Πώς προέκυψε η ιδέα να ενσαρκώσεις τη Σοφία και τι σε άγγιξε περισσότερο στην ιστορία αυτής της γυναίκας;
Για το πώς προέκυψε η ιδέα να ενσαρκώσω τη Σοφία, θα πρέπει να ρωτήσετε τον σκηνοθέτη μου, τον κύριο Ελευθεριάδη. Εκείνος γνωρίζει καλύτερα πώς με φαντάστηκε σε αυτόν τον ρόλο. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, θα έλεγα πως αυτό που με άγγιξε περισσότερο είναι ότι τέτοιες ιστορίες, δυστυχώς, δεν είναι καθόλου μακρινές από την πραγματικότητά μας. Είναι καθημερινές. Τις βλέπουμε στην τηλεόραση και στα δελτία ειδήσεων, τις ακούμε στο ραδιόφωνο και, κάποιες φορές, τις συναντάμε ακόμη και στις διπλανές μας πόρτες. Κάποιες από εμάς τις έχουμε βιώσει και βρήκαμε τη δύναμη να μιλήσουμε γι’ αυτές. Κάποιες άλλες γυναίκες, όμως, τις βιώνουν ακόμη και σήμερα, χωρίς να μπορούν να τις μοιραστούν ούτε καν με τον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτό συμβαίνει και στη γυναίκα που ενσαρκώνω. Είναι μια γυναίκα που χάθηκε μέσα στη δίνη μιας, φαινομενικά, αόρατης χειραγώγησης. Γιατί, πολλές φορές, δεν χρειάζεται να υπάρχουν σημάδια πάνω σε ένα σώμα για να μιλήσουμε για βία. Η ψυχολογική και η λεκτική βία μπορούν να τραυματίσουν εξίσου βαθιά με ένα χτύπημα, ακόμη κι αν δεν αφήνουν κανένα ορατό σημάδι. Με αγγίζουν, λοιπόν, αυτές οι γυναίκες. Οι γυναίκες που θα μπορούσαν να είναι η μητέρα μου, μια φίλη μου, η κοπέλα που γνώρισα κάποτε σε μια παρέα ή, ίσως, ακόμη κι εγώ. Γιατί πίσω από κάθε τέτοια ιστορία υπάρχει ένας άνθρωπος που κάποια στιγμή χρειάστηκε να σωπάσει, να φοβηθεί ή να αμφισβητήσει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Και νομίζω πως αυτό είναι που κάνει την ιστορία της Σοφίας τόσο οικεία και, ταυτόχρονα, τόσο δύσκολη.
Η παράσταση εστιάζει στην αόρατη βία και τον εσωτερικευμένο τρόμο, οπότε πώς προσέγγισες υποκριτικά αυτές τις τόσο λεπτές και επώδυνες ψυχολογικές καταστάσεις;
Νομίζω πως το πιο δύσκολο σε έναν τέτοιο ρόλο είναι ακριβώς αυτό, να αποδώσεις κάτι που δεν φαίνεται. Η αόρατη βία δεν έχει πάντα μια ξεκάθαρη στιγμή, ένα ξέσπασμα ή ένα εμφανές σημάδι. Υπάρχει στις σιωπές, στις παύσεις, στον τρόπο που ένας άνθρωπος κοιτάζει, αναπνέει, κινείται ή διστάζει πριν μιλήσει. Προσπάθησα, λοιπόν, να μην «παίξω» τον φόβο, αλλά να τον αφήσω να υπάρχει μέσα στη Σοφία. Να καταλάβω τι έχει συμβεί μέσα της και πώς όλα αυτά που έχει βιώσει έχουν αλλοιώσει σιγά σιγά τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον εαυτό της, τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί της και τελικά την ίδια την πραγματικότητα. Με ενδιέφερε πολύ η εσωτερική διαδρομή μιας γυναίκας που, πολλές φορές, δεν αντιλαμβάνεται καν ότι βρίσκεται μέσα σε έναν κύκλο βίας. Η χειραγώγηση μπορεί να είναι τόσο σταδιακή και ύπουλη, ώστε κάποια στιγμή ο άνθρωπος να αρχίσει να αμφισβητεί τη δική του κρίση, τη μνήμη του, ακόμη και το δικαίωμά του να αισθάνεται αυτό που αισθάνεται. Ως ηθοποιός προσπάθησα να ακούω περισσότερο απ’ ότι να «δείχνω». Να αφήνω το σώμα, τη φωνή και κυρίως τις σιωπές να λένε όσα η Σοφία δεν μπορεί να πει με λόγια. Και ίσως εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη δυσκολία αλλά και η μεγαλύτερη δύναμη αυτού του ρόλου: στο να κρατάς έναν ολόκληρο εσωτερικό κόσμο ζωντανό, ακόμη κι όταν εξωτερικά σχεδόν τίποτα δεν συμβαίνει.
