Πώς λειτουργεί η απόφαση να εμφανίζεστε σωματικά και συναισθηματικά γυμνή στη σκηνή ως εργαλείο για να αποδομηθούν οι κοινωνικές συμβάσεις και το στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία;
Για μένα, η σωματική και συναισθηματική γυμνότητα στη σκηνή λειτουργεί σαν ένας τρόπος να αφαιρέσω, έστω προσωρινά, όλα εκείνα τα στρώματα που έχουμε μάθει να φοράμε για να είμαστε «αποδεκτοί». Το σώμα γίνεται ορατό, ευάλωτο και εκτεθειμένο, αλλά ταυτόχρονα το ίδιο συμβαίνει και με όσα συνήθως προσπαθούμε να κρύψουμε όταν μιλάμε για την ψυχική υγεία.
Η επιλογή αυτή δεν έχει για μένα να κάνει απλώς με το να προκαλέσω ή να σοκάρω. Έχει να κάνει με το να δημιουργήσω έναν χώρο όπου η ευαλωτότητα δεν αντιμετωπίζεται ως αδυναμία. Όταν στέκομαι γυμνή στη σκηνή, καταργείται για λίγο η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που «πρέπει» να δείχνουμε προς τα έξω και σε αυτό που πραγματικά μπορεί να συμβαίνει μέσα μας. Είναι μια μορφή έκθεσης που λέει: αυτό είμαι, αυτό νιώθω, αυτό υπάρχει — και δεν χρειάζεται να το κρύψω για να αξίζω ή για να ανήκω.
Νομίζω ότι αυτό συνδέεται άμεσα και με το στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία. Συχνά οι άνθρωποι αισθανόμαστε ότι πρέπει να κρύψουμε τον πόνο, την ευαισθησία, τον φόβο, την ανασφάλεια ή τις πιο δύσκολες πλευρές μας, επειδή φοβόμαστε ότι θα χαρακτηριστούμε «αδύναμοι», «προβληματικοί» ή διαφορετικοί. Η σκηνή, αντίθετα, μου επιτρέπει να μετατρέψω αυτή την έκθεση σε πράξη συνειδητή. Δεν ζητώ από το κοινό να με λυπηθεί· το καλώ να κοιτάξει κάτι που συνήθως αποφεύγουμε να κοιτάξουμε.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη αποδόμηση των κοινωνικών συμβάσεων: στο ότι το γυμνό σώμα παύει να είναι μόνο ένα αντικείμενο προς αξιολόγηση και γίνεται φορέας μιας ιστορίας, ενός συναισθήματος και μιας ανθρώπινης εμπειρίας. Το ίδιο και η ψυχική δυσκολία παύει να είναι κάτι που πρέπει να κρυφτεί και γίνεται κάτι για το οποίο μπορούμε να μιλήσουμε.
Για μένα, λοιπόν, η γυμνότητα στη σκηνή είναι μια πράξη ελευθερίας αλλά και ευθύνης. Ελευθερίας, γιατί επιλέγω εγώ πώς θα εκθέσω τον εαυτό μου. Και ευθύνης, γιατί μέσα από αυτή την προσωπική έκθεση μπορώ να δημιουργήσω έναν χώρο όπου και κάποιος άλλος θα νιώσει ότι δεν είναι μόνος, ότι δεν χρειάζεται να ντρέπεται για όσα κουβαλάει και ότι η ευαλωτότητα μπορεί να είναι ανθρώπινη δύναμη, όχι ντροπή.
Με ποιον τρόπο η προσωπική ανάγκη που σας οδήγησε στη συγγραφή του κειμένου μετουσιώνεται σε μια καθολική ιστορία για τη μοναξιά, τον κοινωνικό αποκλεισμό και την αναζήτηση της ταυτότητας;
Νομίζω ότι η αφετηρία του κειμένου ήταν βαθιά προσωπική. Ξεκίνησε από μια ανάγκη να καταλάβω και να εκφράσω πράγματα που ίσως δεν μπορούσα να πω διαφορετικά. Από την ανάγκη να δώσω μορφή σε συναισθήματα όπως η μοναξιά, η αίσθηση ότι δεν ανήκεις, η ανάγκη να σε δουν πραγματικά και, τελικά, η αναζήτηση του ποιος είσαι όταν αφαιρούνται όλα όσα οι άλλοι περιμένουν από εσένα.
