Please enable JS

Ορέστης Τρίκας

Tι αξίζει περισσότερο: η αλήθεια ή η ησυχία που αγοράζεται με ψέμα;

Μετά από έντεκα χρόνια που ανεβαίνει η παράσταση «Οι 12 Ένορκοι», μίλησέ μας για το ρόλο σου και πώς τον προσεγγίζεις διαφορετικά από τα προηγούμενα χρόνια;

Υποδύομαι τον Ένορκο 7 — τον άνθρωπο που στην αρχή ψηφίζει «ένοχος» σχεδόν αυτόματα. Όχι από καθαρή πεποίθηση. Από βιασύνη. Από την ανάγκη να τελειώνει. Είναι εκείνος που θέλει να τελειώσει η διαδικασία για να προλάβει τη ζωή του, για να μη χάσει τον χρόνο του, για να μην “μπλέξει” με το βάρος των πραγμάτων. Κι αυτό, για μένα, είναι τρομακτικά ανθρώπινο. Γιατί όλοι κάποια στιγμή έχουμε πει «έλα μωρέ, ας τελειώνουμε», χωρίς να μετρήσουμε τι κοστίζει αυτό το “έλα μωρέ”.

Τα πρώτα χρόνια τον πλησίαζα περισσότερο σαν “τύπο”: ελαφρύ, κυνικό, κάπως αστείο μέσα στην ένταση των άλλων. Σήμερα δεν μου αρκεί αυτό. Τον ψάχνω σαν σύμπτωμα: σαν έναν άνθρωπο που έχει μάθει να προστατεύεται από το συναίσθημα. Γιατί αν νιώσει, αν αφήσει την πραγματικότητα να τον αγγίξει, τότε θα πρέπει να αλλάξει θέση. Να πάρει ευθύνη. Και η ευθύνη είναι πάντα πιο βαριά από την άνεση.

Η διαφορά μου μετά από τόσα χρόνια είναι η σιωπή. Παλιά ίσως “έπαιζα” περισσότερο τις εξάρσεις του. Τώρα με ενδιαφέρει το μικρό — η λεπτομέρεια που προδίδει τον άνθρωπο πίσω από τη μάσκα. Εκεί που για ένα δευτερόλεπτο ο Ένορκος 7 καταλαβαίνει τι σημαίνει: “σηκώνω το χέρι μου και ίσως καθορίζω τη μοίρα ενός παιδιού”. Κάθε βράδυ προσπαθώ να κάνω αυτή τη διαδρομή από την προχειρότητα προς την ευθύνη σαν να είναι η πρώτη φορά. Γιατί εκεί, στο “σαν πρώτη φορά”, βρίσκεται η αλήθεια της παράστασης.

Τι σε έχει συγκινήσει ή σε έχει προκαλέσει περισσότερο στο κείμενο της παράστασης «Οι 12 Ένορκοι», και πώς η μακροχρόνια παρουσία της επί σκηνής επηρεάζει την θεατρική σου εμπειρία;

Αυτό το κείμενο έχει κάτι που δεν το συναντάς συχνά: σε στριμώχνει ηθικά. Δεν σε αφήνει να στέκεσαι απέξω ως θεατής ή ως ηθοποιός. Σε αναγκάζει να πάρεις θέση. Και το κάνει χωρίς να σε χαϊδεύει. Μιλά για τη βιασύνη μας να κρίνουμε, για τις προκαταλήψεις που κουβαλάμε χωρίς να το παραδεχόμαστε, για εκείνη τη στιγμή που λέμε «εγώ ξέρω» ενώ στην πραγματικότητα απλώς φοβόμαστε να αμφιβάλλουμε.

Με συγκινεί επίσης κάτι βαθιά θεατρικό: το ότι η ιστορία εξελίσσεται μέσα σε μια αίθουσα, σχεδόν σαν κλουβί. Δεν υπάρχουν “εξωτερικά” εφέ που να σε σώσουν. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι, λόγος, ένταση, παύσεις. Εκεί φαίνεται τι είμαστε.

Η μακροχρόνια πορεία ενός έργου είναι ευλογία, αλλά είναι και παγίδα. Ευλογία γιατί μεγαλώνει μέσα σου, αποκτά μνήμη, ρίζες, ακρίβεια. Παγίδα γιατί η συνήθεια καραδοκεί. Το “ξέρω τη σκηνή” μπορεί να γίνει ο χειρότερος εχθρός σου. Αυτό που μας κρατά ζωντανούς είναι η επιμονή στη λεπτομέρεια — και εκεί η δουλειά της Κωνσταντίνας είναι καθοριστική: τίποτα δεν επιτρέπεται να γίνει “ρουτίνα”. Κάθε παύση είναι επιλογή. Κάθε βλέμμα έχει λόγο. Δεν έχεις δικαίωμα να παίξεις «στο περίπου». Κι αυτό, όσο περνούν τα χρόνια, γίνεται όχι πίεση, αλλά ελευθερία. Γιατί ξέρεις ότι πατάς σε ένα έδαφος αλήθειας.