Το έργο έχει μια πρωτοποριακή δομή παράλληλων και τεμνόμενων μονολόγων, οπότε πώς λειτουργεί αυτός ο συντονισμός με τις άλλες δύο ηθοποιούς πάνω στη σκηνή;
Με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη μας, καταφέραμε να αφηγηθούμε την ίδια ιστορία μέσα από διαφορετικά πρίσματα και διαφορετικές φωνές. Να γίνουμε, κατά κάποιον τρόπο, ένα σώμα με τρεις διαφορετικές φωνές. Ο συντονισμός αυτός είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, γιατί απαιτεί να ακούμε διαρκώς η μία την άλλη, να αντιλαμβανόμαστε τον ρυθμό, τις παύσεις, τις εντάσεις και κυρίως το πότε η δική μας φωνή συναντά ή συμπληρώνει τη φωνή της άλλης. Δεν λειτουργούμε ως τρεις ξεχωριστές ηρωίδες, αλλά ως τρεις διαφορετικές οπτικές μιας κοινής ιστορίας. Και, ταυτόχρονα, αυτή ακριβώς η δυσκολία είναι και η μαγεία του θεάτρου. Το άχρονο συναντά το συγκεκριμένο, το τότε συνυπάρχει με το τώρα και οι διαφορετικές φωνές μπλέκονται μεταξύ τους, δημιουργώντας έναν ενιαίο σκηνικό κόσμο. Δεν θέλουμε να δώσουμε στον θεατή μία και μοναδική ανάγνωση. Θέλουμε να του αφήσουμε χώρο να συνδεθεί με την ιστορία με τον δικό του τρόπο, να αναγνωρίσει ίσως κάτι δικό του και να πάρει από την παράσταση τα μηνύματα που εκείνος θα αισθανθεί και θα κρατήσει.
Πώς είναι η συνεργασία σου με τον Γιάννη Τσούτσια που βρίσκεται ως μουσικός επί σκηνής και πόσο σε βοηθά η ζωντανή μουσική στην εξέλιξη του ρόλου σου;
Με τον Γιάννη Τσούτσια δεν είναι η πρώτη φορά που συνεργαζόμαστε. Εκτός από υπέροχος μουσικός, είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός και, πάνω απ’ όλα, ένας καλός φίλος. Οπότε η χαρά μου που βρισκόμαστε ξανά επί σκηνής είναι μεγάλη. Ο ρόλος του Γιάννη στην παράσταση δεν περιορίζεται στον ήχο της κιθάρας του. Είναι ένας ακόμη ρόλος του έργου, μια ακόμη φωνή που συναντά και μπλέκεται με τις δικές μας. Οι μουσικές του επιλογές δημιουργήθηκαν από το μηδέν, μέσα από αυτοσχεδιασμούς και μέσα από τη διαδικασία της πρόβας, οπότε η μουσική δεν λειτουργεί απλώς ως συνοδεία· γεννιέται και εξελίσσεται μαζί με την παράσταση. Για μένα, η ζωντανή μουσική δημιουργεί μια πολύ ιδιαίτερη συνθήκη. Υπάρχει κάτι απρόβλεπτο και ζωντανό σε αυτή τη συνύπαρξη, που με κρατά σε διαρκή εγρήγορση. Νιώθω ασφάλεια όταν έχω τον Γιάννη δίπλα μου, αλλά ταυτόχρονα νιώθω πως η μουσική του ανοίγει έναν ακόμη δρόμο για να συναντήσω τη Σοφία. Είναι σαν μια «δεύτερη φωνή» που αγκαλιάζει όχι μόνο τις δικές μας φωνές, αλλά ολόκληρο το έργο. Και αυτό, για μένα, είναι από τα πιο όμορφα στοιχεία της παράστασης.