Στην πορεία, όμως, κατάλαβα ότι αυτό που θεωρούσα αποκλειστικά δικό μου δεν ήταν μόνο δικό μου. Η προσωπική εμπειρία μπορεί να γίνει καθολική ακριβώς επειδή τα συναισθήματα που την αποτελούν είναι ανθρώπινα. Μπορεί ο καθένας να έχει διαφορετική ιστορία, διαφορετικές συνθήκες και διαφορετικούς λόγους για τους οποίους αισθάνθηκε κάποια στιγμή μόνος ή αποκλεισμένος, αλλά η ανάγκη να ανήκουμε κάπου και να αναγνωρίζεται η ύπαρξή μας είναι κοινή.
Έτσι, η μοναξιά μέσα στο έργο δεν αφορά μόνο το να είσαι μόνος. Αφορά περισσότερο την αίσθηση ότι βρίσκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους και παρ’ όλα αυτά δεν σε βλέπει πραγματικά κανείς. Ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν είναι μόνο μια πόρτα που σου κλείνουν οι άλλοι· μπορεί να είναι και η στιγμή που αρχίζεις εσύ ο ίδιος να πιστεύεις ότι δεν χωράς πουθενά. Και η αναζήτηση της ταυτότητας, για μένα, συνδέεται ακριβώς με αυτή την προσπάθεια: να ανακαλύψεις ποιος είσαι πέρα από τις ταμπέλες, τις προσδοκίες και τον τρόπο με τον οποίο σε έχουν μάθει οι άλλοι να βλέπεις τον εαυτό σου.
Ίσως γι’ αυτό δεν ήθελα το κείμενο να μείνει μια προσωπική εξομολόγηση. Ήθελα η προσωπική μου ανάγκη να λειτουργήσει σαν μια αφετηρία, μέσα από την οποία ο θεατής θα μπορούσε να αναγνωρίσει κάτι δικό του. Να μη χρειάζεται να έχει ζήσει ακριβώς την ίδια εμπειρία για να καταλάβει το συναίσθημα.
Τελικά, αυτό που με ενδιαφέρει είναι η μετάβαση από το «εγώ» στο «εμείς». Ξεκινάς γράφοντας επειδή κάτι σε πονάει προσωπικά, αλλά όταν το μοιράζεσαι, μπορεί να αποκτήσει μια άλλη διάσταση. Η δική σου μοναξιά μπορεί να γίνει ο καθρέφτης της μοναξιάς κάποιου άλλου. Η δική σου ανάγκη να βρεις την ταυτότητά σου μπορεί να θυμίσει σε κάποιον ότι κι εκείνος έχει το δικαίωμα να αναζητήσει ποιος είναι, χωρίς να χρειάζεται να χωρέσει σε μια προκαθορισμένη εικόνα.
Και ίσως εκεί βρίσκεται για μένα η ουσία της τέχνης: να ξεκινά από κάτι πολύ προσωπικό και, χωρίς να χάσει την αλήθεια του, να δημιουργεί χώρο ώστε και κάποιος άλλος να αναγνωρίσει μέσα του ένα κομμάτι του εαυτού του.
Ποιες ερμηνευτικές προκλήσεις κρύβει η διαρκής ακροβασία της ηρωίδας ανάμεσα στη λογική και την ψευδαίσθηση, καθώς καλείται να αντιμετωπίσει τις «φωνές» και τις φιγούρες του παρελθόντος της;
Για μένα, η μεγαλύτερη ερμηνευτική πρόκληση είναι ότι η ηρωίδα δεν βρίσκεται απλώς ανάμεσα στη λογική και την ψευδαίσθηση· βρίσκεται ανάμεσα σε διαφορετικές εκδοχές του εαυτού της. Και αυτό είναι κάτι που με αφορά πολύ προσωπικά, γιατί δεν μπορώ να την αντιμετωπίσω σαν έναν χαρακτήρα που απλώς μελετώ απ’ έξω. Υπάρχουν κομμάτια της που αναγνωρίζω μέσα μου, συναισθήματα που έχω αγγίξει και ερωτήματα που έχω κάνει κι εγώ στον εαυτό μου.
