Please enable JS

Ανεβαίναμε, γιατί ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος για μας ήταν η ανάβαση (Καζαντζάκης)

Επιμέλεια κειμένου Μαρία Αγγέλου

21 Μαρτίου 2020

Εαρινή ισημερία

Παγκόσμια Ημέρα Δασοπονίας

 

«…Την άλλη μέρα, πριν ξημερώσει, κινούμε για την κορφή του Άθω. Δεν είχε ακόμα λαλήσει μέσα στο περιαύλι το σήμαντρο, τα πουλιά ακόμα δεν είχαν ξυπνήσει, κατακάθαρος, γαλαχτωμένος ο ουρανός, και λάμπει πέρα κατά την ανατολή σαν εξαφτέρουγο σεραφείμ ο Αυγερινός. Ο πάτερ Λουκάς, κοντός, ανοιχτογόνατος, παλιός κοντραμπαντζής, πάει μπροστά και μας δείχνει το δρόμο. Κάπου κάπου στέκουνταν και μας έπιανε κουβέντα για θάλασσες, για γλέντια, για καβγάδες με τους Τούρκους. Όλη η κοσμική ζωή του σαν παραμύθι μέσα του, σαν να ‘γινε σ’ έναν άλλο κόσμο πιο άγριο και επικίνδυνο, γεμάτο φωνές και βλαστήμιες και γυναίκες. Το ‘λεγε και το ξανάλεγε το παραμύθι του, το ξαναζούσε και χαίρουνταν. Όλα από την παλιά του ζωή τ’ απαρνήθηκε, μα όλα τα πήρε μαζί του, τυλιγμένα στο ράσο του. Κάτω από ένα μεγάλο έλατο σταμάτησε. Ήθελε κουβέντα.

………. Ας σταθούμε, βρε παιδιά, είπε, να ξαποστάσουμε λίγο, ν’ αλλάξουμε και καμιά κουβέντα, έσκασα.

Έβγαλε μιαν κρυμμένη στη ζώνη του καπνοσακούλα, έστριψε τσιγάρο, άρχισε την κουβέντα…

Πήραμε πάλι τον ανήφορο. Πεύκα, έλατα, γκρεμοί φοβεροί και κάτω, στο πρωινό ήρεμο φως, απλώνουνταν, γαληνεμένη σήμερα η θάλασσα. Όσο πληθαίνει το φως, ξεχωρίζουμε πέρα τα θεία νησιά, την Ίμπρο, τη Λήμνο, τη Σαμοθράκη, να πλένε θαρρείς ανάερα, να μην αγγίζουν τη θάλασσα.

Μπαίνουμε στα χιόνια. Ο πάτερ Λουκάς πατάει αργά, προσεκτικά, γλιστρούμε και πέφτουμε, προχωρούμε με δυσκολία, με κίντυνο, απάνω στα κρουσταλλωμένα χιόνια. Απάνθρωπο, απόγκρεμνο βουνό, κι ο φίλος μου ξαφνικά, που πήγαινε μπροστά, σταμάτησε. Έσκυψε, κοίταξε κάτω. Βαθύς, άπατος γκρεμός, τον έπιασε ζάλη. Στράφηκε σε μένα κατάχλωμος.

………. Να γυρίσουμε… μουρμούρισε.

……….Δεν είναι ντροπή; είπα εγώ και τον κοίταξα με παράπονο, πολύ ήθελα ν’ ανέβω στην κορφή.

………. Είναι… είναι… μουρμούρισε ντροπιασμένος. Πάμε! Κι άρχισε πάλι ν’ ανεβαίνει. Ο ήλιος ήταν ψηλά όταν πατήσαμε την κορφή. Ξεπνεμένοι κι οι δυο από την κούραση, μα τα πρόσωπά μας έλαμπαν, γιατί φτάσαμε στο σκοπό.

Μπήκαμε στο εκκλησάκι το αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Χριστού να προσκυνήσουμε. Ωστόσο ο πάτερ Λουκάς, άναψε φωτιά με τα ξυλαράκια που ‘χε μαζέψει στο δρόμο, έβγαλε από το ταγάρι του κι έψησε καφέ, στριμωχτήκαμε πίσω από ένα βράχο, γιατί πήρε να φυσάει και κρυώναμε. Κοιτάζαμε μπροστά μας το απέραντο βουβό πέλαγο, τα νησιά που αρμένιζαν κάτασπρα, και πέρα μακριά, άγνωρα βουνά που μολύβωναν τον αέρα.

