Please enable JS

Χρίστος Χαλικιάς

ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για «Το Τελευταίο Φως της Πατησίων» και γιατί επέλεξες την Πατησίων ως κεντρικό «πρόσωπο» του βιβλίου;

Η ιδέα γεννήθηκε περισσότερο από μια αίσθηση παρά από μια πλοκή. Περπατούσα χρόνια στην Πατησίων και είχα πάντα την εντύπωση πως πρόκειται για έναν δρόμο που θυμάται. Έναν δρόμο που έχει δει εποχές φωτός, εγκατάλειψης, βίας, έρωτα και μοναξιάς — και συνεχίζει να στέκεται εκεί σαν σιωπηλός μάρτυρας μιας πόλης που αλλάζει πρόσωπα αλλά δεν χάνει ποτέ τις σκιές της.

Η Πατησίων έχει κάτι βαθιά κινηματογραφικό. Μπορεί μέσα σε λίγα μέτρα να περάσεις από την ομορφιά στην παρακμή, από τη ζωή στην εγκατάλειψη. Υπάρχει μια αίσθηση πως κάτω από την καθημερινότητα κυκλοφορεί κάτι αθέατο. Κάτι που δεν λέγεται ποτέ ανοιχτά.

Δεν ήθελα η Αθήνα να λειτουργεί σαν φόντο. Ήθελα να αναπνέει μέσα στο βιβλίο. Να επηρεάζει τους ανθρώπους. Να τους παρακολουθεί. Να τους πιέζει. Η Πατησίων έγινε τελικά ένας χαρακτήρας από μόνη της. Ίσως και ο πιο επικίνδυνος.

Η Αθήνα στο μυθιστόρημα μοιάζει σχεδόν ζωντανή και απειλητική· πόσο επηρεάζει η ίδια η πόλη τη συμπεριφορά και τις αποφάσεις των ηρώων σου;

Πιστεύω πως οι πόλεις διαμορφώνουν ανθρώπους χωρίς εκείνοι να το καταλαβαίνουν.
Η Αθήνα έχει μια κόπωση, μια πίεση, μια αίσθηση διαρκούς επιβίωσης.
Και αυτό περνά στους ανθρώπους της.
Τους κάνει πιο σιωπηλούς, πιο καχύποπτους, πιο απομονωμένους.

Στο βιβλίο, η πόλη λειτουργεί σχεδόν σαν ένας αόρατος μηχανισμός που σπρώχνει τους ανθρώπους προς τα άκρα.
Δεν είναι μόνο ο τόπος όπου συμβαίνει το έγκλημα.
Είναι μέρος του ίδιου του εγκλήματος.

Με ενδιέφερε πολύ αυτή η ιδέα:
ότι μια πόλη μπορεί να επηρεάζει τις αποφάσεις σου χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι.
Οι ήρωες του βιβλίου κινούνται μέσα σε διαμερίσματα, σκοτεινούς διαδρόμους, πολυκατοικίες, νυχτερινούς δρόμους —
και σιγά σιγά μοιάζουν να απορροφώνται από την ίδια την Αθήνα.
Σαν να κουβαλούν το βάρος της.

Ως καλλιτέχνης, κουβαλάς έντονη εικόνα στη γραφή σου. Πώς συνομιλούν οι άλλες τέχνες με τον τρόπο που χτίζεις το noir σύμπαν του βιβλίου;

Για μένα η γραφή είναι πάντα οπτική.
Σκέφτομαι σε φως, σκιές, υφές, σιωπές.
Πολλές φορές πριν γράψω μια σκηνή,
τη “βλέπω”.

Η ζωγραφική, το θέατρο, ο κινηματογράφος, ακόμη και η μουσική,
επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο που χτίζω έναν κόσμο.
Δεν με ενδιαφέρει μόνο τι λέει ένας χαρακτήρας.
Με ενδιαφέρει πώς στέκεται μέσα στον χώρο.
Τι φως πέφτει πάνω του.
Τι ήχος υπάρχει γύρω του.
Τι σιωπή κουβαλά.

Πολλές φορές δεν γράφω πρώτα έναν διάλογο.
Βλέπω πρώτα έναν διάδρομο.
Ένα φως που τρεμοπαίζει.
Έναν άνθρωπο που στέκεται ακίνητος χωρίς να μιλά.
Και μετά αρχίζει να γεννιέται η σκηνή.