Οι «φωνές» και οι φιγούρες του παρελθόντος της, για μένα, είναι όλα εκείνα που κουβαλάμε μέσα μας ακόμη κι όταν πιστεύουμε ότι τα έχουμε ξεπεράσει. Είναι άνθρωποι, μνήμες, φόβοι, ενοχές, αλλά και παλιές εκδοχές του εαυτού μας. Κι αυτό είναι ίσως το πιο προσωπικό κομμάτι της ηρωίδας για μένα: η προσπάθειά της να καταλάβει ποια είναι, ενώ συνεχώς έρχεται αντιμέτωπη με όλα όσα έχει υπάρξει.
Γι’ αυτό και δεν θέλω να την παίξω σαν μια «διαταραγμένη» γυναίκα που βλέπει πράγματα τα οποία δεν υπάρχουν. Με ενδιαφέρει να τη δω ως έναν άνθρωπο που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα στη δική του πραγματικότητα. Όταν εκείνη ακούει μια φωνή ή βλέπει μια φιγούρα, για εκείνη εκείνη τη στιγμή είναι αληθινή. Και πρέπει κι εγώ, ως ερμηνεύτρια, να έχω το θάρρος να μπω σε αυτή την αλήθεια χωρίς να την κρίνω.
Νομίζω ότι εκεί συναντιέμαι περισσότερο μαζί της. Κι εγώ, μέσα από τη διαδικασία της δημιουργίας του έργου, χρειάστηκε να κοιτάξω πράγματα που ίσως θα ήταν πιο εύκολο να αποφύγω. Να σταθώ απέναντι σε πλευρές του εαυτού μου που δεν είναι πάντα όμορφες ή εύκολες και να μην προσπαθήσω να τις «διορθώσω». Με αυτή την έννοια, η ηρωίδα λειτουργεί και σαν καθρέφτης μου.
Η δυσκολία, λοιπόν, είναι να μη χαθώ μέσα της αλλά ούτε και να κρατήσω απόσταση. Να μπορώ να τη βιώνω βαθιά, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι είναι ένας χαρακτήρας. Να αφήνω τις φωνές της να με αγγίζουν χωρίς να τις αφήνω να με καταπιούν. Και αυτή η ισορροπία είναι, νομίζω, και το πιο απαιτητικό αλλά και το πιο ουσιαστικό κομμάτι της ερμηνείας.
Και ίσως, τελικά, αυτό είναι που με συγκινεί περισσότερο σε αυτή τη διαδρομή. Ότι ξεκίνησα δημιουργώντας μια ηρωίδα και στην πορεία άρχισα να αναγνωρίζω μέσα της εμένα. Κάποιες φορές νιώθω ότι, όταν εκείνη μιλάει στο παρελθόν της, στην πραγματικότητα μιλάω κι εγώ σε δικά μου κομμάτια που δεν έχω καταφέρει ακόμη να αποχαιρετήσω. Δεν ξέρω αν στο τέλος θα έχω όλες τις απαντήσεις — και ίσως δεν χρειάζεται να τις έχω. Μου αρκεί που μέσα από εκείνη έχω βρει έναν τρόπο να κοιτάξω τον εαυτό μου με περισσότερη ειλικρίνεια και λιγότερη αυστηρότητα. Κι αυτό, για μένα, είναι ίσως το πιο προσωπικό κομμάτι αυτής της παράστασης.
Πώς επηρεάζει την υποκριτική σας προσέγγιση η καλλιτεχνική συνύπαρξη με τον Αλέξανδρο Λιακόπουλο, ο οποίος υπογράφει τη σκηνοθεσία, τους φωτισμούς και την εικαστική επιμέλεια αυτού του ψυχολογικού ταξιδιού;
Η συνύπαρξή μου με τον Αλέξανδρο Λιακόπουλο σε αυτή τη δουλειά είναι κάτι που για μένα ξεπερνά τη σχέση ηθοποιού και σκηνοθέτη. Ο Αλέξανδρος λειτουργεί για μένα σαν ένας φάρος. Όχι γιατί μου δείχνει απλώς τον δρόμο πάνω στη σκηνή, αλλά γιατί έχει την ικανότητα να φωτίζει πράγματα μέσα μου που πολλές φορές ούτε εγώ η ίδια δεν μπορώ να δω.
