Please enable JS

Θεόβη Στύλλου

Η κοινωνία σου επιτρέπει ‘να εργάζεσαι σαν άντρας’ αλλά όχι και να αφήνεις τους πατροπαράδοτους γυναικείους ρόλους της εν δυνάμει -ίσως και αναπόφευκτα- μητέρας, της φροντιστικής συντρόφου, της καλής μαγείρισσας, της σωστής οικοδέσποινας και νοικοκυράς.

Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε περισσότερο στο κείμενο του «Κου Ζυλ» όταν το διαβάσατε πρώτη φορά;

Μου φάνηκε πάρα πολύ ενδιαφέρουσα η αντικατάσταση του φύλου της δεσποινίδος Τζούλιας. Φώτισε αμέσως την ταξική σύγκρουση και έδειξε αμέσως ότι το πρόβλημα και της Τζούλιας και του δικού μας Ζυλ προκύπτει και από την τάξη του όχι αποκλειστικά από το φύλο του. Πιο πολύ όμως με έκανε να σκεφτώ ότι σε μια ‘πάλη’ αρσενικού και θηλυκού μας φαίνεται πάντα αναμενόμενο να υποχωρήσει το θηλυκό στοιχείο κι όχι το αρσενικό. Αυτό τουλάχιστον μας μαθαίνει το κοινωνικό αφήγημα και η ποπ κουλτούρα. Εδώ όμως έχουμε δυο αρσενικά, τον αριστοκράτη και τον υπηρέτη, τον αφέντη και τον δούλο, σε μια συνθήκη που δεν είναι προφανές το τι θα συμβεί. Το focus στρέφεται στην καρδιά της πατριαρχίας – ο κόσμος φτιάχνεται από την πάλη των αρσενικών μεταξύ τους. Αυτοί ορίσανε το σύστημα, αυτοί φτιάξανε τους κανόνες του παιχνιδιού. Αποφασίσανε ότι οι γυναίκες είναι μάγισσες με περίεργα ένστικτα που σιγοβράζουνε μαντζούνια, φτιάχνουνε παιδιά στις κοιλιές τους και κάνουνε πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με τον πολιτισμό- ο πολιτισμός ανήκει στους άντρες και η μαγεία στις γυναίκες. Είναι αυτή η καταπληκτική στιγμή λίγο πριν πάρει ο ύπνος την Κριστίν που οι δύο άντρες μιλάνε μεταξύ τους γαλλικά, μια γλώσσα που η Κριστίν δεν γνωρίζει, με τον Ζυλ να ρωτάει τον Ζαν «Aimez vous l’art Greco-Romain?» και τον Ζαν να απαντά «Les dieux de marbre m’ont toujours fasciné». Αυτό είναι. Η γυναίκα γίνεται αυτομάτων το ‘Άλλο’.

Πώς δουλέψατε με τον σκηνοθέτη Θωμά Μοσχόπουλο για να προσεγγίσετε τον κόσμο του έργου;

Ο Θωμάς έχει έναν μοναδικό τρόπο να σε φέρνει κοντά σε κάτι χωρίς να καταλαβαίνεις ότι το κάνει. Οι πρόβες μας, οι συναντήσεις μας, καθετί που λέγαμε είχε τελικά σχέση με αυτό που θα καλούμασταν να κάνουμε ακόμα κι αν φαινόταν άσχετο στην αρχή. Το έκανε όλο να μοιάζει με παιχνίδι. Ήταν ευφυέστατο. Μας ξυπνούσε και μας έφερνε στο τώρα, κάθε φορά με άλλο τρόπο, μας άκουγε πάρα πολύ- τι είχε ανάγκη καθένας και καθεμιά μας είναι πολύ συγκινητικό τώρα που το σκέφτομαι. Μας έδειξε πολλή υπομονή και ακόμα περισσότερη αγάπη.

Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του ρόλου που υποδύεστε και ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στην ερμηνεία του;

Βασικό χαρακτηριστικό της Κριστίν είναι ότι δεν θέλει να αλλάξουν τα πράγματα. Θέλει να συνεχίσει να ζει όπως είχε συνηθίσει και όπως είχε μάθει να τα καταφέρνει και τα κατάφερνε μέχρι τώρα μια χαρά. Έχει φαινομενικά όλα όσα θα επιθυμεί μια γυναίκα της εποχής της και της τάξης της, μέχρι προφανώς να έρθουν όλα πάνω κάτω.

