Please enable JS

Mαρία Μπρανίδου

Τι μας κάνει να γινόμαστε βίαιοι; Πως χειριζόμαστε τα βίαια ένστικτά μας;

Τι σε ώθησε να δεχτείς την πρόταση συνεργασίας από τις σκηνοθέτιδες Ζωρζίνα Τζουμάκα και Χριστίνα Χριστοφή για αυτό το ανέβασμα του Θεού της Σφαγής;

Με την Ζωρζίνα Τζουμάκα, την Χριστίνα Χριστοφή και την Ευαγγελία Καπόγιαννη έχουμε φτιάξει την ΜΠΙΠ, μια Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρία, με σκοπό την συνεργασία και την δημιουργία παραστάσεων. Γνωριζόμαστε όλες από παλιά, είμαστε φίλες καλές και έχουμε ξαναδουλέψει μαζί. Το έργο ήταν μια δική μου πρόταση στην ομάδα. Το είχα διαβάσει πριν κάποια χρόνια, μου άρεσε πολύ και ήταν ένα πρότζεκτ του οποίου την παραγωγή θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε. Να πω εδώ ότι η παραγωγή μιας παράστασης είναι μια δύσκολη διαδικασία, απαιτεί χρήματα και τεχνογνωσία και υπάρχει ανάγκη περισσότερης υποστήριξης από κρατικούς θεσμούς. Είναι μια μεγάλη κουβέντα και θα ήταν καλό να ανοίξει κάποια στιγμή.

Τι συγκεκριμένο στο κείμενο της Γιασμίνα Ρεζά σε προσέλκυσε περισσότερο και σε έκανε να θέλεις να το ερμηνεύσεις στη σκηνή;

Είναι ένα εξαιρετικά καλογραμμένο έργο –δεν είναι τυχαίο που έχει ανέβει τόσες πολλές φορές στο εξωτερικό και στην Ελλάδα. Έγινε μάλιστα ταινία το 2011 από τον Ρομάν Πολάνσκι. Οι τέσσερις χαρακτήρες είναι ταυτόχρονα συμπαθείς και αντιπαθείς, έχουν δίκιο μα και άδικο, είναι γεμάτοι αντιφάσεις, ανίκανοι να ελέξουν τα συναισθήματά και τα ένστικτά τους. Έχουν στιγμές και συμπεριφορές με τις οποίες μπορούμε όλοι μας να ταυτιστούμε! Το έργο νομίζω είναι ακόμα πιο επίκαιρο από το 2007 που γράφτηκε. Η βία, έξω και μέσα μας, είναι ένα μείζον θέμα. Η Ρεζά ανοίγει αυτό το θέμα μ’ έναν μοναδικό συνδυασμό χιούμορ, σαρκασμού και κοινωνικής κριτικής δημιουργώντας μια υπέροχη πλοκή γεμάτη ανατροπές, καθρεφτίζοντας μας –χωρίς να πέφτει σε ευκολίες χωρίς να δίνει απαντήσεις, με αγάπη θα έλεγα. Για όλους αυτούς τους λόγους ερωτεύτηκα αυτό το έργο.

Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη σκηνή ή διάλογος στο έργο που σου κέντρισε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον ως ηθοποιό και γιατί;

Δύσκολο να πω για μια συγκεκριμένα… θα ξεχωρίζω τις σκηνές στις οποίες οι χαρακτήρες πετούν τις πολιτικά ορθές συμπεριφορές και μαλώνουν σαν μικρά παιδιά, σαν θυμωμένα, πληγωμένα παιδιά για την ακρίβεια. Η κωμωδία απαιτεί από τον ηθοποιό να τσαλακωθεί, να γελοιοποιηθεί, όντας βέβαια αληθινός, ειλικρινής, εσωτερικός αλλιώς γίνεται… μπαλαφάρα. Αυτή η ισορροπία του να μπορείς να γελοιοποιείσαι χωρίς να γίνεσαι περιγραφικός, κρατώντας την εσωτερικότητα σου, είχε και έχει σε κάθε παράσταση, για μένα ως ηθοποιό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον και εκεί είναι η πρόκληση!