Τον θεωρώ έναν από τους κορυφαίους σκηνοθέτες, όχι μόνο για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το θέατρο, αλλά κυρίως για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο που έχει απέναντί του. Αυτό που με συγκινεί περισσότερο στη συνεργασία μας είναι ότι πριν αγκαλιάσει τον ηθοποιό, αγκαλιάζει την ψυχή του ηθοποιού. Και για μένα αυτή είναι μια τεράστια διαφορά.
Υπάρχουν σκηνοθέτες που βλέπουν πρώτα τον ρόλο, τη σκηνή, τη φόρμα, το αποτέλεσμα. Ο Αλέξανδρος βλέπει πρώτα τον άνθρωπο. Και όταν ένας ηθοποιός νιώσει ότι κάποιος τον βλέπει πραγματικά, μπορεί να τολμήσει. Μπορεί να εκτεθεί, να αποτύχει, να ξαναδοκιμάσει, να αφήσει κάτω τις άμυνές του. Μπορεί να πάει σε μέρη που μόνος του ίσως φοβόταν να πλησιάσει.
Αυτό έχει επηρεάσει βαθιά και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω την ηρωίδα. Μου δίνει την ασφάλεια να μην προσπαθώ να είμαι «καλή» πάνω στη σκηνή, αλλά αληθινή. Να μην προστατεύω την εικόνα μου ως ηθοποιού, αλλά να προστατεύω την αλήθεια της ηρωίδας. Και αυτό είναι πολύ απελευθερωτικό.
Παράλληλα, επειδή ο Αλέξανδρος υπογράφει όχι μόνο τη σκηνοθεσία αλλά και τους φωτισμούς και την εικαστική επιμέλεια, νιώθω ότι ολόκληρος ο κόσμος της παράστασης περνά μέσα από ένα ενιαίο βλέμμα. Το φως, ο χώρος, οι σιωπές, οι παρουσίες και οι απουσίες δεν είναι απλώς στοιχεία της σκηνής· είναι σαν να συνομιλούν με την ψυχή της ηρωίδας. Κι εγώ μπορώ να αφεθώ μέσα σε αυτόν τον κόσμο, γιατί ξέρω ότι υπάρχει κάποιος που τον κρατά.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη, πιο προσωπικό. Τον αγαπώ βαθιά ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη. Και όταν αγαπάς και εμπιστεύεσαι τόσο βαθιά έναν άνθρωπο, μπορείς να του παραδώσεις κομμάτια σου που δεν θα παρέδιδες εύκολα αλλού. Αυτό για μένα είναι η ουσία της συνεργασίας μας. Δεν νιώθω ότι ο Αλέξανδρος με σπρώχνει να φτάσω κάπου. Νιώθω ότι στέκεται δίπλα μου μέχρι να μπορέσω εγώ να φτάσω εκεί.
Και ίσως αυτό είναι, τελικά, το μεγαλύτερο δώρο ενός σπουδαίου σκηνοθέτη στον ηθοποιό: όχι να του πει ποιος πρέπει να γίνει, αλλά να του δημιουργήσει τον χώρο για να συναντήσει αυτό που ήδη υπάρχει μέσα του. Ο Αλέξανδρος, για μένα, είναι αυτός ο φάρος. Και σε αυτή την παράσταση αισθάνομαι ότι δεν με καθοδηγεί απλώς προς την ηρωίδα· με βοηθά να συναντήσω ένα κομμάτι του εαυτού μου που, ίσως, περίμενε κι αυτό να βρει το φως του.
