Please enable JS

Βαγγέλης Αμπατζής

Στο θέατρο “ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας και δε μπορούμε πια να κοιμηθούμε”.

O Βαγγέλης Αμπατζής είναι Έλληνας ηθοποιός με παρουσία στον θεατρικό χώρο, συμμετέχοντας σε παραστάσεις που κινούνται τόσο στο σύγχρονο όσο και στο κλασικό ρεπερτόριο. Η υποκριτική του χαρακτηρίζεται από έμφαση στον λόγο και την εσωτερικότητα, με προσήλωση στη σκηνική ακρίβεια. Έχει δραστηριοποιηθεί σε παραγωγές που δίνουν προτεραιότητα στη δραματουργία και τη συλλογική δουλειά του θιάσου.

Τι ήταν αυτό που σε έκανε να πεις ναι στην πρόταση του Παναγιώτη Εξαρχέα για τον «Μάκβεθ»;

Είχα μια πεποίθηση ότι θα είναι πάρα πολύ καλό το επαγγελματικό πλαίσιο. Εννοώ η διαδικασία των προβών, η αλληλεπίδραση με τον σκηνοθέτη και η αλληλεπίδραση με τους υπόλοιπους συντελεστές. Τελικά, επιβεβαιώθηκα. Το αναφέρω γιατί είναι το σημαντικότερο στοιχείο σε μια καλλιτεχνική δουλειά. Υπό ποιους όρους, δηλαδή, και υπό ποιες συνθήκες διαμορφώνεται μία παράσταση. Είναι σπάνιο για έναν ηθοποιό να απολαμβάνει τόση εμπιστοσύνη και σεβασμό σε σχέση με τη δουλειά του. Και όταν συμβαίνει, απελευθερώνονται δημιουργικές δυνάμεις με έναν απρόβλεπτο τρόπο. Γι’ αυτούς τους λόγους, ευχαριστώ όλους τους συναδέλφους, όλους τους συντελεστές της παράστασης για την από κοινού διαμόρφωση μιας εξαιρετικά βοηθητικής συνθήκης δουλειάς.

Έπειτα μου γεννήθηκε το ερώτημα γιατί να πιάσουμε τον Μάκβεθ σήμερα; Είναι ένα πολύ γνωστό έργο, πολυπαιγμένο, στο θέατρο και στον κινηματογράφο, ακόμα και στη μουσική. Μια απάντηση είναι ότι για κάποιο λόγο τα κλασικά έργα είναι και παραμένουν κλασικά.

Ξαναδιαβάζοντάς το και ειδικά στη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά (ένα έργο τέχνης μέσα στο έργο τέχνης) εξεπλάγην από το πώς τόσο λεπτά ή ενδόμυχα συναισθήματα μπορούν να αρθρωθούν με τόση ακρίβεια. Πώς μέσα στις στιγμές ελαφρότητας που έχει σχεδιάσει ο Σαίξπηρ, αιφνιδιάζεται κανείς από ξαφνικά χάσματα αλήθειας.

Δεν μου αρέσει και πολύ να ψάχνουμε “επικαιρότητες” στα έργα. Γιατί υποβαθμίζουμε κατά μία έννοια το ίδιο το έργο και αλλοιώνουμε σε ένα βαθμό την ίδια την ιστορική επικαιρότητα. Ήταν, λοιπόν, θετικό για μένα που δεν υποβάλλεται αυστηρά μια ιστορική συγκυρία από τη σκηνοθετική προσέγγιση. Μου άρεσε το ότι πολλά ζητήματα έμειναν ανοιχτά.

Νομίζω ότι άξιζε τον κόπο να προσπαθήσουμε να το αγγίξουμε κι εμείς αυτό το έργο.

 Πώς προσέγγισες το ρόλο σου και τι απαιτεί από έναν ηθοποιό μια παράσταση με τόσο συλλογική και απαιτητική σκηνική φόρμα;

Η προσέγγιση των ρόλων έγινε με πάρα πολύ βοήθεια. Ήταν και αυτό μέρος μιας συλλογικής διαδικασίας. Σημαντική, κατ’ εμέ ήταν η δραματουργική συνθήκη που διατρέχει την παράσταση. Είμαστε η παρέα τριών ατόμων που “επιβάλλουμε” σε ένα τέταρτο, τον ρόλο και τα χαρακτηριστικά του σαιξπηρικού “Μάκβεθ”. Αυτό αμέσως μας οδηγεί σε μία πρώτη προσέγγιση των πολλών διαφορετικών ρόλων που καλούμαστε να παίξουμε. Λειτουργεί σαν οδηγός σε πρώτη φάση. Άλλη μία προσέγγιση -που παίζει τον ρόλο της- είναι ότι μέσα στη διαδικασία η κατεύθυνση δεν ήταν πως είμαστε ένα άθροισμα προσωπικοτήτων που παίζουν τους εαυτούς τους, αλλά μία ομάδα που παίρνει στοιχεία από τους εαυτούς. Είναι μία λεπτή διάκριση που έχει όμως αξία. Και, φυσικά, η χαρά του παιχνιδιού. Κάτι που συχνά παραγνωρίζεται. Νομίζω πως κλασικά έργα όπως αυτά του Σαίξπηρ ή ακόμα παλαιότερα, είναι έργα που απευθύνονται σε ένα λαϊκό κοινό και όχι αποκλειστικά σε εστέτ διανοούμενους όπως συχνά εικάζεται. Ένας θεατρικός ή ποιητικός λόγος υψηλού αισθητικού επιπέδου δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός από ένα ευρύ κοινό. Και για να γίνει αντιληπτός, νιώθω ότι οι ηθοποιοί που θα τον μεταδώσουν θα πρέπει να το ευχαριστιούνται πρώτα οι ίδιοι, όχι με διάθεση ναρκισσισμού αλλά μοιράσματος της διασκέδασης και του παιχνιδιού.