Το noir, άλλωστε, δεν είναι μόνο ιστορία.
Είναι ατμόσφαιρα.
Είναι ρυθμός.
Είναι η αίσθηση ότι κάτι απειλητικό υπάρχει ακόμη κι όταν δεν φαίνεται

Ο αστυνόμος Καρράς κινείται μέσα σε μια Αθήνα γεμάτη μοναξιά, βία και σκιές. Σε ενδιέφερε περισσότερο το αστυνομικό μυστήριο ή το κοινωνικό πορτρέτο της πόλης;

Το μυστήριο ήταν η αφορμή.
Η πόλη ήταν ο πραγματικός πρωταγωνιστής.

Με ενδιέφερε περισσότερο η αίσθηση πως οι άνθρωποι ζουν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον —
αλλά παραμένουν αόρατοι μεταξύ τους.
Αυτό το βρίσκω τρομακτικό στη σύγχρονη ζωή.
Μπορεί να μένεις χρόνια δίπλα σε κάποιον και να μην ξέρεις τίποτα για εκείνον.

Ο Καρράς δεν ερευνά μόνο έναν φόνο.
Ερευνά μια κοινωνία που έχει μάθει να σωπαίνει.
Ανθρώπους που επιβιώνουν χωρίς να συνδέονται πραγματικά.
Και αυτό είναι ίσως πιο σκοτεινό από τον ίδιο τον δράστη.

Το αστυνομικό στοιχείο με ενδιέφερε ως πύλη.
Ως ένας τρόπος να μπεις βαθύτερα στη μοναξιά, στη φθορά και στη σιωπή μιας πόλης που μοιάζει να κουβαλά μυστικά παντού.

Το noir στην Ελλάδα φαίνεται να γνωρίζει νέα άνθηση τα τελευταία χρόνια. Τι πιστεύεις ότι προσφέρει η αθηναϊκή πραγματικότητα σε αυτό το είδος λογοτεχνίας;

Η Αθήνα έχει κάτι βαθιά noir από τη φύση της.
Δεν χρειάζεται να “κατασκευάσει” σκοτάδι.
Το κουβαλά ήδη μέσα της.

Υπάρχουν αντιθέσεις παντού:
φως και εγκατάλειψη,
ομορφιά και ασφυξία,
ιστορία και διάλυση.
Μπορεί να περπατάς σε έναν δρόμο γεμάτο ζωή
και λίγα μέτρα πιο κάτω να αισθάνεσαι απόλυτη μοναξιά.

Αυτό είναι πολύ κινηματογραφικό.
Και το noir τρέφεται από αντιθέσεις.

Νομίζω επίσης πως οι σύγχρονες μεγαλουπόλεις δημιουργούν μια νέα μορφή αποξένωσης.
Οι άνθρωποι χάνονται μέσα στον θόρυβο.
Και πολλές φορές το έγκλημα στη noir λογοτεχνία δεν ξεκινά από την “κακία”.
Ξεκινά από τη μοναξιά, την πίεση, τη σιωπηλή κατάρρευση.

Η Αθήνα κουβαλά ακριβώς αυτή την αίσθηση.

«Το Τελευταίο Φως της Πατησίων» αφήνει την αίσθηση ότι οι ήρωες παλεύουν με κάτι βαθύτερο από ένα έγκλημα.

Ναι, γιατί το έγκλημα στο βιβλίο είναι μόνο η επιφάνεια. Κάτω από αυτό υπάρχουν ενοχές, φόβοι, τραύματα, απώλειες, και μια βαθιά ανάγκη των ανθρώπων να ξεφύγουν από τον ίδιο τους τον εαυτό.

Με ενδιέφερε περισσότερο το “τι κουβαλά ένας άνθρωπος μέσα του” παρά το “ποιος σκότωσε ποιον”.

Οι περισσότεροι χαρακτήρες του βιβλίου δεν προσπαθούν απλώς να λύσουν κάτι. Προσπαθούν να αντέξουν. Να επιβιώσουν ψυχικά. Να μη βυθιστούν ολοκληρωτικά στη σιωπή τους.

Ίσως γι’ αυτό το βιβλίο μιλά τελικά περισσότερο για τη σιωπή παρά για τον φόνο. Για όσα δεν λέγονται ποτέ. Για όσα οι άνθρωποι κρύβουν ακόμη και από τον ίδιο τους τον εαυτό.