Πιστεύετε ότι οι μικρές, εναλλακτικές θεατρικές σκηνές είναι οι πλέον κατάλληλες για να φιλοξενήσουν τόσο αιχμηρά και εξομολογητικά έργα που απαιτούν άμεση συναισθηματική εγγύτητα με τον θεατή;
Ναι, πιστεύω ότι οι μικρές, εναλλακτικές σκηνές έχουν κάτι πολύ ιδιαίτερο όταν πρόκειται για έργα τόσο προσωπικά και εξομολογητικά. Όχι επειδή ένα τέτοιο έργο δεν μπορεί να υπάρξει σε μια μεγαλύτερη σκηνή, αλλά επειδή στον μικρό χώρο η απόσταση ανάμεσα στον ηθοποιό και τον θεατή σχεδόν εξαφανίζεται. Και σε μια παράσταση σαν τη δική μας, αυτή η εγγύτητα είναι μέρος της ίδιας της αφήγησης.
Εδώ δεν θέλω ο θεατής να αισθανθεί ότι παρακολουθεί κάτι που συμβαίνει κάπου μακριά του. Θέλω να αισθανθεί ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο χώρο με την ηρωίδα, ότι μπορεί σχεδόν να ακούσει την ανάσα της, να δει την αμηχανία της, τη σιωπή της, την προσπάθειά της να κρατηθεί. Όταν μιλάμε για μοναξιά, ψυχική υγεία, τραύμα και ανάγκη για αποδοχή, η συναισθηματική απόσταση μπορεί πολύ εύκολα να λειτουργήσει σαν προστασία. Ο μικρός χώρος, αντίθετα, σε φέρνει αντιμέτωπο.
Και για μένα αυτό είναι πολύ σημαντικό. Γιατί η παράσταση δεν θέλει απλώς να «μιλήσει» για αυτά τα θέματα. Θέλει να τα κάνει να συμβούν μπροστά σου. Να νιώσεις την έκθεση, την ευαλωτότητα, ακόμη και την αμηχανία. Να μην μπορείς εύκολα να κρυφτείς πίσω από το γεγονός ότι «αυτό είναι θέατρο».
Ίσως γι’ αυτό αγαπώ τόσο πολύ τις μικρές σκηνές. Έχουν μια αμεσότητα και μια αλήθεια που με συγκινεί. Δεν υπάρχει τίποτα περιττό. Ένας άνθρωπος απέναντι σε έναν άλλον άνθρωπο. Ένας ηθοποιός απέναντι σε έναν θεατή. Και ανάμεσά τους μια ιστορία που ζητά να ειπωθεί χωρίς προστατευτικό δίχτυ
Για μένα, το πιο όμορφο σε μια μικρή σκηνή είναι ότι στο τέλος δεν αισθάνομαι ότι «παίζω για ένα κοινό». Αισθάνομαι ότι συναντώ ανθρώπους. Και σε ένα έργο τόσο προσωπικό, αυτή η συνάντηση είναι ίσως το σημαντικότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί. Να φύγει ο θεατής όχι απαραίτητα έχοντας όλες τις απαντήσεις, αλλά έχοντας νιώσει ότι για λίγο κάποιος μίλησε δυνατά για πράγματα που ίσως κι εκείνος κουβαλάει σιωπηλά.
Ποιο θεωρείτε ότι είναι το χρέος του σύγχρονου θεάτρου όταν επιλέγει να χρησιμοποιήσει σκληρό λόγο ή γυμνό προκειμένου να αφυπνίσει το κοινό απέναντι σε κοινωνικά ταμπού;
Πιστεύω ότι το σύγχρονο θέατρο έχει χρέος να μη φοβάται να αγγίζει αυτά που η κοινωνία συχνά προτιμά να αφήνει στη σιωπή. Όμως για μένα η χρήση του σκληρού λόγου ή του γυμνού δεν έχει αξία από μόνη της. Δεν με ενδιαφέρει η πρόκληση για την πρόκληση. Με ενδιαφέρει τι αποκαλύπτει η πρόκληση και, κυρίως, γιατί είναι απαραίτητη.
Στη δική μας παράσταση, το γυμνό δεν υπάρχει για να προκαλέσει ένα βλέμμα πάνω στο σώμα. Υπάρχει για να αφαιρέσει τις άμυνες. Για να μείνει ένας άνθρωπος εκτεθειμένος μπροστά σε έναν άλλον άνθρωπο, χωρίς τον ρόλο, χωρίς την εικόνα, χωρίς την ανάγκη να δείξει ότι είναι δυνατός. Και αυτό συνδέεται άμεσα με όσα πραγματεύεται η ηρωίδα: την ανάγκη να γίνει ορατή, την ευαλωτότητα, τη μοναξιά, την ψυχική υγεία, όλα εκείνα που συνήθως προσπαθούμε να κρύψουμε.