Το κείμενο ξετυλίγει με χειρουργική ακρίβεια τις συνέπειες της ενδοοικογενειακής χειραγώγησης, αναδεικνύοντας πώς ο φόβος ακυρώνει τα πιο θεμελιώδη ανθρώπινα ένστικτα, οπότε ποια θεωρείς ότι είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στο να αποδώσεις αυτή την τραγική πτυχή της χειραγώγησης;
Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να αποδώσεις έναν άνθρωπο που, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, αρχίζει να γίνεται ο ίδιος ο φυλακιστής του εαυτού του. Όχι επειδή επιλέγει την καταστροφή του, αλλά επειδή ο φόβος, η χειραγώγηση και η συνεχής αμφισβήτηση της πραγματικότητάς του τον έχουν οδηγήσει στο σημείο να μην εμπιστεύεται πια τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό είναι και το πιο τραγικό κομμάτι της ιστορίας της Σοφίας. Η βία έχει περάσει τόσο βαθιά μέσα της, ώστε δεν χρειάζεται πλέον να υπάρχει πάντα κάποιος απέναντί της για να την επιβάλει. Έχει γίνει εσωτερική φωνή. Ένας φόβος που την ακολουθεί ακόμη κι όταν είναι μόνη. Ως ηθοποιός, η πρόκληση είναι να μη δείξω απλώς μια γυναίκα που φοβάται, αλλά να προσπαθήσω να καταλάβω πώς φτάνει ένας άνθρωπος στο σημείο να αμφισβητεί τις ίδιες του τις σκέψεις, τις επιλογές και την αξία του. Να αποδώσω αυτή τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «ξέρω ότι κάτι δεν είναι σωστό» και στο «μήπως τελικά φταίω εγώ;». Και νομίζω πως εκεί βρίσκεται η δύναμη αλλά και η τραγικότητα της χειραγώγησης. Δεν καταστρέφει μόνο την ελευθερία ενός ανθρώπου· μπορεί να τον κάνει να πιστέψει ότι δεν δικαιούται καν να την αναζητήσει. Η Σοφία δεν είναι συμμέτοχη στη βία που υφίσταται. Είναι μια γυναίκα που έχει μάθει να ζει μέσα στον φόβο της. Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο πράγμα που χρειάστηκε να κουβαλήσω μέσα στον ρόλο.
Πώς νιώθεις που επιστρέφεις στη σκηνή του Θεάτρου ΔΡΟΜΟΣ με ένα τόσο σκληρό και επίκαιρο κοινωνικό δράμα;
Νιώθω μεγάλη χαρά που επιστρέφω στο Θέατρο ΔΡΟΜΟΣ, ιδιαίτερα με μια παράσταση που πραγματεύεται ένα τόσο σκληρό αλλά και τόσο επίκαιρο θέμα. Άλλωστε, και ένα από τα τελευταία έργα στα οποία συμμετείχα στο Θέατρο ΔΡΟΜΟΣ, για τέσσερις σεζόν, ήταν εξίσου σκληρό και επίκαιρο. Αναφέρομαι στο «Όλο σπίτι, κρεβάτι κι εκκλησία» της Φράνκα Ράμε, όπου ο σκηνοθέτης Εμμανουήλ Μαύρος μου εμπιστεύτηκε τον μονόλογο της «Πουτάνας στο φρενοκομείο». Μια ακόμη βασανισμένη ψυχή, μια ακόμη γυναικεία ιστορία που, δυστυχώς, παραμένει επίκαιρη. Και ίσως αυτό είναι που με συγκινεί περισσότερο σε αυτή την επιστροφή. Οι ιστορίες αλλάζουν, οι γυναίκες αλλάζουν, οι εποχές περνούν, αλλά ακόμη βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση να μιλάμε για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, για τη βία, τη χειραγώγηση, την ελευθερία της και για το πώς «θα έπρεπε» να είναι τα πράγματα. Λυπάμαι που ακόμη χρειάζεται να τα συζητάμε. Ταυτόχρονα, όμως, νιώθω μόνο ευγνωμοσύνη που η τέχνη μού δίνει τη δυνατότητα να μιλώ γι’ αυτές τις σκληρές αλήθειες. Γιατί το θέατρο, πέρα από ψυχαγωγία, μπορεί να γίνει ένας τρόπος να φωτίσουμε όσα συχνά μένουν στο σκοτάδι και, ίσως, να ανοίξουμε έναν διάλογο που η κοινωνία έχει ακόμη ανάγκη.
