Please enable JS

Μαρία Μέντζα

Το αίσθημα πληρότητας έρχεται πραγματικά τη στιγμή που αυτή τη θεατρική εμπειρία τη μοιραζόμαστε με τους θεατές

Το κείμενο της θεατρικής διασκευής “H Παναγία των Παρισίων” βασίζεται σε ένα παγκοσμίου φήμης μυθιστόρημα. Τι σε εντυπωσίασε περισσότερο στον τρόπο που μεταφέρεται στη σκηνή;

Υπάρχουν πολλά στοιχεία της παράστασης, μικρότερα και μεγαλύτερα, όλα όμως εξίσου πολύτιμα, που με ενθουσιάζουν. Κάθε φορά είναι σαν να είμαι κι εγώ ένα από τα παιδιά στο κοινό που αντικρίζει για πρώτη φορά τα σκηνικά: μένω με τα μάτια γουρλωμένα και παρακολουθώ από τα παρασκήνια πώς εμφανίζεται το καμπαναριό από τα σταγκόνια και «προσγειώνεται» στη σκηνή. Είναι σαν να συμβαίνει ένα μαγικό κόλπο και να μεταφερόμαστε σε έναν παραμυθένιο κόσμο, αφήνοντας για λίγο πίσω την πραγματικότητα. Εξίσου εντυπωσιακές είναι και οι ειδικές κατασκευές των γκαργκόιλς και του Τζαλί, του τράγου της Εσμεράλδας, καθώς και ο τρόπος που αυτές ζωντανεύουν επί σκηνής. Πιστεύω πως εντυπωσιάζουν το ίδιο τόσο εμάς τους ηθοποιούς όσο και τους θεατές.

 Ποια είναι η σκηνοθετική προσέγγιση της Κωνσταντίνα Νικολαΐδη και πώς σε βοήθησε, ώστε να βρεις τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στη δραματικότητα του έργου και στη δική σου προσωπική ερμηνευτική σφραγίδα;

Η σκηνοθετική προσέγγιση της Κωνσταντίνας Νικολαΐδη και ο θεμελιώδης σεβασμός που έδειξε προς όλους τους χαρακτήρες του έργου θεωρώ πως μας βοήθησαν σε πολύ μεγάλο βαθμό ως ηθοποιούς να εξερευνήσουμε ελεύθερα τα πλάσματα που υποδυόμαστε: πώς υπάρχουν στη σκηνή, πώς μιλούν, πώς αντιδρούν, πώς γελούν ή πώς κλαίνε. Προσωπικά, σε κάθε παράσταση προσπαθώ να ανακαλύπτω κάτι καινούργιο για τους χαρακτήρες που έχουμε συνδημιουργήσει, έχοντας ως οδηγό τόσο τα δραματικά όσο και τα κωμικά στοιχεία του έργου, αλλά και την κύρια απεύθυνσή μας στο παιδικό κοινό.

 Ποιο στοιχείο της «Παναγίας των Παρισίων» θεωρείς ότι σε εξέλιξε περισσότερο ως ηθοποιό αυτή τη σεζόν;

Στην «Παναγία των Παρισίων» υποδύομαι ένα από τα τέσσερα γκαργκόιλς. Έχει πολύ μεγάλο υποκριτικό ενδιαφέρον το πώς θα ζωντανέψει, θα κινηθεί, θα μιλήσει και θα νιώσει ένα πέτρινο άγαλμα, που κανονικά αποτελεί ένα άψυχο ον. Τα γκαργκόιλς λειτουργούν σαν διαφορετικές πτυχές του Κουασιμόδου, σαν καθρέφτες των συναισθημάτων του. Γι’ αυτό και ζωντανεύουν, όταν εκείνος τα έχει ανάγκη και παγώνουν, μια για πάντα, όταν βρίσκει πλέον νέους φίλους, «πιο γερούς κι από πέτρα».

Εκτός από το γκαργκόιλ, με πολύ γρήγορες εναλλαγές κοστουμιών, βουτάω και στους χαρακτήρες μιας τσιγγάνας και μιας Παριζιάνας. Οι τρεις αυτοί ρόλοι έχουν διαφορετικές φωνές και διαφορετικές σωματικότητες. Οι συνεχείς και γρήγορες εναλλαγές τους κατά τη διάρκεια της παράστασης, πιστεύω πως βοηθούν έναν ηθοποιό να παραμένει σε κατάσταση εγρήγορσης και να εξασκεί το αίσθημα του παιχνιδιού.

 Ως ηθοποιός, ποιο θεωρείς ότι είναι το πιο ουσιαστικό στοιχείο που χρειάζεται σήμερα το θέατρο για να παραμείνει ζωντανό και αναγκαίο για το κοινό;

Πιστεύω πως το θέατρο παραμένει ζωντανό, όταν υπάρχει αληθινή και επιτακτική ανάγκη για τη δημιουργία μιας παράστασης από τους ανθρώπους που τη φτιάχνουν —και όταν αυτή η ανάγκη συνοδεύεται από την επιθυμία να τη μοιραστούν με τους θεατές. Θα παρομοίαζα αυτή την ανάγκη με ένα γαργαλητό που δεν σε αφήνει να ησυχάσεις μέχρι να μπεις στη δημιουργική διαδικασία.

 Ποιο σημείο της διαδικασίας μιας θεατρικής παραγωγής σε γεμίζει περισσότερο δημιουργικά, από την πρώτη ανάγνωση μέχρι την τελική παράσταση και γιατί;

Το ταξίδι από την πρώτη ανάγνωση μέχρι και τη γενική δοκιμή το κουβαλάμε μαζί μας σε κάθε παράσταση. Είναι εγγεγραμμένο στα σώματά μας, αλλά και στις σχέσεις που έχουμε δημιουργήσει, τόσο ως ρόλοι επί σκηνής, όσο και ως συνάδελφοι. Ωστόσο, για μένα το αίσθημα πληρότητας έρχεται πραγματικά τη στιγμή που αυτή τη θεατρική εμπειρία τη μοιραζόμαστε με τους θεατές. Προσωπικός μου στόχος είναι μετά από κάθε παράσταση ο κάθε θεατής να έχει πάρει κάτι μαζί του, έστω κάτι μικρό, έστω μια στιγμή που θα θελήσει να ξαναεπισκεφθεί.

Πληροφορίες για την παράσταση:

Array