Φέτος συνεργάστηκες και με τον Δημήτρη Καραντζά στο «Λεωφορείο ο Πόθος». Τι κρατάς από αυτή τη συνεργασία;

Την εμπιστοσύνη και την καθοδήγηση του σκηνοθέτη. Δεν συναντιέται κανείς συχνά με τέτοια έργα, κλασικά, διαχρονικά, με ολοκληρωμένους χαρακτήρες επί σκηνής. Ήταν ευτύχημα, λοιπόν, που δοκίμασα να παίξω έναν τόσο ωραίο ρόλο όπως είναι αυτός του Μιτς.

 Έχεις χτίσει μια σοβαρή και δυνατή θεατρική πορεία. Τι είναι αυτό που σε κρατά σταθερά δεμένο με τη σκηνή και τι αναζητάς στις συνεργασίες σου;

Πρώτα απ’ όλα η τύχη. Είμαι τυχερός που παραμένω στο επάγγελμα. Δεν είναι κάτι δεδομένο, οι συνθήκες εργασίας πολλές φορές είναι τόσο επισφαλείς που πολλοί συνάδελφοι το παρατάνε για να ασχοληθούν με κάτι άλλο για να βιοποριστούν. Δεν έχει να κάνει με ικανότητα, ταλέντο ή “αξία”. Είναι ένας συνδυασμός τύχης, υπομονής, ανοχής και αντοχής. Το ζήτημα είναι επίσης έμφυλο. Οι άντρες είναι λιγότεροι στο χώρο μας και είναι σπανιότερα δέκτες προσβλητικών ή ας πούμε προβληματικών συμπεριφορών. Συμβαίνει και σε αυτούς αλλά λιγότερο σε σχέση με τις γυναίκες.

Από κει και πέρα, όταν γίνεται σωστά το θέατρο είναι ένας χώρος ελευθερίας που δύσκολα βρίσκει κανείς, και με δυσκολία το εγκαταλείπει ως σκέψη ή αίσθηση. Όπως λέει και ο ποιητής “ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας και δε μπορούμε πια να κοιμηθούμε”. Αυτό αναζητώ κι εγώ και χαίρομαι ιδιαίτερα όταν το βρίσκω.

Κοιτώντας μπροστά, τι θα ήθελες να συναντήσεις στο θέατρο τα επόμενα χρόνια;

Να ξανασυναντήσω τους ανθρώπους που με βοήθησαν, που με εμπιστεύτηκαν, που μου πρόσφεραν ελευθερία, που με σεβάστηκαν. Και άλλους με τα ίδια στοιχεία. Και να κάνω κι εγώ το ίδιο. Δεν είναι και πολύ μοναχική δουλειά το θεάτρο, φτιάχνεται από ανθρώπους και απευθύνεται σε ανθρώπους.

 Υπάρχουν ρόλοι ή διαδρομές που θα ήθελες να δοκιμάσεις;

Είμαι ευγνώμων που στη μικρή μου πορεία στο χώρο έχω ήδη δοκιμαστεί σε πλούσιους, σύνθετους και αξιόλογους ρόλους. Εύχομαι στο μέλλον, να βρίσκομαι σε δουλειές και σε ένα θέατρο που ακόμα δεν μπορώ να το φανταστώ. Σε δρόμους άσκησης και εργασίας που ακόμα δεν μπορώ να υποψιαστώ. Με την έννοια ότι θα είναι τόσο καινούργιο αυτό το νέο θέατρο που θα μας αιφνιδιάσει. Θα εκφράζει τόσο έντονα τις ανάγκες και τις σκέψεις του παρόντος και του μέλλοντος που τώρα μόνο να το διαισθανθούμε ίσως μπορούμε. Με δυο λόγια, να υπάρχει μέλλον σε αυτή την τέχνη και να είμαι κι εγώ μέσα σε αυτό.

Η κεντρική φωτογραφία είναι του Ζήση Μαλλιωτάκη και η δεύτερη της Μαριλένας Αναστασιάδου. 

 Οι φωτογραφίες της παράστασης είναι της Αναστασίας Γιαννάκη.

Πλήροφορίες για την παράσταση:

Array