Πώς σε επηρέασε η συνεργασία σου με τους συμπρωταγωνιστές σου στην ανάπτυξη του χαρακτήρα σου μέσα στο έργο;

Το χτίσιμο μιας παράστασης είναι μια ομαδική διαδικασία. Ειδικά σε ένα έργο που είμαστε όλοι επί σκηνής για ογδόντα λεπτά! Η κωμωδία είναι αδυσώπητη. Απαιτεί συνεχή υψηλή ενέργεια και συντονισμένο ρυθμό. Πρέπει να είσαι σε πολύ καλή επικοινωνία με τους παρτενέρ σου. Είναι σαν να παίζεις μπάσκετ, με το παραμικρό λάθος η μπάλα μπορεί να φύγει μες από τα χέρια σου! Αισθάνθηκα με όλους εμπιστοσύνη και ασφάλεια να δοκιμάσω, να εκτεθώ. Και με τους συμπαίκτες μου και με τις σκηνοθέτριες. Είναι σημαντικό το ότι γνωριζόμαστε χρόνια. Εκτός από τον Βασίλη Πουλάκο, που παίζει τον σύζυγό μου, με τους υπόλοιπους έχουμε συνεργαστεί πολλές φορές. Όμως κι ο Βασίλης, παρότι μπήκε τελευταίος στο πρότζεκτ, κούμπωσε πολύ καλά μαζί μας κι αποδείχτηκε εξαιρετικός συνεργάτης. Το κλίμα λοιπόν ήταν ζεστό, φιλικό και αγαπησιάρικο. Οπότε παρότι συναντήσαμε πολλές πρακτικές δυσκολίες καταφέραμε όλοι μαζί να κάνουμε μια παράσταση που την απολαμβάνουμε –μαζί με τους θεατές– πολύ!

Ποιο στοιχείο του ρόλου σου βρήκες πιο απαιτητικό ή πιο ενδιαφέρον στην υποκριτική προσέγγιση;

Η δημιουργία ενός ρόλου, όποιο κι αν είναι το έργο ή το είδος σε φέρνει αντιμέτωπο με τον εαυτό σου. Από την αρχή ακόμα των αναγνώσεων, όταν ακόμα δεν είχε αποφασιστεί η διανομή, ο ρόλος της Βερονίκ ήταν ο ρόλος που ήθελα να παίξω. Βέβαια, παρότι την νιώθω, υπάρχουν στοιχεία της που με δυσκόλεψαν. Γίνεται αιχμηρή, είρων, προσβλητική, παραβατική, έχει απότομες μεταβάσεις, είναι γεμάτη αντιφάσεις, μοιάζει να μην ξέρει τελικά τι θέλει και ποια πραγματικά είναι. Το πιο απαιτητικό, νομίζω, ήταν ότι γίνεται αυτό που στηλιτεύει. Βίαιη λεκτικά και σωματικά. Τι μας κάνει να γινόμαστε βίαιοι; Πως χειριζόμαστε τα βίαια ένστικτά μας; Ερωτήματα που μας απασχόλησαν κατά την διάρκεια των προβών. Προσωπικά το βρήκα απελευθερωτικό να συναντιέμαι και μ’ αυτή μου την πλευρά σ’ ένα ασφαλές περιβάλλον.

Πώς διαμόρφωσες δραματουργικά το έργο του Χόρχε Μπουκάι σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Πλειώνη ώστε να μεταφερθεί στη σκηνή με τρόπο που να ενώνει την εμπειρία της αυτογνωσίας, του διαλόγου θεραπευτή-θεραπευόμενου και τη συμμετοχή του κοινού;

Ο Δημήτρης Πλειώνης, φίλος και συνεργάτης, γνωρίζοντας ότι έχω σπουδάσει ψυχολογία και εργάζομαι ως ψυχοδραματίστρια ήθελε την βοήθεια μου στο να δοθεί με τρόπο πειστικό η συνθήκη της ψυχοθεραπείας –βέβαια μέσα στο πλαίσιο μιας κωμωδίας. Νομίζω ότι καταφέραμε να βρούμε μια ισορροπία μένοντας πιστοί στο πνεύμα του Μπουκάι δημιουργώντας μια feel-good παράσταση όπου συμμετέχει ενεργά ο θεατής κι εξοικειώνεται με την συνθήκη της ψυχοθεραπείας και το ταξίδι της αυτογνωσίας. Μια παράσταση που μοιάζει με παιχνίδι, με πολύ έντονο το ψυχοδραματικό στοιχείο απ ’όπου το κοινό βγαίνει χαμογελώντας!

Πληροφορίες για την παράσταση:

Array