Please enable JS

Σκέψεις για το έργο Ο κος Ζυλ στο Θ. Πόρτα

Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα.


Η φράση «ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα», που τόσο εύστοχα συνοψίζει τη σκοτεινή
πλευρά της ανθρώπινης φύσης, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως υπόρρητος τίτλος για την
παράσταση Ο Κος Ζυλ του Θωμά Μοσχόπουλου, ελεύθερα εμπνευσμένη από τη Δεσποινίς
Τζούλια του Στρίντμπεργκ. Πρόκειται για μια παράσταση που επιχειρεί να
επαναδιατυπώσει την παλιά, σχεδόν αρχέγονη σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία, την
κοινωνική τάξη και την εξουσία, μεταφέροντάς την σε ένα αισθητικά αυστηρό, σχεδόν
ουτοπικό περιβάλλον.
Ένα ερωτικό τρίγωνο αναπτύσσεται μέσα σε έναν σκηνικό χώρο που θυμίζει εργαστήριο
συναισθημάτων και εξουσίας. Η σκηνογραφία — κυρίαρχη και καθοριστική —
οργανώνεται γύρω από την εγκατάσταση μιας κουζίνας σε καθαρό σκανδιναβικό design.


Το σύνολο αναπτύσσεται σε αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούν tone sur tone: μια αισθητική
ομοιογένεια, όπου οι αποχρώσεις του ίδιου χρώματος δημιουργούν μια σχεδόν κλινική
καθαρότητα.


Σε αυτό το πλαίσιο, το λευκό κυριαρχεί. Και το λευκό εδώ δεν είναι απλώς χρώμα· είναι
δήλωση. Η ειλικρίνεια του λευκού λειτουργεί σαν σκηνικός προβολέας που απογυμνώνει τα
σώματα.

Η σάρκα των πρωταγωνιστών εμφανίζεται ποθητή, ελκυστική, σχεδόν
εκτεθειμένη και όμως η γεύση της δεν φτάνει ποτέ πραγματικά στα χείλη μας. Η επιθυμία
παραμένει σε διαρκή εκκρεμότητα, σαν μια υπόσχεση που δεν ολοκληρώνεται.
Οι νέοι ηθοποιοί αξίζουν αναμφίβολα εύσημα για τη δυνατότητά τους να ανταπεξέλθουν
στις απαιτήσεις ενός δύσκολου κειμένου. Παρ’ όλα αυτά, δραματουργικά η παράσταση
μοιάζει να στερείται εκείνης της βαθύτερης επεξεργασίας που θα ενίσχυε την ατμόσφαιρα
και τη δραματική ένταση. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι το κείμενο θα
ωφελούνταν από μια ακόμη ισχυρότερη συγγραφική παρέμβαση, πέρα από την
σκηνοθετική κατεύθυνση, ώστε οι ιδέες να αποκτήσουν μεγαλύτερη πυκνότητα και
θεατρική αναπνοή.


Ωστόσο, εκεί όπου η παράσταση αποκτά πραγματικό βάρος είναι στις ερμηνείες. Ο κύριος
Ζυλ, όμορφος, γοητευτικός και αυτάρεσκος ως δραματουργικό πρόσωπο, υποχωρεί
σκηνικά μπροστά στην παρουσία του υπηρέτη. Ο Γιάννης Καράμπαμπας, στον ρόλο του
Ζαν, διαθέτει εκείνη τη φυσικότητα και την ανεπιτήδευτη γοητεία που καθιστούν τις πράξεις του πειστικές. Δεν υποδύεται απλώς τον υπηρέτη· ενσαρκώνει έναν άνθρωπο που κατανοεί ενστικτωδώς τους μηχανισμούς της εξουσίας και ξέρει πότε να τους ενεργοποιήσει.
Αντίθετα, Ο Νίκος Κοσώνας, στον ρόλο του Ζυλ, αν και μοιάζει μετέωρος καθώς πασχίζει να
επιβληθεί, κατορθώνει να μεταδώσει την εικόνα του κεντρικού ρόλου, με κομψότητα και
ανάγλυφη σκηνική παρουσία : ένας αυτάρεσκος νάρκισσος με φιλελεύθερες αξίες και
αστική αγωγή, ικανός να τυραννήσει, να χειραγωγήσει και να παίξει με το θύμα του. Ειδικά
στο δεύτερο μέρος του έργου, καθώς εκφέρει μια δύσκολη μελοδραματική ρητορική,
δυσκολεύεται να τη διαποτίσει με αυθεντική ένταση, πετυχαίνοντας ωστόσο ένα
αισθησιακό παραλήρημα, με γεωμετρημένη φωνητική χροιά.
Στο μεταξύ, οι ηθοποιοί μοιάζουν συχνά με καλοσχηματισμένα σκεύη μέσα στο προσεκτικά
σχεδιασμένο ντεκόρ. Αυτή η παρατήρηση δεν είναι απαραίτητα μειωτική· αντίθετα
αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο τα αντικείμενα design λειτουργούν σχεδόν ως
φετιχιστικά αντικείμενα. Η αισθητική τους δεν είναι ουδέτερη: φέρουν κοινωνικό κύρος,
συμβολικό κεφάλαιο και ταξική σημασία. Στο σκηνικό σύμπαν της παράστασης, τα
αντικείμενα δεν είναι απλώς χρηστικά· είναι φορείς εξουσίας.
Και όμως, όλο αυτό το περίτεχνο οικοδόμημα κλονίζεται από μια φράση.


Η Θεόβη Στύλλου, στον ρόλο της υπηρέτριας Κριστίν, εκφέρει τη φράση:
«Εγώ έχω ανάγκη οδηγούς».
Σε εκείνη τη στιγμή η παράσταση αποκτά μια σχεδόν ανατριχιαστική καθαρότητα. Η
φράση αυτή, απλή αλλά αφοπλιστικά ειλικρινής, εμπεριέχει μια βαθιά κοινωνική αλήθεια.
Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από διακηρύξεις δικαιωμάτων, από απενοχοποιήσεις και
από έντονες κοινωνικοπολιτικές συζητήσεις, η ομολογία της ανάγκης για καθοδήγηση
φέρνει στην επιφάνεια ένα άβολο ερώτημα.
Ίσως τα πραγματικά ταμπού της εποχής μας να μην είναι πλέον σεξουαλικά. Ίσως να είναι
τα αόρατα, χειραγωγικά κατάλοιπα των πατριαρχικών προτύπων — εκείνα που
συνεχίζουν να διαμορφώνουν την ανάγκη για εξουσία, υποταγή και καθοδήγηση ακόμη και
μέσα σε κοινωνίες που διακηρύσσουν την ελευθερία τους.
Έτσι, η παράσταση τελικά επιστρέφει στο αρχικό ερώτημα:
Είναι πράγματι αδιαμφισβήτητη η ελευθερία μας;
Ή μήπως, όταν η λογική αποκοιμιέται, τα τέρατα της εξουσίας — πιο εκλεπτυσμένα, πιο
κομψά, ίσως και πιο ελκυστικά — συνεχίζουν να γεννιούνται μέσα στους ίδιους τους
κοινωνικούς μας μηχανισμούς.

Γράφει ο εικαστικός Νίκος Κανόγλου.

Πληροφορίες για την παράσταση:

Array