Νομίζω η πρόκληση είναι να παίξω το παιχνίδι με τους συμπαίκτες μου. Ακούγεται απλό αλλά δεν είναι, είναι μεγάλο πράμα να ανεβαίνεις εκεί πάνω με τόσα μάτια και τόσους περισπασμούς και ταυτόχρονα να είσαι αυτό που χρειάζεται ο παρτενέρ σου κάθε φορά και κάθε στιγμή. Να κάνω όχι αυτό που χρειάζομαι εγώ αλλά αυτό που χρειάζεται ο άλλος, όχι αυτό που θέλω εγώ αλλά αυτό που θέλει ο άλλος.

Πώς διαμορφώθηκε η σκηνική συνεργασία σας με τους άλλους δύο ηθοποιούς της παράστασης κατά τη διάρκεια των προβών;

Με τα αγόρια ήταν λες και γνωριζόμασταν από πριν χωρίς να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τον Γιάννη δεν τον είχα γνωρίσει ποτέ, τον Νίκο είχα να τον δω από το 2019 που δίναμε σε δραματικές. Είχαμε χημεία εξαρχής και όλοι μαζί και ανά δυάδες με όλους τους συνδυασμούς. Δεν ξέρω πώς να το θέσω, δεν ήταν μόνο η μαγιά των τριών μας, όλο το σύνολο των ανθρώπων που δουλέψαμε στις πρόβες ήταν μια συνάντηση σαν από αυτές που συμβαίνουν ανά 1000 χρόνια. Σαν κάτι μαγικό να τους έφερε όλους αυτούς μαζί. Ο Θωμάς, η Πέλλα, ο Χρήστος, ο Βασίλης.. ο ένας συμπλήρωνε και κάτι από τον άλλο και κάπως κάτι συνέβαινε και κάτι άλλο γινότανε και κάτι έπαιρνε μορφή.

Στη σειρά «Μπαμπά, σ’ αγαπώ», ποιος είναι ο ρόλος που υποδύεστε και πώς θα περιγράφατε τον χαρακτήρα σας;

Στο «Μπαμπα σ΄αγαπώ» υποδύομαι την Τζένη, την δικηγόρο που αποφασίζει να βοηθήσει τον Ηρακλή (Βασίλη Μηλιώνη) να πάρει πίσω τον γιο του από τον πεθερό του που διεκδικεί την επιμέλεια. Η Τζένη έχει μάθει να ακολουθεί τους κανόνες και να παίζει σύμφωνα με αυτούς, κρίνει αρκετά αυστηρά τους γύρω της και τις καταστάσεις και καταλαβαίνει πολύ καλά ότι τα πράγματα τις περισσότερες φορές στη ζωή δεν είναι άσπρο ή μαύρο, αλλά γκρι. Το να είσαι γυναίκα και δη νέα και μάχιμη δικηγόρος, σημαίνει ότι έχεις αποκτήσει μια συμπεριφορά που σου επιτρέπει να κινείσαι και να αντεπεξέρχεσαι σε ένα ανδροκρατούμενο σύστημα που αναπαράγει την άποψη ότι οι γυναίκες δικηγόροι γίνονται δικαστές για να κάνουν παιδιά. Η κοινωνία σου επιτρέπει ‘να εργάζεσαι σαν άντρας’ αλλά όχι και να αφήνεις τους πατροπαράδοτους γυναικείους ρόλους της εν δυνάμει -ίσως και αναπόφευκτα- μητέρας, της φροντιστικής συντρόφου, της καλής μαγείρισσας, της σωστής οικοδέσποινας και νοικοκυράς. Εδώ όμως για παράδειγμα έχεις έναν χαρακτήρα που δεν είναι ιδιαίτερα κοινωνική δεν ξέρει να μαγειρεύει, δεν σε προσκαλεί σπίτι της για τσάι, δεν γίνεται «συναισθηματική» και «καλή» επειδή «έτσι πρέπει».

Πώς θα περιγράφατε τη γραφή του σεναρίου στη σειρά «Μπαμπά, σ’ αγαπώ» και τι σας βοηθά περισσότερο στην ερμηνεία του ρόλου σας;

Δεν είναι δόκιμος ο όρος που θα χρησιμοποιήσω αλλά έχει μια γλύκα. Το διαβάζεις και σε κάνει να χαμογελάς. Έχει ρυθμό, δεν σε αφήνει ούτε να γελάσεις πολύ ούτε να κλάψεις πολύ, σε τραβάει από δω και από κει συνεχώς σαν να σε βάζει μέσα στην ιστορία.

Τι βοηθάει εμένα τώρα.. δεν ξέρω, σίγουρα οι άνθρωποι που παίζουμε τις σκηνές μαζί, οι σκηνοθέτες μας που μας συντονίζουν απ’ έξω.

Οι προσωπικές φωτογραφίες είναι του Karol Jarek

Πληροφορίες για την παράσταση:

Array