Please enable JS

Βασίλης Μαγουλιώτης

H εμπειρία του να γράφεις, να σκηνοθετείς & να εκτίθεσαι στη σκηνή.

Ο Βασίλης Μαγουλιώτης είναι σύγχρονος Έλληνας ηθοποιός, συγγραφέας, δραματουργός και σκηνοθέτης με ενεργή παρουσία στο ελληνικό θέατρο και τις τέχνες της σκηνής.

Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.

Ηθοποιός με συμμετοχές σε παραστάσεις όπως Ο Βίος του Γαλιλαίου, Αντιγόνη, 12η Νύχτα κ.ά.

Συγγραφέας θεατρικών έργων, με το ψευδώνυμο Suyako. Έχει γράψει έργα που παρουσιάζονται στη σύγχρονη ελληνική σκηνή. Κείμενά του έχουν ανέβει στο θέατρο και έχουν χαρακτηριστεί για το χιούμορ και την ευαισθησία τους.

Εμφανίζεται επίσης ως ηθοποιός σε κινηματογραφικά έργα, όπως στην ταινία The Man with the Answers (2021), όπου πρωταγωνιστεί.

Πώς συνδυάζεις την τριπλή ιδιότητα, ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας;

Με πολύ κόπο. Κοίτα αυτό που έγινε στο Merde ήταν πάρα πολύ δύσκολο.
Εγώ μπορώ να πω ότι σαν ηθοποιός φέτος κατάφερα να το απολαμβάνω. Πέρσι δηλαδή δεν μπόρεσα να ησυχάσω.
Παρότι παίξαμε τρεις μήνες την παράσταση, εγώ ήμουνα για καιρό στο μετασεισμό των προβών.
Ήταν συνέχεια το μυαλό μου τριχοτομημένο.
Να ακούω το κείμενο, να ακούω τη σκηνοθεσία, να ακούω…
Και οι πρόβες ήταν πολύ δύσκολες γιατί άφηνα πάρα πολύ στην άκρη τον ηθοποιό για να ασχοληθώ με τα άλλα πράγματα.
Πολλές φορές δεν είχα καθαρό μάτι σκηνοθετικό, γιατί είχα πάρα πολύ στο μυαλό μου το έργο μου, το έργο μου, μη χαλάσει το έργο μου και πώς θα βγει το έργο μου.
Και άλλες φορές που μέσα στο σκηνοθετικό πάθος, ας πούμε, ξέχναγα τι ήθελε να πει το έργο και έχανα τον μπούσουλα.
Είναι πάρα πολύ δύσκολο, δεν ξέρω αν θέλω να το ξανακάνω τόσο, το τριπλό.
Αλλά ήταν ανάγκη να γίνει, γιατί με αυτή την παρέα από τους “Παίκτες”, αυτή ήταν η φαντασίωση, ότι ήθελα να γράψω κάτι για εμάς και να παίξουμε όλοι μαζί.
Δεν γινόταν δηλαδή εγώ να μην είμαι μέσα σε αυτό, δεν γινόταν να μην παίξω.

Με τον Κουτλή έχετε μια τακτική συνεργασία.

Ναι, ναι, ναι, ναι. Χρόνια, κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια.

Όυτως ή άλλως με τον Κουτλή, μωρέ, κάθε φορά μπλέκουμε σε επίπεδο δημιουργίας μαζί, συζητάμε πράγματα, δηλαδή δεν είναι ότι απλά ήμουνα ηθοποιός, γι’ αυτό και έχω κάνει δραματουργική επεξεργασία σε παραστάσεις του, γιατί μοιραζόμαστε πολύ συχνά ιδέες.
Εδώ στο Merde, επειδή ήταν δικό μου το κείμενο, δε γινόταν να μην το συσκηνοθετήσουμε, αυτό το πρότεινε ο ίδιος ο Κουτλής, γιατί κατάλαβε τι μανία έχω με τα κείμενα μου.
Οπότε μου λέει, έλα να μπλέξουμε μαζί, γιατί αλλιώς θα με πρήξεις.

