω σύντομα, θα σκηνοθετήσω αρχαίο δράμα. Οι κόκκινες γραμμές δεν νομίζω ότι αλλάζουν. Πριν τις κόκκινες γραμμές  που τις βάζουμε εμείς, υπάρχουν οι γραμμές που μας επιβάλλονται από έξω και τις βάζουμε πάλι εμείς για να μην ενοχλήσουμε, από φόβο. Αυτές οι γραμμές με απασχολούν πιο πολύ και με αυτές παλεύω μέσα μου. Δεν μπορείς να είσαι καλλιτέχνης αν φοβάσαι να ενοχλήσεις.

Γιατί πάμε ακόμη θέατρο σε μια Ελλάδα που παλεύει να επιβιώσει;

Η Ελλάδα αν και δεν έχει ξεπεράσει ακόμη την οικονομική κρίση, νομίζω πως δεν παλεύει για την επιβίωσή της. Σίγουρα, δεν υπάρχει μόνο μία Ελλάδα. Κάποιοι παλεύουν για την επιβίωσή τους, κάποιοι όχι. Όποιος/α πάντως αγαπάει το θέατρο, δεν μπορεί να σταματήσει να κάνει ή να βλέπει θέατρο. Οι επισκέψεις των θεατρόφιλων στις παραστάσεις έχουν περιοριστεί αλλά δεν έχουν σταματήσει. Γιατί όμως κάνουμε ή πάμε θέατρο γενικά; Αυτή είναι μεγάλη συζήτηση και θέλει πολλή σκέψη. Σε όποια όμως συμπεράσματα κι αν οδηγηθούμε, θα δούμε πως οι λόγοι για τους οποίους πάμε στο θέατρο δεν έχουν εκλείψει. Βέβαια πρέπει να παραδεχτούμε πως δυστυχώς, το χρήμα ορίζει τις επιλογές μας.

 

Ποιες σκέψεις παίρνει μαζί του ο θεατής αφήνοντας πίσω του τον Buechner;

Ο Γκέοργκ Μπύχνερ (1813-1837) έφυγε από τη ζωή μόλις 23 ετών. Στον σύντομο βίο του πρόλαβε παράλληλα με τις σπουδές του στην ιατρική, να αναπτύξει έντονη επαναστατική και πολιτική δράση και να αφήσει σημαντικό λογοτεχνικό έργο. Γράφει τρία θεατρικά και ένα αφήγημα. Η ανατρεπτικότητα των έργων του μένει αρχικά αφανής, μέχρι την έκδοση του Βόυτσεκ μισό αιώνα αργότερα. Το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο του γερμανόφωνου χώρου φέρει το όνομά του. Είναι κοινός τόπος πια ότι το σύγχρονο παγκόσμιο θέατρο ξεκινάει με έναν πιτσιρικά, έναν πρόωρα χαμένο επαναστάτη-ανατόμο, τον Μπύχνερ.

 

Πληροφορίες για την παράσταση ΒΟΫΤΣΕΚ του Γκέοργκ Μπύχνερ στο Θέατρο Σημείο ΕΔΩ