Το ίδιο ισχύει και για τον σκληρό λόγο. Υπάρχουν στιγμές που μια πιο «όμορφη» ή προσεκτική γλώσσα θα πρόδιδε την αλήθεια αυτού που θέλουμε να πούμε. Η σκληρότητα της λέξης μπορεί να είναι αναγκαία όταν θέλεις να μεταφέρεις κάτι που είναι πραγματικά επώδυνο. Αλλά πιστεύω ότι ο ηθοποιός πρέπει να γνωρίζει γιατί την εκφέρει. Να μην χρησιμοποιεί μια λέξη για να σοκάρει, αλλά επειδή δεν υπάρχει άλλη λέξη που να μπορεί να κουβαλήσει αυτή την αλήθεια.
Για μένα, λοιπόν, το χρέος του θεάτρου δεν είναι να σοκάρει τον θεατή. Είναι να τον ταρακουνήσει χωρίς να τον χρησιμοποιήσει. Να τον φέρει αντιμέτωπο με κάτι που ίσως αποφεύγει, αλλά ταυτόχρονα να του αφήσει χώρο να αισθανθεί, να σκεφτεί και να αναγνωρίσει κάτι δικό του.
Και υπάρχει και μια προσωπική ευθύνη απέναντι στο ίδιο το σώμα και την ψυχή του ηθοποιού. Επειδή όταν εκθέτεις το σώμα σου ή ένα πολύ ευάλωτο κομμάτι του εαυτού σου στη σκηνή, δεν είναι απλώς ένα «καλλιτεχνικό εργαλείο». Είναι εσύ. Γι’ αυτό για μένα η τόλμη πρέπει πάντα να συνοδεύεται από εμπιστοσύνη, ασφάλεια και σεβασμό. Δεν θέλω να εκθέτω τον εαυτό μου για να με κοιτάξουν. Θέλω να εκτίθεμαι όταν αυτή η έκθεση έχει κάτι ουσιαστικό να πει.
Ίσως τελικά αυτό είναι το χρέος που νιώθω εγώ απέναντι στο κοινό: να είμαι αληθινή. Να μη φοβηθώ να δείξω κάτι από εμένα, ακόμη κι αν είναι άβολο, ακόμη κι αν είναι σκληρό, ακόμη κι αν με κάνει ευάλωτη. Γιατί μόνο όταν τολμάς να εκτεθείς πραγματικά, μπορείς να δημιουργήσεις έναν χώρο όπου και ο άλλος αισθάνεται ότι επιτρέπεται να αφήσει κάτω, έστω για λίγο, τις δικές του άμυνες.
Πληροφορίες για την παράσταση:
Το Art and Press δημιουργήθηκε με σκοπό την πολιτική, πολιτιστική και πολύπλευρη ενημέρωση των πολιτών. Πίσω από τη λειτουργία του Art and Press υπάρχει μία ομάδα «ανήσυχων» ανθρώπων, που προέρχονται από διάφορους κοινωνικούς χώρους, στους οποίους προσέφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν εθελοντικά όπου και όσο μπορούν. Η κοινή αγάπη των μελών της ομάδας μας για την πολιτική, τον πολιτισμό και γενικά την ενημέρωση, είναι η κινητήρια δύναμη για την παρακολούθηση, καταγραφή και παρουσίαση σε όλους εσάς, όσων συμβαίνουν. Δεν μας καθοδηγεί κανείς, δεν μας χρηματοδοτεί κανείς και ως εκ τούτου παραθέτουμε τα γεγονότα όπως ακριβώς λαμβάνουν χώρα. Η πορεία του Art and Press είναι συνεχόμενα και ραγδαία ανοδική όσον αφορά την προσέλκυση επισκεπτών / αναγνωστών τόσο στην κύρια ιστοσελίδα όσο και στο κανάλι του Youtube.