Χρήστος Συμεωνίδης

Τι ήθελες να προκαλέσεις στους θεατές στο Merde και τι στη “Συναρπαστική εξέργαση του Χούλιο Τόγκα;
Στο “Merde”, είτε μιλάμε για θεατή, ο οποίος δεν σχετίζεται με το θέατρο, είτε μιλάμε για θεατή, ο οποίος με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο σχετίζεται, είτε επειδή είναι χρόνια θεατρόφιλος, είτε είναι πιο άμεσα εμπλεκόμενος, είτε όχι και για τους δύο, ένα πράγμα εύχομαι: Να ξεκαρδιστούν στα γέλια.
Δηλαδή, αυτό που πραγματικά είναι το Merde για μένα στην πορεία μου, καλλιτεχνικά, είναι μια σπουδή πάνω στην τέχνη της κωμωδίας, όχι απλά σαν κάτι το οποίο το βλέπεις στη σκηνή και λες α τι ωραία κομωδία, αλλά σαν μια τέχνη του να κάνω τον απέναντι, να μεθοδεύσω “ύπουλα”, με διάφορα στάδια, το να ξεκαρδιστεί στα γέλια. Και αυτό θέλει χρόνο. Είναι κάτι που και σαν ηθοποιός το μελέτησα και στους “Παίχτες” και με άλλες δουλειές που έχω κάνει, αλλά και σαν θεατής άλλων κωμωδιών, ότι εναι φοβερό πεδίο έρευνας. Δεν λέω αν το έχω καταφέρει ή όχι, αλλά λέω ότι το Merde είναι η προσπάθεια μου προς αυτήν την κατεύθυνση, το πανεπιστήμιο μου, πάνω στο θέμα κωμωδία. Δηλαδή, παλιά εγώ έλεγα ανέκδοτα. Μ’ αρέσε πάρα πολύ να λέω ανέκδοτα, πιτσιρικάς. Έχει εκλειψει αυτή η τέχνη. Και επειδή έλεγα το ίδιο ανέκδοτο, δεκαπέντε χιλιάδες φορές, κάθε φορά το βελτίωνα, κρίνοντας πως γινόμουν καλύτερος σε αυτό και πως θα κατάφερνα να κάνω τον κόσμο να ξεκαρδιστεί, π.χ. μη βάζοντας τρία αστεία στη σειρά, γιατί θα καεί το τρίτο, επειδή θα γελάει με τα δυο και δε θα έχει πια αντοχή, κλπ. Θέλει μέθοδο, θέλει να τον ησυχάσεις, να βαθύνει το πράγμα, να πάμε να μιλήσουμε σοβαρά και εκεί που έχει ξεχαστεί η κωμωδία να ξανάρθει. Είναι μεγάλη τέχνη το να μελετήσεις ποιο μέρος του σώματος του θα γελάσει κάθε φορά, ποιο ζωτικό όργανο θα γελάσει το στομάχι του, το έντερό του, η καρδιά του, το λέω μεταφορικά, αλλά σίγουρα καταλαβαίνεις τι εννοώ. Είναι άλλο το γέλιο που προέρχεται από εγκέφαλο, δηλαδή μιλώντας λ.χ. για τη διαφθορά του ελληνικού παρακράτους και είναι άλλο το γέλιο που προέρχεται επειδή κάποιος κλάνει επί σκηνής.