Μίλησέ μας για το ρόλο σου στην «Παναγία των Παρισίων» και πώς τον βιώνεις;

Στην «Παναγία των Παρισίων» είμαι ο Γκρεγκουάρ: ποιητής, παρατηρητής, ένας άνθρωπος που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο και — το κυριότερο — να βρει θέση μέσα σε αυτόν. Τον νιώθω σαν ένα πλάσμα που ισορροπεί ανάμεσα στη σκέψη και στο ένστικτο. Θέλει να είναι “πάνω” από τα πράγματα, αλλά η ζωή τον τραβάει μέσα.

Τον βιώνω σαν γέφυρα: φέρνει ανάσα, χιούμορ, μια ανθρώπινη ματιά, χωρίς να προδίδει τη σκοτεινιά του έργου. Η πρόκληση είναι να μην γίνει “χαριτωμένος”. Να μην γίνει ένας ρόλος που απλώς ξεκουράζει το κοινό. Γιατί ο Γκρεγκουάρ είναι και μάρτυρας: βλέπει την ομορφιά και τη φρίκη να συνυπάρχουν. Και πολλές φορές, αυτό που έχει πραγματικά βάρος δεν είναι η ατάκα, αλλά το βλέμμα μετά την ατάκα. Η στιγμή που το γέλιο σταματά και μένει μια μικρή αμηχανία — γιατί ο κόσμος του Ουγκό δεν σε αφήνει να ξεχάσεις ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει σκληρός, αν του δοθεί η άδεια.

Τι έχεις να μας πεις για το κείμενο της «Παναγίας των Παρισίων» και πώς η διασκευή αναδεικνύει την ατμόσφαιρα και τις συγκρούσεις του έργου του Βίκτορος Ουγκό;

Ο Ουγκό έχει γράψει ένα έργο που είναι σαν να κρατά δύο πράγματα ταυτόχρονα: ένα παραμύθι και έναν εφιάλτη. Έρωτας, πίστη, εξουσία, τιμωρία, “διαφορετικότητα”, κοινωνική βία. Και πάνω απ’ όλα, ένας κόσμος που λατρεύει την ομορφιά — αλλά τρομάζει από το διαφορετικό. Αυτό το έργο δεν μιλά μόνο για χαρακτήρες. Μιλά για μηχανισμούς. Για το πώς μια κοινωνία αποφασίζει ποιος αξίζει αγάπη και ποιος αξίζει εξορία.

Η διασκευή και η σκηνοθετική ματιά κρατούν αυτή τη διπλή ανάσα: σκοτάδι και τρυφερότητα μαζί. Με ρυθμό, με εικόνες, με ένταση — χωρίς να γίνεται “εύκολη”. Αυτό που με αγγίζει ιδιαίτερα είναι πως η Νοτρ Νταμ δεν αντιμετωπίζεται σαν ντεκόρ. Στέκεται σαν φορέας μνήμης, σαν να έχει μέσα της αποθηκευμένη την ανάσα μιας εποχής: τους φόβους, τις προσευχές, τις ενοχές, τις κραυγές.

Και η φράση “το βιβλίο θα σκοτώσει το κτίριο” — που στην αρχή ακούγεται αινιγματική — εδώ γίνεται καθαρή σαν αίσθηση: δεν μιλά για γκρέμισμα. Μιλά για αλλαγή εποχής. Για το πού θα κατοικεί η δύναμη και η μνήμη: από την πέτρα περνά στο χαρτί, στον λόγο, στη διάδοση. Και τότε οι συγκρούσεις δεν είναι μόνο “ποιος αγαπά ποιον”. Είναι “ποιος ορίζει την αλήθεια”, “ποιος γράφει την Ιστορία”, “ποιος μένει μέσα κι ποιος πετιέται έξω”.