………. Από την άγια κορφή ετούτη, έχουν να πουν, μπορείς να δεις την Πόλη! είπε ο Λουκάς και γούρλωνε τα μάτια κατά την ανατολή, να ξεκρίνει τη Βασιλεύουσα.

………. Την είδες εσύ ποτέ, πάτερ Λουκά;

Ο καλόγερος αναστέναξε.

……….Όχι, δεν το αξιώθηκα. Φαίνεται δε φτάνουν τα μάτια του κορμιού χρειάζουνται και τ’ άλλα, της ψυχής και μένα, αλίμονο, η ψυχή μου είναι κοντόφθαλμη.

………. Το θεό όμως τον βλέπεις, είπα εγώ.

………. Ε, αποκρίθηκε ο καλόγερος, αυτό δε χρειάζεται μάτια. Ο θεός είναι πιο κοντά μας από το συκώτι μας κι από τα πλεμόνια.

Ο φίλος μου ήταν θλιμμένος και δε μιλούσε. Σίγουρα δεν καταδέχουνταν να συγχωρέσει το κορμί του που, μια στιγμή, δείλιασε. Άξαφνα δεν κρατήθηκε πια, άπλωσε και μου ‘σφιξε το χέρι με δύναμη:

………. Σε παρακαλώ, είπε, ξέχασέ το, ορκίζουμαι δεν το ξανακάνω.

Κάθε άρτιος άνθρωπος έχει μέσα του, στην καρδιά της καρδιάς του, ένα κέντρο μυστικό και γύρα του περιστρέφονται τα πάντα. Ο μυστικός αυτός στρόβιλος δίνει ενότητα στο στοχασμό και στην πράξη μας, και μας βοηθάει να βρούμε ή να εφεύρουμε την αρμονία του κόσμου. Άλλοι έχουν τον έρωτα, άλλοι τη δίψα της μάθησης, άλλοι την καλοσύνη ή την ομορφιά, ή τη λαχτάρα του χρυσαφιού και της εξουσίας, κι όλα τ’ αξιολογούν και τα υποτάζουν στο κεντρικό τους αυτό πάθος. Αλίμονο στον άνθρωπο που μέσα του δε νιώθει να τον κυβερνάει ένας απόλυτος μονάρχης. Η ζωή του κατασκορπίζεται ακυβέρνητη κι ασυνάρτητη σε όλους τους ανέμους.

Να γιατί όλη μας η ζωή, παππού, ήταν ανήφορος. Ανήφορος και γκρεμός κι ερημιά. Κινήσαμε με πολλούς συναγωνιστές, με ιδέες πολλές, συνοδεία μεγάλη. Μα όσο ανηφορίζαμε κι η κορφή μετατοπίζουνταν κι αλάργαινε, συναγωνιστές κι ιδέες κι ελπίδες μας αποχαιρετούσαν, λαχάνιαζαν, δεν ήθελαν, δεν μπορούσαν ν’ ανέβουν πιο απάνω, κι απομέναμε μονάχοι με τα μάτια καρφωμένα στην Κονούμενα Μονάδα, στην μετατοπιζόμενη κορφή. Δε μας κινούσε η αλαζονία, μήτε η απλοϊκή βεβαιότητα πως θα σταθεί μια μέρα η κορφή και θα τη φτάσουμε. Μήτε κι αν τη φτάναμε, πως θα βρούμε εκεί απάνω την ευτυχία, τη σωτηρία και τον Παράδειο. Ανεβαίναμε, γιατί ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος για μας ήταν η ανάβαση».

Νίκος  Καζαντζάκης

«Αναφορά στον Γκρέκο» απόσπασμα

balia

Photo : Α. Διανέλλος – Μ. Αγγέλου



Art & Press

AD BLOCKER DETECTED

We have noticed that you have an adblocker enabled which restricts ads served on the site.

Please disable it to continue reading Art & Press.