Στο Merde, λοιπόν, ήταν για μένα αποφασισμένο εγκεφαλικά, ότι θέλω να μελετήσω πώς θα κάνω τους θεατές να γελάσουν, να τους πιάσει νευρικό γέλιο. Ενώ ο “Χούλιο Τόγκα” δεν γράφτηκε με τόσο εγκεφαλικά αποφασισμένη στόχευση. Σ’ αυτό το έργο, στόχος είναι ένα σαράκι προσωπικό το οποίο είναι πολύ βαθύ και πυρηνικό μέσα μου, πώς να καταφέρω να το εμφανίσω επί σκηνής, περκυκλώνοντας το με όλη του τη σχετικότητα. Δηλαδή, νομίζω ότι το στοίχημα είναι να καταφέρω να δονηθεί η ψυχή μας σε ένα πιο συγκινησιακό κομμάτι και όχι τόσο “γελαστικό”, διατηρώντας όμως όλη τη σχετικότητα της ζωής.Γιατί νομίζω ότι το δύσκολο είναι αυτό, όταν πας να περικυκλώσεις το θέμα με όλη τη σχετικότητα, τότε τα συναισθήματα δεν χωράνε. Γιατί το συναίσθημα χρειάζεται “δόγμα” πολλές φορές. Χρειάζεται μια ξεκάθαρη απόφαση μεταξύ καλών και κακών, μια ξεκάθαρη απόφαση νοσταλγίας και πόνου προς τα πίσω, ελπίδας ή μη ελπίδας, μια ξεκάθαρη κατάσταση για τα ίδια τα συναισθήματα.Αυτό που μου φαίνεται εμένα ενδιαφέρον και που προσπαθώ να κάνω, γιατί το θεωρώ και εξαιρετικά σύγχρονο αυτό, είναι το να μπορέσει η ψυχή μας να “φωλιάσει” μέσα στη σχετικότητα.

Τα δύο αυτά έργα, οι δύο αυτές παραστάσεις, το “Μerde” κι ο “Χούλιο Τόγκα” είναι τελείως διαφορετικά πράγματα, κειμενικά, αισθητικά, υποκριτικά, τα πάντα όλα. Σαν πρόθεση, σαν όραμα, σαν οτιδήποτε.
Είναι ακριβώς, όπως εγώ τώρα εδώ, αν θέλω να σε κάνω να γελάς και να σου πω ένα ανέκδοτο, είναι τελείως διαφορετικό από το αν θέλω να σου κάνω ερωτική εξομολόγηση ή αν θέλω να σε πείσω να συστρατευτείς μαζί μου σε ένα πολιτικό κίνημα. Είναι τελείως διαφορετικά όλα, άλλο ποτό θα πιούμε, σε άλλο μαγαζί θα κάτσουμε. Η πρόθεση πάνω απ’ όλα ήταν διαφορετική και αυτό συμπαρέσυρε όλα τα υπόλοιπα.

Γιατί τοπόθετησες την υπόθεση στην Αργεντινή και όχι κατευθείαν Ελλάδα;

Ναι, σε αντίθεση με το Merde, ας πούμε, που, όχι απλά το πήγα Ελλάδα, αλλά έβαλα τα ονόματα των ρόλων να είναι τα ονόματα των ηθοποιών. Σαν να λέμε ότι, παιδιά, δεν θα προσπαθήσουμε καν να απομακρυνθούμε. Εμείς οι ίδιοι είμαστε σε ένα παράλληλο σύμπαν που αντί για συγγραφέας ήμουν κολαούζος και ο Γιάννης που αντί για ηθοποιός ήταν σκηνοθέτης, και ο Κώστας παραγωγός.

Ναι, εδώ συμβαίνει το αντίστροφο. Ίσα, ίσα βάζουμε μάσκα και μάλιστα σκληρή μάσκα και απομακρυνόμαστε, πηγαίνουμε στου διάολου τη μάνα. Αυτό είναι μια άλλη επιλογή, μια τεχνική “απομάκρυνσης”, προκειμένου να μιλήσουμε ακόμα πιο βαθιά για εδώ.
Είναι κάτι που κάνει και ο Μπρέχτ, όταν τοποθετεί τη “Μάνα κουράγιο” στο 1600, ενώ θέλει να μιλήσει για το β’ παγκόσμιο πόλεμο. Ή τον ”Καλό άνθρωπο του Σετσουάν”, τον μετακινεί στην Κίνα, ενώ ήθελε να μιλήσει για τα πράγματα της Ευρώπης του 1950. Θεωρώ ότι όταν απομακρύνεσαι γίνεσαι πιο αλληγορικός και πιο ποιητικός. Και αυτό ήταν μια από τις βασικές προθέσεις αυτής της συζήτησης που θέλω να κάνω. Ενώ αντίστροφα η σάτυρα που είναι περισσότερο το διαολάκι που έχει εμπνεύσει το Merde, χρειάζεται να είναι επικαιροποιημένη και να δημιουργεί έναν κίνδυνο στους καθήμενούς, ότι μπορεί οι σπόντες να πέσουν και σε αυτούς. Ενώ στον Χούλιο η πρόθεσή του είναι πολύ περισσότερο αλληγορική, ποιητική, έχει ανάγκη να σχηματίσει ουτοπίες αλλά και δυστοπίες με έναν άλλο πινέλο. Να χτυπήσει σε άλλο “τσάκρα”. Παρότι και εκεί θέλει να στηλιτεύσει πράγματα της επικαιρότητας και εκεί θέλει να ασκήσει κριτική σε πράγματα που συμβαίνουν τώρα, εδώ. Αλλά το πετυχαίνει με ένα άλλο τακτ, με μια άλλη κομψότητα, η οποία είναι ένα άλλο εργαλείο.