Πες λίγα λόγια για το ρόλο σου στην παράσταση «Άνθρωπος χωρίς Όνομα» και τι σου προσφέρει η ερμηνεία του σκηνικά και ψυχολογικά;

Στον «Άνθρωπο χωρίς Όνομα» υποδύομαι τον δικηγόρο Ντερβίλ. Σκηνικά είναι ένας ρόλος που δουλεύει σαν μηχανισμός: κρατά ρυθμό, οργανώνει την αφήγηση, ανοίγει το κουτί της υπόθεσης κομμάτι-κομμάτι. Πρέπει να είναι καθαρός, ακριβής, “στέρεος” — γιατί γύρω του η πραγματικότητα είναι θολή.

Ψυχολογικά όμως ο ρόλος έχει μια αθέατη πλευρά: είναι ένας άνθρωπος που στέκεται ανάμεσα στο σύστημα και στον άνθρωπο. Ανάμεσα στο “δεν γίνεται αλλιώς” και στο “πρέπει να γίνει αλλιώς”. Αυτό το “ανάμεσα” είναι εξαντλητικό και πολύ ανθρώπινο. Και για μένα είναι σπουδαίο γιατί με αναγκάζει να κρατάω δύο αλήθειες ταυτόχρονα: την ψυχρή λογική και την ηθική τρυφερότητα.

Αυτό που μου προσφέρει είναι οι εναλλαγές: μια στιγμή χιούμορ, μια στιγμή θυμός, μια στιγμή σιωπή που λέει περισσότερα από λόγια. Και πάντα μια υπενθύμιση: ότι η αλήθεια δεν είναι πάντα βολική, ούτε για εκείνον που την κρύβει, ούτε για εκείνον που τη ζητά.

Πώς σε επηρεάζει το κείμενο της παράστασης «Άνθρωπος χωρίς Όνομα» και τι σε έχει εντυπωσιάσει στη δομή ή στους διαλόγους του έργου;

Με επηρεάζει γιατί είναι ένα έργο που μιλά ωμά για την ταυτότητα και την αξιοπρέπεια: τι κάνεις όταν επιστρέφεις “από τον θάνατο” και κανείς δεν σε αναγνωρίζει; Πόσο εύκολα μπορεί να σου αφαιρεθεί η ζωή σου όχι με μαχαίρι, αλλά με μια κοινωνική συμφωνία; Και τι αξίζει περισσότερο: η αλήθεια ή η ησυχία που αγοράζεται με ψέμα;

Η δομή του με εντυπωσιάζει γιατί χτίζεται σαν υπόθεση που ανοίγει σε στρώματα. Δεν σου πετάει όλα τα χαρτιά στο τραπέζι. Σε υποχρεώνει να προχωράς, να αμφιβάλλεις, να ξαναβλέπεις. Οι διάλογοι είναι κοφτεροί, με ηθικές παγίδες: κάθε φράση κουβαλά επιλογή, κάθε πρόταση έχει συνέπεια. Αυτό για έναν ηθοποιό είναι δώρο. Γιατί σου δίνει χώρο να φτιάξεις ανθρώπους, όχι απλώς “ρόλους”.

Συνεργάζεσαι πολλά χρόνια με τη σκηνοθέτη Κωνσταντίνα Νικολαΐδη. Πώς και πόσο σε έχει επηρεάσει στην εξέλιξη των χαρακτήρων σου στις παραστάσεις;

Η Κωνσταντίνα είναι από τους ανθρώπους που δεν σε αφήνουν να κρυφτείς. Και το λέω αυτό με βαθιά αγάπη. Γιατί για μένα η σχέση μας δεν είναι απλώς μια επαγγελματική συνεργασία. Είναι μια σχέση εμπιστοσύνης, μια σχέση που με έχει διαμορφώσει. Κι εδώ θέλω να το πω καθαρά: την αγαπώ πολύ — αλλά το σημαντικό είναι ότι την θαυμάζω. Γιατί το να αγαπάς έναν άνθρωπο δεν αρκεί, αν δεν τον θαυμάζεις για την πράξη του, για την ακεραιότητά του, για την αλήθεια που απαιτεί. Ο θαυμασμός είναι αυτός που σε κρατά σε εγρήγορση. Δεν σε αφήνει να βολευτείς.

Με έχει επηρεάσει καθοριστικά στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι την ευθύνη του ηθοποιού. Η Κωνσταντίνα δουλεύει με καθαρότητα, με μέτρο, χωρίς “φτιασίδια”, χωρίς να κυνηγά εντυπωσιασμούς. Και αυτό, στον ηθοποιό, είναι σχολείο. Γιατί σε μαθαίνει να στηρίζεσαι σε κάτι πολύ πιο δύσκολο: στο αληθινό. Στο αναγκαίο. Στο ουσιαστικό.

