Please enable JS

Tάσος Λούκος

Στο θέατρο, η ισορροπία μεταξύ μουσικής & κειμένου, είναι λεπτή· απαιτεί πολλή φροντίδα για να παραμένει η συνομιλία αυτή ζωντανή σε όλη την παράσταση.

Πώς προσεγγίσατε μουσικά ένα τόσο εξομολογητικό και φορτισμένο έργο;

Καθώς πρόκειται για την πρώτη μου επαφή με την τέχνη του θεάτρου, αφέθηκα στα χέρια της Κας Μπουζιάνη και της Κας Γκιωνάκη. Μη έχοντας πρότερη εμπειρία θεώρησα πως το καλύτερο που μπορώ να προσφέρω είναι να είμαι κατ’ αρχήν ένας καλός «μαθητής». Και χαίρομαι για αυτήν την συνεργασία γιατί αισθάνομαι ότι έμαθα πολλά πράγματα. Φυσικά, όταν είχε πια πλαστεί η μορφή της απόδοσης του κειμένου, προσέθεσα και την προσωπική μου αισθητική στο σύνολο.

Με ποιον τρόπο αποφασίσατε την ηχητική «παλέτα» της παράστασης; Τι έπρεπε οπωσδήποτε να μην ακουστεί;

Τη μουσική επιμέλεια φρόντισε η Κα Μπουζιάνη κι εγώ βρίσκομαι κυρίως σε ρόλο ερμηνευτή, πλην κάποιων ορχηστρικών θεμάτων που έγραψα ειδικά για την παράσταση. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας, μάς φάνηκε ότι η λιτή φύση της παράστασης έπρεπε να διέπει και την μουσική επένδυση. Έτσι αποφύγαμε πρόσθετα όργανα, περίπλοκα μουσικά θέματα, αλλά και περίπλοκα παιξίματα. Με άλλα λόγια προσπαθήσαμε να αποφύγουμε την φλυαρία.

Η κιθάρα σας λειτουργεί σαν τρίτος αφηγητής στη σκηνή. Πώς χτίσατε αυτή τη σχέση με τον λόγο;

Σας ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο αυτό! Είναι αλήθεια ότι δώσαμε μεγάλη προσοχή στη συνομιλία ανάμεσα στον λόγο της κ. Γκιωνάκη και στη δική μου μουσική φωνή. Πρωταρχικό ρόλο φυσικά σε αυτό έπαιξε η Κα Μπουζιάνη, η οποία διαμόρφωσε το πλαίσιο αυτής της σχέσης. Αυτό οικοδομήθηκε τόσο μέσω του μεταξύ μας συγχρονισμού όσο και μέσω της διατήρησης μίας ενιαίας αισθητικής. Η ισορροπία είναι λεπτή· απαιτεί πολλή φροντίδα για να παραμένει η συνομιλία αυτή ζωντανή και συνεπής σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Πόσο επηρέασε τη μουσική σας το ιδιαίτερο ύφος της ερμηνείας της;

Η αλήθεια είναι πως πράγματι το ύφος της ερμηνείας της κ. Γκιωνάκη επηρέασε τον τρόπο που προσέγγισα και τη δική μου έκφραση, καθώς όπως ήδη ανέφερα βασικός μας στόχος ήταν η συνομιλία μεταξύ λόγου και μουσικής και η «σύνδεσή» μας καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Προσπαθώ να προσαρμόζω κάθε φορά το παίξιμό μου, ώστε να στηρίζω και να συνοδεύσω το συναίσθημα που καταθέτει.

Υπάρχει στιγμή που η μουσική «οδηγεί» το συναίσθημα και στιγμή που απλώς το συνοδεύει; Τι διαφορά έχουν για εσάς αυτές οι δύο λειτουργίες;

Θα έλεγα ότι αυτές οι λειτουργίες αλληλοτροφοδοτούνται. Εξαρτώνται τόσο από τη δραματουργική στιγμή όσο και από την ψυχική κατάσταση στην οποία βρίσκεται κανείς εκείνη τη μέρα. Ίσως γι’ αυτό κάθε παράσταση έχει πάντα κάτι ελαφρώς διαφορετικό από την προηγούμενη

Τι περιμένατε να νιώσει το κοινό όταν ακούει το τραγούδι μέσα στη ροή του μονολόγου;

Προσωπικός μου στόχος είναι αφενός να καταφέρω, στο μέτρο που μου αναλογεί, να νιώσει ο θεατής τον λόγο με τη μουσική σαν ένα σώμα και όχι σαν λόγο με μουσικά διαλείμματα. Αφ’ ετέρου, όπως και σε κάθε παράσταση, θα ήθελα ο θεατής να συγκινηθεί. Να καταφέρουμε να τον/την κάνουμε να «κινηθεί» συναισθηματικά μαζί μας.

Είστε μουσικός με ευρύ φάσμα εμπειρίας – από rock μέχρι παραδοσιακές δουλειές. Πώς σας άλλαξε αυτή η παράσταση;

Κατ’ αρχάς νιώθω πολύ όμορφα που η θητεία μου στα διάφορα μουσικά ιδιώματα φαίνεται να αναδύεται σε αυτό το εγχείρημα. Προκειμένου να ενσωματώσω τη δική μου αισθητική μέσα στις κατευθύνσεις που δόθηκαν από την κα Μπουζιάνη χρειάστηκε να πλησιάσω ακόμη πιο κοντά στην αληθινή, προσωπική μου καλλιτεχνική ταυτότητα. Παράλληλα, η είσοδός μου στη θεατρική διαδικασία λειτούργησε σε κάποιο βαθμό απελευθερωτικά· μου άνοιξε έναν νέο τρόπο έκφρασης, που με έκανε να ανακαλύψω νέες πλευρές του εαυτού μου στη σκηνή.

Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο και τι σας συγκίνησε προσωπικά;

Σαφέστατα η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η προσαρμογή στον τρόπο προετοιμασίας μιας θεατρικής παράστασης, η οποία διαπίστωσα ότι διαφέρει πολύ από εκείνη μίας μουσικής παράστασης. Όσο για την μεγαλύτερη συγκίνηση, ήταν όταν κατά τη διάρκεια των προβών ένιωσα για πρώτη φορά να «κλικάρουμε» με την Κα Γκιωνάκη πάνω στη σκηνή.

Αν έπρεπε να περιγράψετε με μία λέξη τη μουσική «θερμοκρασία» του έργου, ποια θα ήταν;

Από το έργο εισπράττω ένα πάθος, συνεχώς παρών σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής αυτών των δύο ανθρώπων. Άλλοτε λυτρωτικό και άλλοτε καταστροφικό. Αν έπρεπε να συνοψίσω σε μία λέξη, θα έλεγα ότι υπάρχει ένας αναβρασμός, διαρκής σε όλο το έργο.

Array