Πάνος Γιαννακόπουλος

Μίλησέ μου για την ομάδα των ηθοποιών στην “Συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα.

Στην ομάδα αυτή, κάποιοι είναι παλιοί φίλοι και κάποιοι πιο φρέσκοι φίλοι.
Πάντως με όλους περάσαμε μια διαδικασία η οποία για μένα ήταν πολύ ζωογόνα. Νομίζω ότι σιγά σιγά κατάφερα να λυτρωθώ από τον εγωισμό μου και τον άγχος μου που είχα σε αυτή τη διαδικασία γιατί τα παιδιά βουτήξαν πάρα πολύ ωραία στην κουβέντα πάνω απ’ όλα. Γιατί χρειάζεται πολύ κουβέντα στο έργο για να ανέβει και χρειάζεται ο καθένας να τοποθετηθεί κάπως απέναντι στα διακυβεύματα του έργου είτε αυτά έχουν να κάνουν με πολιτικούς στοχασμούς και επικαιρότητα, είτε έχουν να κάνουν με θέματα σχέσεων ζωής, ερωτικών σχέσεων, σχέσεων, με το θάνατο, με τη γέννηση, τα πάντα όλα.
Όπότε μέσα σε αυτό τα παιδιά μπήκανε με πολύ μεγάλο θάρρος και με πολύ πολύ αγάπη και πολύ ζέστη, και εκεί πέρα που κάναμε πρόβες στην Κυψέλη, δημιουργήθηκε μια ωραία θράκα, που ήταν φοβερά συγκινητική.
Γύρναγα σπίτι μου πάρα πολύ εμπνευσμένος και ξανάγραψα πάρα πολλά πράγματα στη διάρκεια των προβών. Ήταν για μένα μια φοβερά εμπνευστική λειτουργία. Νομίζω με έχει προχωρήσει πάρα πολύ σαν καλλιτέχνη. Μ’ έχει ωριμάσει πάρα πολύ. Ήταν φοβερά εκπληρωτικό ότι έκανα τον Χουλιο Τόγκα με αυτούς τους ανθρώπους. Γιατί ενώ υπολόγιζα στην αρχή ότι απλά θα πάω με αυτό το έργο μου και επιτέλους θα σκηνοθετήσω και θα κάνω αυτό που γουστάρω και θα είμαι μόνος μου, απόλυτος δικτάτορας, τελικά στην πορεία “ξεφοβήθηκα” στο να μοιραστώ περισσότερο την διαδικασία.
Και έτσι κατάλαβα ότι είναι ζητούμενο να καθοδηγώ, αλλά το να το αρνούμαι ταυτόχρονα βοηθάει τους άλλους να υπάρξουν ολόκληροι και σε αυτό και να συμπράξουμε τόσο πολύ που εγώ νιώθω πια ότι όλοι αυτοί οι ρόλοι είναι τα παιδιά, δεν είναι πια κανένας άλλος. Δηλαδή ακόμα και ο ρόλος του πατέρα που, ξεκάθαρα, δεν είναι γραμμένος για μια νέα γυναίκα της ηλικίας της Μαρίας Αποστολακέα, παρ’ όλα αυτά, για μένα, τώρα πια, ο ρόλος αυτός είναι η Μαρία.

Πληροφορίες για την παράσταση Η Συναρπαστική Εξέργεση του Χούλιο Τόγκα:

:

Πληροφορίες για την παράσταση Μerde:

Η κεντρική φότο είναι του Χρήστου Συμεωνίδη.

Array