Τι θα ήθελες να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση, ειδικά σε μια εποχή που η συζήτηση για την ενδοοικογενειακή βία είναι πιο ανοιχτή από ποτέ;
Θα ήθελα, πάνω απ’ όλα, να φύγει με την αίσθηση ότι καμία μορφή βίας δεν είναι «αρκετά μικρή» για να την αγνοήσουμε. Ότι η βία δεν είναι μόνο ένα χτύπημα. Μπορεί να είναι μια λέξη, ένας έλεγχος, μια απειλή, μια συνεχής απαξίωση, ένας φόβος που μεγαλώνει σιωπηλά μέσα σε έναν άνθρωπο. Και θα ήθελα να κρατήσει μαζί του την ανάγκη να κοιτάζει λίγο πιο προσεκτικά γύρω του. Γιατί πολλές φορές ο άνθρωπος που βρίσκεται δίπλα μας μπορεί να χρειάζεται βοήθεια και να μην έχει τη δύναμη ή την ασφάλεια να τη ζητήσει. Ίσως μια κουβέντα, ένα βλέμμα, μια ερώτηση, ένα «είμαι εδώ» να είναι πιο σημαντικά απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε. Χαίρομαι που σήμερα μιλάμε περισσότερο ανοιχτά για την ενδοοικογενειακή βία. Θα ήθελα, όμως, η συζήτηση να μη μείνει μόνο στις λέξεις. Να γίνει περισσότερη κατανόηση, περισσότερη στήριξη και, κυρίως, περισσότερη πράξη. Κι αν ένας θεατής φύγει από την παράσταση και αρχίσει να βλέπει διαφορετικά μια κατάσταση που μέχρι χθες προσπερνούσε, ή αν κάποιος που βιώνει κάτι αντίστοιχο νιώσει έστω για μια στιγμή ότι δεν είναι μόνος, τότε για μένα η παράσταση έχει ήδη πετύχει κάτι πολύ σημαντικό. Γιατί το θέατρο δεν μπορεί να λύσει από μόνο του τέτοιες βαθιές κοινωνικές πληγές. Μπορεί, όμως, να ανάψει ένα φως πάνω τους. Και πολλές φορές, αυτό είναι το πρώτο βήμα για να πάψουν να είναι αόρατες.
Πληροφορίες για την παράσταση:

Το Art and Press δημιουργήθηκε με σκοπό την πολιτική, πολιτιστική και πολύπλευρη ενημέρωση των πολιτών. Πίσω από τη λειτουργία του Art and Press υπάρχει μία ομάδα «ανήσυχων» ανθρώπων, που προέρχονται από διάφορους κοινωνικούς χώρους, στους οποίους προσέφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν εθελοντικά όπου και όσο μπορούν. Η κοινή αγάπη των μελών της ομάδας μας για την πολιτική, τον πολιτισμό και γενικά την ενημέρωση, είναι η κινητήρια δύναμη για την παρακολούθηση, καταγραφή και παρουσίαση σε όλους εσάς, όσων συμβαίνουν. Δεν μας καθοδηγεί κανείς, δεν μας χρηματοδοτεί κανείς και ως εκ τούτου παραθέτουμε τα γεγονότα όπως ακριβώς λαμβάνουν χώρα. Η πορεία του Art and Press είναι συνεχόμενα και ραγδαία ανοδική όσον αφορά την προσέλκυση επισκεπτών / αναγνωστών τόσο στην κύρια ιστοσελίδα όσο και στο κανάλι του Youtube.