Στις πρόβες της δεν υπάρχει “ας το κάνουμε έτσι να περάσει”. Υπάρχει “γιατί το κάνεις;”. Και αυτή η ερώτηση — επαναλαμβανόμενη, επίμονη, καθαρή — σε αλλάζει. Σε αναγκάζει να ψάχνεις τον χαρακτήρα όχι στο «τι θα δείξω», αλλά στο «τι είναι αλήθεια εδώ». Και όσο περνούν τα χρόνια, αυτό γίνεται για μένα όχι τεχνική, αλλά στάση ζωής: να μην παίζω για να αρέσω. Να παίζω για να πω κάτι που αξίζει.

Και κάτι ακόμη: με την Κωνσταντίνα νιώθω ότι έχω την ασφάλεια να ρισκάρω. Να κάνω λάθος. Να πέσω και να ξανασηκωθώ. Αυτό, για έναν ηθοποιό, είναι πολύτιμο. Γιατί εκεί γεννιούνται οι ρόλοι: όχι στην τελειότητα, αλλά στην έρευνα.

Πώς προσέγγισες σκηνοθετικά την παράσταση «Θάνατος à la Gourmet», που γράφτηκε από τον μαθητή σου Μάνο Σφυράκη, ώστε να αναδείξεις την πρωτοτυπία του έργου χωρίς να επηρεάσεις την προσωπική του γραφή;

Το πρώτο που έκανα ήταν να βάλω όριο στον εαυτό μου: αυτό είναι το έργο του Μάνου. Εγώ είμαι εκεί για να το υπηρετήσω σκηνικά, όχι για να το ξαναγράψω. Το να σκηνοθετείς κείμενο ενός μαθητή σου έχει μια λεπτή ηθική: πρέπει να στηρίξεις τη φωνή του, όχι να την “φτιάξεις” στα μέτρα σου.

Ξεκινήσαμε με ερωτήσεις καθαρές: τι θέλει πραγματικά να πει; ποιος είναι ο πυρήνας του; πού πονάει; πού γελάει; Και μετά, πρακτικά: πώς αυτό γίνεται δράση; πώς γίνεται ρυθμός; πώς γίνεται σκηνική αλήθεια;

Σκηνοθετικά δούλεψα πολύ τον μηχανισμό της μαύρης κωμωδίας: να υπάρχει ακρίβεια, ώστε το γέλιο να έρχεται και μετά να αφήνει πίσω του μια σκιά. Μ’ ενδιαφέρει αυτό το “γέλασα και μετά σκέφτηκα γιατί γέλασα”. Η ατμόσφαιρα να σε τραβάει και ταυτόχρονα να σε ξεβολεύει. Και το πιο βασικό: να έχει χώρο ο συγγραφέας να πει “ναι, αυτό είμαι” ή “όχι, εδώ με χάνεις”. Όταν ο συγγραφέας νιώθει ότι μπορεί να υπερασπιστεί τη γραφή του, τότε η φωνή του προστατεύεται.

Ποιο στοιχείο της καθηγητικής σου εμπειρίας θεωρείς πιο σημαντικό για την προσέγγισή σου στη διδασκαλία και τη μετάδοση γνώσης στους μαθητές σου;

Η ασφάλεια. Αν ο μαθητής δεν νιώθει ασφαλής να αποτύχει, δεν θα τολμήσει ποτέ να είναι αληθινός. Και χωρίς αλήθεια, στο θέατρο, χτίζεις μόνο “πόζες”.

Στη διδασκαλία προσπαθώ να φτιάχνω ένα πλαίσιο πειθαρχίας και εμπιστοσύνης. Πειθαρχία σημαίνει εργαλεία, τεχνική, συνέπεια. Εμπιστοσύνη σημαίνει χώρος να αναπνεύσεις, να πειραματιστείς, να εκτεθείς χωρίς να νιώσεις ότι θα τιμωρηθείς.

Για μένα “μετάδοση γνώσης” δεν είναι να φτιάξω αντίγραφά μου. Είναι να βοηθήσω τον άλλον να βρει τι τον καίει και πώς να το πει καθαρά. Να βρει τη δική του φωνή, όχι τη σωστή φωνή. Και να καταλάβει ότι η τέχνη δεν είναι να δείχνεις. Είναι να επικοινωνείς. Να συναντάς. Να ρισκάρεις την αλήθεια σου μπροστά σε ανθρώπους.

Πληροφορίες για την παραστάσεις που παίζει ο Ορέστης Τρίκας:

Πληροφορίες για την παράσταση που σκηνοθετεί ο Ορέστης Τρίκας:

Array