Τελικά, τι θεωρείς ότι χάνει σήμερα περισσότερο η Αθήνα: το φως της ή τους ανθρώπους της;

Νομίζω πως χάνει τη μνήμη της.
Και όταν μια πόλη χάνει τη μνήμη της,
αρχίζει σιγά σιγά να χάνει και τους ανθρώπους της.

Το φως υπάρχει ακόμη.
Αλλά πολλές φορές φωτίζει ανθρώπους που δεν κοιτάζουν πια ο ένας τον άλλον.
Ανθρώπους κουρασμένους,
βιαστικούς,
συναισθηματικά απομονωμένους.

Αυτό είναι ίσως η πιο σύγχρονη μορφή μοναξιάς.

Η Αθήνα εξακολουθεί να έχει ομορφιά.
Αλλά είναι μια ομορφιά πληγωμένη.
Και ίσως γι’ αυτό παραμένει τόσο κινηματογραφική —
γιατί κάτω από το φως της
υπάρχει πάντα κάτι που παλεύει να μη χαθεί.

Στο βιβλίο υπάρχει έντονα η αίσθηση της σιωπής. Γιατί σε απασχολεί τόσο πολύ αυτό το στοιχείο;

Γιατί πιστεύω πως οι άνθρωποι αποκαλύπτονται περισσότερο μέσα από όσα δεν λένε.
Η σιωπή με ενδιέφερε πάντα περισσότερο από την εξήγηση.
Σε μια πόλη όπως η Αθήνα,
υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που ζουν ο ένας δίπλα στον άλλον —
και όμως παραμένουν απολύτως άγνωστοι μεταξύ τους.

Αυτό το θεωρώ βαθιά σκοτεινό.
Οι πολυκατοικίες έχουν φωνές, καβγάδες, τηλεοράσεις, βήματα —
αλλά πίσω από όλα αυτά υπάρχει μια τεράστια σιωπή.
Μια αποξένωση.

Στο «Τελευταίο Φως της Πατησίων»,
η σιωπή λειτουργεί σχεδόν σαν δεύτερος αφηγητής.
Κρύβει αλήθειες,
δημιουργεί φόβο,
και πολλές φορές γίνεται πιο απειλητική από την ίδια τη βία.

Πιστεύεις ότι το noir μιλά τελικά περισσότερο για το έγκλημα ή για τον άνθρωπο;

Για μένα το noir δεν ήταν ποτέ πραγματικά ένα είδος “αστυνομικής λύσης”.
Είναι ένας τρόπος να κοιτάξεις τον άνθρωπο όταν πέφτουν οι άμυνές του.

Το έγκλημα είναι η ρωγμή.
Αυτό που με ενδιαφέρει είναι τι αποκαλύπτεται μέσα από αυτή τη ρωγμή.
Η μοναξιά.
Η φθορά.
Η ενοχή.
Η ανάγκη των ανθρώπων να αγαπηθούν ή να σωθούν.

Οι ήρωες του noir είναι συνήθως άνθρωποι κουρασμένοι.
Άνθρωποι που προσπαθούν να κρατηθούν όρθιοι μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει να καταρρέει αργά.
Αυτό είναι που με συγκινεί περισσότερο στο είδος.

Αν έπρεπε να περιγράψεις με μία μόνο εικόνα το «Τελευταίο Φως της Πατησίων», ποια θα ήταν;

Ένα φωτισμένο παράθυρο στις τρεις τα ξημερώματα.
Σε μια παλιά πολυκατοικία της Αθήνας.
Όλα τα υπόλοιπα διαμερίσματα σκοτεινά.
Και κάποιος πίσω από την κουρτίνα να μην κοιμάται.

Νομίζω αυτή η εικόνα περιέχει ολόκληρο το βιβλίο.
Τη μοναξιά,
την αγρύπνια,
τη σιωπή,
την αίσθηση πως κάτι έχει συμβεί —
ή πρόκειται να συμβεί.

Αυτό είναι για μένα η Αθήνα του noir.
Μια πόλη που μοιάζει να κοιμάται,
αλλά στην πραγματικότητα παραμένει ξύπνια όλη νύχτα.

Η παρουσίαση του νέου βιβλίου του Χρήστου Χαλικιά στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα Μερκούρη»:

Array